«Kinda chic»: Όταν τα πάντα είναι chic, τίποτα δεν είναι πια chic
French actress Brigitte Bardot during the filming of 'Two Weeks in September' on the beach at Gullane, East Lothian, Scotland, September 1966. The Anglo-French drama, directed by Serge Bourguignon, starred Bardot as Cecile. (Photo by Michael Montfort/Michael Ochs Archives/Getty Images)

«Kinda chic»: Όταν τα πάντα είναι chic, τίποτα δεν είναι πια chic

Από το matcha και το Pilates μέχρι ένα βιβλίο αφημένο «τυχαία» μέσα σε μια τσάντα, σχεδόν οτιδήποτε μπορεί σήμερα να βαφτιστεί chic

Διαβάζοντας ένα θέμα των New York Times για τη νέα εμμονή του διαδικτύου με το «kinda chic», σκέφτηκα πόσο παράξενα αλλάζουν οι λέξεις όταν χρησιμοποιούνται υπερβολικά.

Γιατί το chic κάποτε περιέγραφε κάτι σπάνιο, σχεδόν ανεξήγητο: έναν τρόπο να ντύνεσαι, να κινείσαι και τελικά να υπάρχεις χωρίς να φαίνεται ότι προσπαθείς. Τώρα που η λέξη βρίσκεται παντού, μήπως έχει αρχίσει να μη σημαίνει σχεδόν τίποτα;

Διάβασα λοιπόν, στους New York Times, ένα θέμα με μια ερώτηση που αρχικά μοιάζει ανάλαφρη, σχεδόν παιχνιδιάρικη: μήπως έχει γίνει «kinda chic» ακόμη και να ανακοινώνουμε τον θάνατο της λέξης chic;

Ήταν από εκείνα τα θέματα που διαβάζεις, κλείνεις την οθόνη και ύστερα συνειδητοποιείς ότι εξακολουθείς να τα σκέφτεσαι. Κάπως έτσι παρακινήθηκα να γράψω αυτό το κείμενο.

Γιατί, αν το προσέξει κανείς, πραγματικά έχουμε αρχίσει να αποκαλούμε chic υπερβολικά πολλά πράγματα.

Είναι chic να πίνεις matcha. Chic να κάνεις Pilates. Chic να σηκώνεις βάρη. Chic να κουβαλάς βιβλία στην τσάντα σου. Chic να φοράς vintage. Chic να μη φοράς μακιγιάζ. Chic το τέλειο no-makeup makeup. Chic τα loafers του παππού σου, chic το παλιό ρολόι της μητέρας σου, chic το quiet luxury, chic το old money, chic ακόμη και μια καθημερινή συνήθεια, αρκεί κάποιος να τη φωτογραφίσει σωστά και να τη μετατρέψει σε trend.

Δεν χρειάζεται πια κάτι να είναι πραγματικά κομψό.

Αρκεί να είναι kinda chic.

Και ίσως αυτές οι δύο μικρές λέξεις να περιγράφουν πολύ περισσότερα για την εποχή μας από όσο νομίζουμε.

Τι σήμαινε κάποτε να είναι κάτι chic;

Το chic είναι μια από εκείνες τις λέξεις που αντιστέκονται στη μετάφραση.

Φυσικά μπορούμε να πούμε «κομψό». Αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

Ένα φόρεμα μπορεί να είναι κομψό χωρίς να είναι chic. Ένα ακριβό ξενοδοχείο μπορεί να είναι κομψό. Ένα άψογα στρωμένο τραπέζι μπορεί να είναι κομψό. Το chic όμως είχε πάντοτε κάτι περισσότερο και συγχρόνως κάτι λιγότερο.

Λιγότερη προσπάθεια. Περισσότερο ένστικτο.

Δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά θέμα χρημάτων, ούτε καν μόδας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο κάποιος μπορούσε να φορέσει ένα λευκό πουκάμισο, ένα παλιό παντελόνι και ένα ζευγάρι loafers και να μοιάζει περισσότερο ενδιαφέρων από κάποιον ντυμένο από την κορυφή μέχρι τα νύχια με την τελευταία συλλογή ενός μεγάλου οίκου.

Ήταν η γυναίκα που έβαζε κόκκινο κραγιόν, έπιανε πρόχειρα τα μαλλιά της και έφευγε από το σπίτι χωρίς να αναρωτηθεί αν η εμφάνισή της θα φωτογραφηθεί.

Ένα σπίτι όπου τα βιβλία υπήρχαν επειδή κάποιος τα είχε διαβάσει, όχι επειδή οι ράχες τους ταίριαζαν με τον καναπέ.

Ένα κόσμημα που φοριόταν για τριάντα χρόνια, όχι μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο microtrend.

Το πραγματικό chic είχε μια σχεδόν ενοχλητική ιδιότητα: δεν μπορούσες να το κατασκευάσεις εύκολα.

Και κυρίως δεν μπορούσες να το ανακοινώσεις.

Και ξαφνικά εμφανίστηκε το «kinda»

Εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον σημείο της παρατήρησης των New York Times.

Το internet δεν λέει απαραίτητα ότι όλα αυτά είναι chic. Λέει ότι είναι «kinda chic».

Κάπως chic.

Το kinda λειτουργεί σαν μια μικρή ειρωνική απόσταση από τη σοβαρότητα της δήλωσης. Μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε σχεδόν οτιδήποτε κομψό χωρίς να χρειάζεται να το υποστηρίξουμε πραγματικά.

Να κουβαλάς ένα paperback στην τσάντα σου; Kinda chic.

Να παραγγέλνεις matcha αντί για καφέ; Kinda chic.

Να γυμνάζεσαι με βάρη; Kinda chic.

Να εγκαταλείψεις ξαφνικά το smartphone για ένα παλιό κινητό με κουμπιά; Θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει το επόμενο kinda chic trend.

Και υπάρχει κάτι ευφυές και διασκεδαστικό σε αυτό. Το internet παίρνει μια λέξη που ιστορικά κουβαλούσε μια κάποια σοβαρότητα, ακόμη και έναν ελιτισμό, και παίζει μαζί της.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το παιχνίδι γίνεται τόσο μεγάλο ώστε ξεχνάμε τι σήμαινε αρχικά η λέξη.

Γιατί οι λέξεις αποκτούν δύναμη και από τα όριά τους.

Αν chic μπορεί να είναι τα πάντα, τότε τι ακριβώς μένει για να περιγράψει το πραγματικά chic;

Όταν η ζωή απέκτησε art direction

Ίσως όμως το θέμα δεν αφορά πραγματικά τη συγκεκριμένη λέξη.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ζούμε.

Τα social media δεν άλλαξαν μόνο τον τρόπο που ντυνόμαστε. Άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε ολόκληρη την καθημερινότητά μας.

Κάποτε έπινες έναν καφέ.

Σήμερα υπάρχει το φλιτζάνι, ο δίσκος, το φως, το βιβλίο δίπλα, το manicure που κρατά το φλιτζάνι και η γωνία από την οποία θα φωτογραφηθούν όλα μαζί.

Κάποτε διάβαζες ένα βιβλίο.

Σήμερα υπάρχει και η αισθητική του να είσαι άνθρωπος που διαβάζει βιβλία.

Κάποτε πήγαινες γυμναστήριο.

Σήμερα υπάρχει η τσάντα, το κολάν, το water bottle, τα ακουστικά, το smoothie μετά το workout και ένας ολόκληρος οπτικός κώδικας που ενημερώνει τον κόσμο για το lifestyle στο οποίο ανήκεις.

Ακόμη και η αμέλεια οργανώνεται.

Ακόμη και το effortless χρειάζεται styling.

Και κάπου εκεί το chic μετατράπηκε από κάτι που οι άλλοι αναγνώριζαν πάνω σου σε κάτι που εσύ πρέπει να παρουσιάσεις στους άλλους.

Αυτή είναι μια τεράστια αλλαγή.

Το πραγματικό chic δεν χρειάζεται caption

Ίσως το chic να είχε πάντοτε μία βασική προϋπόθεση: να μην ενδιαφέρεσαι υπερβολικά να αποδείξεις ότι το διαθέτεις.

Οι πραγματικά κομψοί άνθρωποι σπάνια μπαίνουν σε ένα δωμάτιο με την αγωνία να πείσουν ότι είναι κομψοί.

Δεν χρειάζεται.

Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που χάνεται περισσότερο στην εποχή των social media.

Γιατί σήμερα η αισθητική δεν αρκεί να υπάρχει. Πρέπει να δηλωθεί, να κατηγοριοποιηθεί, να αποκτήσει όνομα και hashtag.

Δεν φοράς απλώς ένα μπεζ παλτό, loafers και ένα cashmere πουλόβερ. Κάνεις old money aesthetic.

Δεν επιλέγεις απλώς καλά, διακριτικά ρούχα. Κάνεις quiet luxury.

Δεν έχεις απλώς καθαρό πρόσωπο και πιασμένα μαλλιά. Είσαι clean girl.

Κάθε προσωπική επιλογή μετατρέπεται σε κατηγορία.

Και το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να αποδείξουμε την ατομικότητά μας μέσα από αυτές τις κατηγορίες, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να μοιάζουμε μεταξύ μας.

Quiet luxury, old money και η μαζική παραγωγή της ατομικότητας

Τα τελευταία χρόνια η μόδα μοιάζει να δημιουργεί μια καινούργια «αισθητική» σχεδόν κάθε εβδομάδα.

Quiet luxury, old money, clean girl, mob wife, coastal grandmother, tenniscore.

Κάθε όρος υπόσχεται μια καινούργια ταυτότητα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αρκετές από αυτές τις τάσεις βασίζονται στην ιδέα του effortless. Στην υπόσχεση δηλαδή ότι μπορείς να δείχνεις σαν να μην προσπάθησες.

Μόνο που χρειάζεται πλέον τεράστια προσπάθεια για να φαίνεσαι ότι δεν προσπάθησες.

Αγοράζουμε ακριβά ρούχα χωρίς logos για να δείξουμε ότι δεν έχουμε ανάγκη να επιδείξουμε τα χρήματά μας. Παρακολουθούμε tutorials είκοσι λεπτών για να δημιουργήσουμε ένα μακιγιάζ που θα μοιάζει σαν να μην έχουμε μακιγιαριστεί. Μελετάμε φωτογραφίες για να δημιουργήσουμε ένα σπίτι που θα φαίνεται σαν να διαμορφώθηκε οργανικά μέσα σε δεκαετίες.

Ακόμη και η αυθεντικότητα έγινε προϊόν.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παράδοξα της σύγχρονης πολυτέλειας.

Chic δεν σημαίνει ακριβό και ποτέ δεν σήμαινε

Υπάρχει και κάτι άλλο που αξίζει να θυμόμαστε.

Chic δεν σημαίνει ακριβό.

Τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν υπέροχα πράγματα. Ένα εξαιρετικό παλτό, μια χειροποίητη τσάντα, ένα τέλειο ζευγάρι παπούτσια, ένα κόσμημα που μπορεί να περάσει στην επόμενη γενιά.

Δεν μπορούν όμως να αγοράσουν αυτομάτως γούστο.

Η Jeanne Moreau, που εμφανίζεται στη φωτογραφία με την οποία οι New York Times συνόδευσαν το θέμα τους, αποτελεί σχεδόν τέλειο παράδειγμα. Δεν χρειαζόταν υπερβολή. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που κοιτούσε, στεκόταν και φορούσε ακόμη και τα πιο απλά πράγματα που δημιουργούσε παρουσία.

Αυτό είναι το στοιχείο που δεν μπορεί να μπει εύκολα σε shopping list.

Μπορείς να αγοράσεις ακριβώς το ίδιο σακάκι με μια γυναίκα που θεωρείς απίστευτα chic και να μη μοιάζεις καθόλου μαζί της.

Γιατί αυτό που θαύμαζες ίσως δεν ήταν ποτέ το σακάκι.

Ήταν εκείνη.

Η βιομηχανία φυσικά κατάλαβε την ευκαιρία

Όπου υπάρχει επιθυμία, υπάρχει και αγορά.

Και η σύγχρονη βιομηχανία της μόδας έχει καταλάβει πολύ καλά ότι ο καταναλωτής δεν αγοράζει πλέον μόνο προϊόντα. Αγοράζει ταυτότητες.

Δεν αγοράζει απλώς ένα blazer. Αγοράζει την ιδέα ότι είναι ο άνθρωπος που φορά αυτό το blazer.

Δεν αγοράζει μόνο μια τσάντα. Αγοράζει τον κόσμο στον οποίο πιστεύει ότι ανήκει η γυναίκα που κρατά αυτή την τσάντα.

Γι’ αυτό και το chic έχει τεράστια εμπορική αξία.

Είναι μια υπόσχεση κοινωνικής και αισθητικής αναβάθμισης συμπυκνωμένη σε τέσσερα γράμματα.

Μόνο που υπάρχει ένας κίνδυνος για κάθε έννοια που γίνεται υπερβολικά εμπορεύσιμη: κάποια στιγμή υπερπαράγεται.

Όπως ένα logo που εμφανίζεται παντού παύει να μοιάζει αποκλειστικό, έτσι και μια λέξη που χρησιμοποιείται για τα πάντα χάνει σταδιακά το κύρος της.

Η σπανιότητα δεν είναι μόνο οικονομική αρχή της πολυτέλειας.

Είναι και γλωσσική.

Ίσως δεν πέθανε το chic. Ίσως κουράστηκε η λέξη

Δεν πιστεύω ότι η κομψότητα εξαφανίστηκε.

Ούτε ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε το «kinda chic» σαν κάποια τραγωδία της σύγχρονης κουλτούρας. Οι νεότερες γενιές παίρνουν τις λέξεις, τις αλλάζουν, τις ειρωνεύονται και τους δίνουν καινούργια ζωή. Έτσι λειτουργούσε πάντοτε η γλώσσα.

Ίσως όμως η συγκεκριμένη συζήτηση μας δίνει μια αφορμή να θυμηθούμε κάτι που είχαμε αρχίσει να ξεχνάμε.

Το πραγματικό chic εξακολουθεί να υπάρχει.

Βρίσκεται στη γυναίκα που φορά το ίδιο υπέροχο παλτό εδώ και δεκαπέντε χρόνια και δεν ενδιαφέρεται αν αυτή τη σεζόν είναι trend.

Στον άνδρα που γνωρίζει ότι ένα σωστό σακάκι αξίζει περισσότερο από δέκα εμφανή logos.

Στο σπίτι όπου υπάρχουν βιβλία επειδή κάποιος τα αγάπησε, όχι επειδή χρειάζονταν τρία αντικείμενα σε μπεζ αποχρώσεις πάνω στο coffee table.

Στη γυναίκα που μπορεί να φορέσει ένα φόρεμα των 100 ευρώ και να κάνει τους άλλους να αναρωτιούνται ποιος σχεδιαστής το δημιούργησε.

Στον άνθρωπο που μπαίνει σε ένα δωμάτιο χωρίς να διεκδικεί το βλέμμα όλων και, παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή όλοι τον έχουν προσέξει.

Το chic βρίσκεται πολύ συχνά στην αφαίρεση.

Στην επιλογή να μη φορέσεις ακόμη ένα κόσμημα. Να μη βάλεις ακόμη ένα logo. Να μη γεμίσεις ακόμη μία γωνία. Να μη μιλήσεις λίγο περισσότερο από όσο χρειάζεται.

Υπάρχει κομψότητα ακόμη και στη σιωπή.

Και αυτό ίσως είναι κάτι που μια εποχή βασισμένη στη διαρκή έκθεση δυσκολεύεται να κατανοήσει.

Όταν όλα είναι chic, τίποτα δεν είναι πια chic

Γι’ αυτό, όταν τελείωσα το θέμα των New York Times, δεν σκέφτηκα ότι πρέπει να αποχαιρετήσουμε τη λέξη.

Σκέφτηκα σχεδόν το αντίθετο.

Ίσως πρέπει να την προστατεύσουμε λίγο περισσότερο.

Να μην τη χρησιμοποιούμε για κάθε καφέ, κάθε manicure, κάθε sneaker, κάθε workout και κάθε καινούργια μικρή εμμονή του TikTok.

Γιατί υπάρχουν λέξεις που χάνουν την αξία τους όταν τις επαναλαμβάνουμε υπερβολικά. Όπως υπάρχουν πράγματα που παύουν να είναι πολυτελή όταν γίνονται πανταχού παρόντα.

Το πραγματικό chic δεν ήταν ποτέ checklist.

Δεν ήταν «δέκα πράγματα που πρέπει να αγοράσεις».

Δεν ήταν aesthetic.

Δεν ήταν hashtag.

Ήταν κάτι πολύ πιο δύσκολο και γι’ αυτό πολύ πιο ενδιαφέρον: ένας προσωπικός τρόπος να επιλέγεις, να αφαιρείς, να συνδυάζεις, να κινείσαι και να υπάρχεις.

Ή το έχεις ή το καλλιεργείς σιγά σιγά, μέσα από εμπειρίες, παρατηρήσεις και προσωπικό γούστο. Αλλά σίγουρα δεν αποκτάται επειδή κάποιος στο TikTok αποφάσισε το πρωί της Τρίτης ότι ένα συγκεκριμένο ζευγάρι παπούτσια είναι kinda chic.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η ωραιότερη ειρωνεία ολόκληρης της ιστορίας.

Στην προσπάθειά μας να κάνουμε τα πάντα chic, κάναμε τη λέξη σχεδόν συνηθισμένη.

Μόνο που το αληθινό chic δεν υπήρξε ποτέ συνηθισμένο.

Ήταν πάντοτε εκείνο το κάτι που δεν μπορούσες ακριβώς να εξηγήσεις, αλλά το αναγνώριζες αμέσως όταν το συναντούσες.

Και πιθανότατα, τη στιγμή που χρειάζεται να αναρωτηθείς αν κάτι είναι «kinda chic», το πραγματικά chic έχει ήδη φύγει από το δωμάτιο.

Σχετικά άρθρα