Σίγκμουντ Φρόιντ: Ο άνθρωπος που μας έμαθε ότι δεν γνωρίζουμε τόσο καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό

Σίγκμουντ Φρόιντ: Ο άνθρωπος που μας έμαθε ότι δεν γνωρίζουμε τόσο καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1939, ο Σίγκμουντ Φρόιντ πέθανε στο Λονδίνο, εξόριστος από τη Βιέννη που είχε γίνει σχεδόν συνώνυμη με το όνομά του. Ογδόντα επτά χρόνια αργότερα, πολλές από τις θεωρίες του έχουν αμφισβητηθεί, αναθεωρηθεί ή εγκαταλειφθεί από τη σύγχρονη επιστήμη

Κι όμως, ελάχιστοι άνθρωποι άλλαξαν τόσο βαθιά τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τον εαυτό μας. Πριν από τον Φρόιντ είχαμε όνειρα, απωθημένες επιθυμίες, ενοχές, παιδικά τραύματα και ανεξήγητες συμπεριφορές. Μετά τον Φρόιντ, αποκτήσαμε μια γλώσσα για να τα αναζητούμε.

Υπάρχουν στοχαστές που αφήνουν πίσω τους μια θεωρία και υπάρχουν εκείνοι που, ακόμη κι όταν η θεωρία τους αρχίζει να αμφισβητείται, αφήνουν πίσω τους έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζουμε τον κόσμο. Ο Σίγκμουντ Φρόιντ ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1939, σε ηλικία 83 ετών, στο σπίτι του στο 20 Maresfield Gardens του Λονδίνου, όπου είχε καταφύγει έναν χρόνο νωρίτερα όταν η ναζιστική προσάρτηση της Αυστρίας τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη Βιέννη. Ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης έφευγε από τη ζωή σε έναν κόσμο που βρισκόταν μόλις στις πρώτες εβδομάδες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχοντας ήδη περάσει δεκαετίες υποστηρίζοντας κάτι βαθιά ενοχλητικό για την ανθρώπινη αυταρέσκεια: ότι πίσω από τον πολιτισμένο, λογικό και αυτάρκη άνθρωπο υπάρχει ένας δεύτερος κόσμος, γεμάτος επιθυμίες, φόβους, συγκρούσεις και αναμνήσεις που δεν υπακούουν πάντοτε στη λογική.

Ίσως γι’ αυτό ο Φρόιντ παραμένει παρών ακόμη και στη ζωή ανθρώπων που δεν έχουν διαβάσει ούτε μία σελίδα του.

Λέμε «ασυνείδητο». Μιλάμε για «απώθηση». Αναρωτιόμαστε τι σημαίνουν τα όνειρά μας. Αναζητούμε στην παιδική ηλικία την αρχή μιας συμπεριφοράς που μας ακολουθεί ως ενήλικες. Μιλάμε για ψυχοθεραπεία με μια φυσικότητα που θα ήταν αδιανόητη σε μεγάλο μέρος του κόσμου όπου γεννήθηκε εκείνος.

Ο Φρόιντ δεν μας έδωσε απλώς απαντήσεις.

Μας άφησε, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την υποψία ότι πίσω από κάθε προφανή απάντηση μπορεί να κρύβεται μια δεύτερη ερώτηση.

«Το εγώ δεν είναι κύριος στο ίδιο του το σπίτι»

Αυτή ίσως είναι η πιο ανατρεπτική κληρονομιά του.

Για αιώνες ο άνθρωπος ήθελε να πιστεύει ότι αποτελεί τον συνειδητό κυβερνήτη του εαυτού του: σκέφτεται, αποφασίζει, επιλέγει και στη συνέχεια ενεργεί. Ο Φρόιντ τοποθέτησε μέσα σε αυτή την τακτοποιημένη εικόνα έναν ενοχλητικό άγνωστο παράγοντα — το ασυνείδητο.

Υποστήριξε ότι μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμορφώνεται από κίνητρα που δεν είναι άμεσα διαθέσιμα στη συνείδησή μας και τα οποία συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τις πρώιμες εμπειρίες, την επιθυμία, τον φόβο, την απώλεια και τις σχέσεις μας.

Δεν χρειάζεται να αποδεχτεί κανείς ολόκληρο το φροϋδικό οικοδόμημα για να αντιληφθεί πόσο ριζοσπαστική ήταν η ιδέα.

Ο άνθρωπος δεν είναι απολύτως διαφανής ούτε στον ίδιο του τον εαυτό.

Και ίσως γι’ αυτό, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθούμε να κάνουμε την κατεξοχήν φροϋδική ερώτηση: «Γιατί το έκανα αυτό, ενώ ήξερα ότι δεν έπρεπε;»

«Ακόμη και όσα μοιάζουν εντελώς ξεχασμένα υπάρχουν κάπου»

Πολύ πριν η λέξη «τραύμα» περάσει στη γλώσσα των social media και πριν η ψυχοθεραπεία γίνει μέρος της καθημερινής κουλτούρας, ο Φρόιντ είχε τοποθετήσει το παρελθόν στο κέντρο της συζήτησης για το παρόν.

Δεν ισχυρίστηκε απλώς ότι θυμόμαστε όσα μας συνέβησαν. Πρότεινε κάτι πολύ πιο δύσκολο: ότι ακόμη και όσα δεν θυμόμαστε συνειδητά μπορούν να αφήνουν ίχνη.

Η παιδική ηλικία, μέσα σε αυτή τη θεώρηση, έπαψε να είναι απλώς η αθώα εισαγωγή στην «πραγματική» ενήλικη ζωή. Έγινε ένας τόπος στον οποίο μπορεί να έχουν αρχίσει ιστορίες που εξακολουθούμε να ζούμε δεκαετίες αργότερα.

Αυτός ο τρόπος σκέψης επηρέασε όχι μόνο την ψυχολογία αλλά τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τέχνη και τελικά την ίδια τη γλώσσα με την οποία περιγράφουμε τον εαυτό μας.

«Ο δρόμος προς το ασυνείδητο περνά από τα όνειρα»

Πριν από τον Φρόιντ, τα όνειρα ανήκαν συχνά στον χώρο του μυστηρίου, της θρησκείας, της πρόληψης ή της προσωπικής περιέργειας. Με την Ερμηνεία των Ονείρων, που κυκλοφόρησε στο γύρισμα προς τον 20ό αιώνα, προσπάθησε να τα μετατρέψει σε υλικό ψυχολογικής διερεύνησης.

Και το έκανε χρησιμοποιώντας ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.

Το Freud Museum επισημαίνει ότι η Ερμηνεία των Ονείρων είναι ασυνήθιστα προσωπικό έργο για επιστημονική μονογραφία: πολλά από τα όνειρα που αναλύονται είναι δικά του.

Ίσως εδώ βρίσκεται κάτι εξαιρετικά σύγχρονο στον Φρόιντ. Ο επιστήμονας δεν στέκεται απλώς απέναντι από τον άνθρωπο που εξετάζει. Στρέφει τον φακό προς τον εαυτό του.

«Ποτέ δεν είμαστε τόσο ανυπεράσπιστοι απέναντι στον πόνο όσο όταν αγαπάμε»

Ίσως αυτή να είναι μία από τις φράσεις του που δεν χρειάζονται ψυχαναλυτικό λεξικό.

Ο Φρόιντ είδε στον έρωτα μια από τις ισχυρότερες διαδρομές προς την ανθρώπινη ευτυχία, αλλά ταυτόχρονα και μία από τις μεγαλύτερες πηγές ευαλωτότητας. Γιατί ακριβώς τη στιγμή που ένας άνθρωπος αποκτά τεράστια σημασία για εμάς, αποκτά και τη δυνατότητα —ακόμη και χωρίς να το επιδιώκει— να μας πληγώσει.

Η αγάπη, επομένως, δεν είναι απλώς ασφάλεια. Είναι και ρίσκο.

Και αυτή η ιδέα μοιάζει εντυπωσιακά σύγχρονη σε μια εποχή που έχουμε δημιουργήσει ολόκληρο λεξιλόγιο για να προστατευόμαστε από την έκθεση: boundaries, ghosting, attachment styles, emotional availability.

Ο Φρόιντ θα μας υπενθύμιζε πιθανότατα κάτι πολύ λιγότερο καθησυχαστικό: ότι δεν υπάρχει βαθιά σύνδεση χωρίς κάποιο βαθμό ευαλωτότητας.

«Οι βαθύτερες εντυπώσεις μπορεί να είναι εκείνες που ξεχάσαμε»

Εδώ βρίσκεται ίσως ένας από τους λόγους που η σκέψη του πέρασε τόσο βαθιά στον σύγχρονο πολιτισμό.

Μας έμαθε να κοιτάζουμε πίσω.

Όχι από νοσταλγία, αλλά επειδή το παρελθόν μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει μέσα στις επιλογές του παρόντος. Στον άνθρωπο που ερωτευόμαστε, στον τρόπο που φοβόμαστε την εγκατάλειψη, στη σχέση μας με την επιτυχία, στην ανάγκη για επιβεβαίωση, ακόμη και σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα που αναγνωρίζουμε αλλά δυσκολευόμαστε να σταματήσουμε.

Η σύγχρονη ψυχολογία δεν ταυτίζεται με τον Φρόιντ και μεγάλο μέρος των συγκεκριμένων θεωριών του έχει δεχθεί σοβαρή επιστημονική κριτική. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ιστορική μετατόπιση που προκάλεσε: έκανε το παρελθόν ψυχολογικό πρωταγωνιστή του παρόντος.

Ο Φρόιντ δεν πίστευε ιδιαίτερα στην αθωότητά μας

«Καταλαβαίνουμε πολύ καλά πώς να ερμηνεύουμε στους άλλους τις ίδιες πράξεις που αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.» — Σίγκμουντ Φρόιντ

Υπάρχει μια δυσάρεστη διαχρονικότητα σε αυτή τη φράση.

Είμαστε συχνά εξαιρετικοί ψυχολόγοι όταν πρόκειται για τους άλλους και πολύ λιγότερο πρόθυμοι όταν πρέπει να εξετάσουμε τα δικά μας κίνητρα.

Βλέπουμε τον εγωισμό του άλλου, όχι τον δικό μας. Αναγνωρίζουμε τη ζήλια του, όχι τη δική μας. Εντοπίζουμε αμέσως την ανάγκη του για επιβεβαίωση, ενώ τη δική μας μπορούμε να την ονομάσουμε φιλοδοξία, ευαισθησία ή ανάγκη δικαιοσύνης.

Η ψυχανάλυση, στην πιο ουσιαστική εκδοχή της, δεν υπόσχεται να μας πει ότι έχουμε πάντα δίκιο.

Μας ζητά να αντέξουμε την πιθανότητα ότι δεν έχουμε.

Ο άνθρωπος που άλλαξε τη γλώσσα μας

«Δεν επιθυμώ να προκαλέσω πεποίθηση· επιθυμώ να διεγείρω τη σκέψη και να κλονίσω τις προκαταλήψεις.» — Σίγκμουντ Φρόιντ

Ίσως αυτή να είναι η δικαιότερη φράση με την οποία μπορεί κανείς να αποτιμήσει σήμερα τον Φρόιντ.

Δεν χρειάζεται να τον αντιμετωπίσουμε ως αλάνθαστο προφήτη της ανθρώπινης ψυχής. Δεν ήταν. Οι θεωρίες του γεννήθηκαν σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αρκετές δεν επιβεβαιώθηκαν από τη μεταγενέστερη εμπειρική ψυχολογία και ορισμένες από τις αντιλήψεις του αντανακλούν έντονα τον κόσμο στον οποίο έζησε.

Η σημασία του βρίσκεται αλλού.

Έβαλε τον άνθρωπο να υποψιαστεί τον εαυτό του.

Να αναρωτηθεί αν αυτό που λέει είναι πάντοτε αυτό που εννοεί. Αν αυτό που θυμάται είναι ολόκληρη η ιστορία. Αν οι επιλογές του είναι πάντοτε τόσο ελεύθερες όσο νομίζει. Αν πίσω από την αγάπη μπορεί να κρύβεται φόβος, πίσω από τον θυμό απώλεια και πίσω από μια φαινομενικά ασήμαντη συμπεριφορά κάτι που έχει ξεκινήσει πολλά χρόνια νωρίτερα.

Οι τελευταίες ημέρες: ένας καναπές, τα τριαντάφυλλα και το τέλος

«Πόσο δυστυχισμένος είναι ο άνθρωπος, όταν το μόνο που θέλει είναι να παραμείνει ζωντανός.» — Σίγκμουντ Φρόιντ

Οι τελευταίες ημέρες του έχουν κάτι σχεδόν κινηματογραφικό.

Ο Φρόιντ έπασχε επί χρόνια από καρκίνο και είχε υποβληθεί σε πολλές επεμβάσεις. Τον Σεπτέμβριο του 1939 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαία. Μεταφέρθηκε στο γραφείο του, όπου μπορούσε να βλέπει τα τριαντάφυλλα του κήπου. Μετά τη χορήγηση μορφίνης από τον γιατρό του Max Schur, έπεσε σε κώμα και πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 23ης Σεπτεμβρίου.

Και υπάρχει μια παράξενη λεπτομέρεια που μοιάζει σχεδόν γραμμένη για εκείνον: ο άνθρωπος που συνέδεσε για πάντα το όνομά του με τον ψυχαναλυτικό καναπέ πέθανε πράγματι πάνω σε έναν καναπέ — όχι όμως στον διάσημο καναπέ των ασθενών του, αλλά σε έναν ειδικό καναπέ που είχε τοποθετηθεί στο γραφείο του λόγω της ασθένειάς του.

Σχεδόν ενενήντα χρόνια μετά, μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τον Φρόιντ για πάρα πολλά.

Είναι πολύ δυσκολότερο, όμως, να επιστρέψει στον κόσμο πριν από εκείνον.

Γιατί ο Φρόιντ πέτυχε κάτι σπανιότερο από το να δημιουργήσει απλώς μια θεωρία. Άλλαξε τις ερωτήσεις που κάνουμε στον εαυτό μας.

Σχετικά άρθρα