The Safe Person: Γιατί κάποια στιγμή σταματάμε να ψάχνουμε butterflies και αρχίζουμε να ψάχνουμε ηρεμία;

The Safe Person: Γιατί κάποια στιγμή σταματάμε να ψάχνουμε butterflies και αρχίζουμε να ψάχνουμε ηρεμία;

Για χρόνια μάθαμε ότι ο μεγάλος έρωτας πρέπει να μας αναστατώνει, να μας κόβει την ανάσα, να μας κάνει να κοιτάζουμε το κινητό κάθε λίγα λεπτά και να δημιουργεί εκείνες τις περίφημες «πεταλούδες» στο στομάχι. Κάποια στιγμή, όμως, η αντίληψή μας για την έλξη αρχίζει να αλλάζει και μαζί της αλλάζει και αυτό που αναζητούμε από έναν άνθρωπο. Δεν θέλουμε λιγότερο πάθος ούτε γινόμαστε λιγότερο ρομαντικοί. Αρχίζουμε απλώς να ανακαλύπτουμε ότι ίσως η πραγματική πολυτέλεια μιας σχέσης είναι να μπορείς να αισθάνεσαι ασφαλής μέσα της.

Υπάρχει μια περίοδος στη ζωή μας κατά την οποία το «με τρελαίνει» ακούγεται σχεδόν σαν η καλύτερη δυνατή περιγραφή ενός έρωτα. Ο άνθρωπος που μας κάνει να χάνουμε την ισορροπία μας, που δεν μπορούμε να προβλέψουμε την επόμενη κίνησή του, που μας κρατά ξύπνιους μέχρι αργά αναλύοντας ένα μήνυμα ή περιμένοντας το επόμενο, μοιάζει συναρπαστικός ακριβώς επειδή τίποτα μαζί του δεν είναι απολύτως βέβαιο. Η αβεβαιότητα δημιουργεί ένταση και η ένταση μοιάζει με πάθος, γι’ αυτό και πολλές φορές χρειάζεται να περάσουν χρόνια, σχέσεις και αρκετές απογοητεύσεις μέχρι να αναρωτηθούμε αν αυτά τα δύο είναι πράγματι το ίδιο πράγμα.

Κάπου εκεί αρχίζει μια σχεδόν αθόρυβη αλλαγή. Δεν συμβαίνει σε συγκεκριμένη ηλικία ούτε σημαίνει ότι ξυπνάμε ένα πρωί και αποφασίζουμε πως δεν θέλουμε πια τον ενθουσιασμό. Εξακολουθούμε να θέλουμε να μας αρέσει πολύ κάποιος, να μας συγκινεί η παρουσία του, να περιμένουμε να τον δούμε και να υπάρχει εκείνη η έλξη που δεν χρειάζεται εξήγηση. Αυτό που αλλάζει είναι ότι δίπλα στην ερώτηση «πόσο πολύ μου αρέσει;» εμφανίζεται σταδιακά μια δεύτερη, ίσως πιο ουσιαστική: «Πώς αισθάνομαι όταν είμαι μαζί του;»

Και αυτή η ερώτηση μπορεί να αλλάξει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα.

Μάθαμε να συνδέουμε την αγάπη με την αναστάτωση Δεν είναι περίεργο που μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι οι μεγάλες ερωτικές ιστορίες πρέπει να είναι δύσκολες. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η μουσική και αργότερα τα social media μάς έμαθαν να αναγνωρίζουμε τον έρωτα κυρίως μέσα από την έντασή του. Οι ιστορίες που θυμόμαστε είναι συνήθως γεμάτες εμπόδια, χωρισμούς, επιστροφές, ανθρώπους που δεν μπορούν να είναι μαζί, παρεξηγήσεις, μεγάλες αποστάσεις και ακόμη μεγαλύτερες δηλώσεις. Δύο συναισθηματικά διαθέσιμοι άνθρωποι που γνωρίζονται, εκφράζουν καθαρά το ενδιαφέρον τους, συμπεριφέρονται με συνέπεια και δημιουργούν σταδιακά μια σχέση μπορεί να αποτελούν μια εξαιρετική πραγματικότητα, αλλά δύσκολα προσφέρουν υλικό για δύο ώρες κινηματογραφικού δράματος.

Έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, μάθαμε να συνδέουμε την ένταση με το βάθος του συναισθήματος. Αν κάποιος μάς κάνει να αναρωτιόμαστε διαρκώς τι αισθάνεται, μπορεί να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο στη σκέψη μας. Αν δεν γνωρίζουμε πότε θα τηλεφωνήσει ή αν θα εμφανιστεί ξανά, περιμένουμε περισσότερο την επόμενη επαφή. Αν τη μία ημέρα αισθανόμαστε ότι μας θέλει πολύ και την επόμενη δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι, μπορεί να αρχίσουμε να επενδύουμε ακόμη περισσότερη ενέργεια στην προσπάθεια να καταλάβουμε τι συμβαίνει.

Και τότε είναι πολύ εύκολο να μπερδέψουμε το πόσο πολύ σκεφτόμαστε κάποιον με το πόσο βαθιά συνδεόμαστε μαζί του.

Η διαφορά είναι σημαντική, γιατί η αβεβαιότητα από μόνη της μπορεί να είναι εξαιρετικά απορροφητική. Όταν δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς στεκόμαστε στη ζωή κάποιου, το μυαλό αναζητά συνεχώς πληροφορίες που θα λύσουν το ερώτημα. Ένα μήνυμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από όση θα είχε υπό διαφορετικές συνθήκες, μια καθυστέρηση στην απάντηση μπορεί να γεννήσει δεκάδες ερμηνείες και μια ξαφνική έκρηξη τρυφερότητας ύστερα από ημέρες απόστασης μπορεί να μοιάζει πολύ πιο έντονη ακριβώς επειδή δεν ήταν δεδομένη.

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί απαραίτητα απόδειξη μιας βαθύτερης σχέσης. Μπορεί απλώς να είναι η ψυχολογική δύναμη της αβεβαιότητας.

Τι είναι τελικά οι περίφημες butterflies; Οι «πεταλούδες στο στομάχι» δεν αποτελούν απλώς μια ρομαντική μεταφορά. Το σώμα αντιδρά πράγματι όταν βρισκόμαστε σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής διέγερσης, είτε αυτή προέρχεται από ενθουσιασμό και ερωτική έλξη είτε από άγχος και αβεβαιότητα. Η ενεργοποίηση του αυτόνομου νευρικού συστήματος μπορεί να επηρεάσει το γαστρεντερικό σύστημα, γι’ αυτό και μια έντονη συναισθηματική εμπειρία μπορεί κυριολεκτικά να γίνει αισθητή στο στομάχι.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το σώμα δεν μας παραδίδει ταυτόχρονα και μια ετικέτα που να εξηγεί από πού προέρχεται κάθε αίσθηση. Δεν μας λέει «αυτό είναι έλξη» και «αυτό είναι αγωνία επειδή δεν αισθάνεσαι ασφαλής». Εμείς είμαστε εκείνοι που ερμηνεύουμε όσα αισθανόμαστε και, όταν έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι ο μεγάλος έρωτας πρέπει να προκαλεί ένταση, είναι εύκολο να θεωρήσουμε κάθε έντονη σωματική αντίδραση απόδειξη ότι κάτι πολύ σημαντικό συμβαίνει.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι πεταλούδες είναι κακό σημάδι ή ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε την έντονη έλξη με καχυποψία. Ο ενθουσιασμός, η προσμονή και το πάθος αποτελούν υπέροχα στοιχεία μιας ερωτικής σχέσης. Το πρόβλημα αρχίζει μόνο όταν θεωρούμε ότι χωρίς άγχος δεν υπάρχει χημεία ή ότι ένας άνθρωπος που μας προσφέρει σταθερότητα είναι αναγκαστικά λιγότερο συναρπαστικός.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να μη νιώθεις τίποτα και άλλο να μη νιώθεις ανασφάλεια.

Όταν εμφανίζεται ένας άνθρωπος που δεν χρειάζεται αποκωδικοποίηση Ύστερα από σχέσεις στις οποίες έχουμε συνηθίσει να ερμηνεύουμε συνεχώς συμπεριφορές, η συνάντηση με έναν συναισθηματικά διαθέσιμο άνθρωπο μπορεί παραδόξως να μας αποδιοργανώσει. Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν θα επικοινωνήσει, επειδή επικοινωνεί. Δεν εμφανίζεται με τεράστιο ενδιαφέρον και ύστερα εξαφανίζεται χωρίς εξήγηση. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε μαζί με τρεις φίλους ένα μήνυμα για να καταλάβουμε τι πιθανότατα εννοούσε ούτε να προσποιηθούμε ότι ενδιαφερόμαστε λιγότερο, ώστε να μην τρομάξει από το γεγονός ότι ενδιαφερόμαστε πραγματικά.

Η πρόθεσή του δεν αποτελεί γρίφο που πρέπει να λύσουμε. Αυτό που λέει και αυτό που κάνει βρίσκονται συνήθως αρκετά κοντά μεταξύ τους ώστε να μην απαιτείται συνεχής μετάφραση.

Και αν έχουμε μάθει να συνδέουμε την επιθυμία με το κυνηγητό, αυτή η απουσία μυστηρίου μπορεί αρχικά να μας φαίνεται σχεδόν παράξενη. Μπορεί ακόμη να αναρωτηθούμε αν λείπει κάτι από τη σχέση, ενώ στην πραγματικότητα εκείνο που απουσιάζει δεν είναι απαραίτητα η έλξη αλλά η συνεχής αγωνία γύρω από αυτήν.

Εκεί βρίσκεται ίσως μία από τις πιο δύσκολες μεταβάσεις στις ενήλικες σχέσεις: να μάθουμε ότι η ηρεμία δεν είναι συνώνυμο της βαρεμάρας.

Η συναισθηματική ασφάλεια δεν σημαίνει σχέση χωρίς πάθος Η έννοια του safe person έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, μαζί με ολόκληρο το λεξιλόγιο της σύγχρονης ψυχολογικής κουλτούρας γύρω από attachment styles, boundaries, emotional availability και nervous-system regulation. Όπως συμβαίνει με πολλούς ψυχολογικούς όρους που περνούν στη γλώσσα των social media, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να απλοποιηθεί υπερβολικά μια πολύ σύνθετη πραγματικότητα.

Ένας άνθρωπος με τον οποίο αισθανόμαστε ασφαλείς δεν είναι κάποιος που δεν θα μας αναστατώσει ποτέ, που θα συμφωνεί μαζί μας σε όλα ή που θα εξαφανίσει κάθε δύσκολο συναίσθημα από τη ζωή μας. Καμία ουσιαστική σχέση δεν λειτουργεί έτσι. Θα υπάρξουν διαφωνίες, απογοητεύσεις, περίοδοι μεγαλύτερης απόστασης, στιγμές ζήλιας ή φόβου και φορές που ο ένας θα πληγώσει τον άλλον χωρίς να το επιδιώκει.

Η συναισθηματική ασφάλεια αφορά περισσότερο το τι συμβαίνει μέσα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Μπορούμε να πούμε ότι κάτι μας ενόχλησε χωρίς να φοβόμαστε ότι ο άλλος θα εξαφανιστεί; Μπορούμε να διαφωνήσουμε χωρίς η σχέση να μετατρέπεται κάθε φορά σε απειλή; Υπάρχει χώρος να είμαστε ευάλωτοι χωρίς αυτή η ευαλωτότητα να χρησιμοποιηθεί αργότερα εναντίον μας; Μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας χωρίς να αισθανόμαστε ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουμε την αξία μας για να κρατήσουμε το ενδιαφέρον του άλλου;

Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική μορφή ασφάλειας από την απλή απουσία σύγκρουσης.

Και δεν είναι καθόλου ασύμβατη με το πάθος.

Κάποια στιγμή αλλάζει ακόμη και αυτό που θεωρούμε sexy Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η αντίληψή μας για την έλξη όσο αποκτούμε περισσότερες εμπειρίες. Εκείνο που κάποτε έμοιαζε μυστηριώδες μπορεί αργότερα να μας φαίνεται απλώς ασαφές, ενώ ο άνθρωπος που εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν απρόβλεπτα ίσως κάποια στιγμή πάψει να μας φαίνεται συναρπαστικός και αρχίσει να μας φαίνεται κουραστικός.

Αντίθετα, χαρακτηριστικά που σε μια νεότερη ηλικία μπορεί να θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητα αποκτούν διαφορετική βαρύτητα. Η συνέπεια γίνεται ελκυστική. Η αξιοπιστία παύει να ακούγεται σαν βαρετή λέξη και γίνεται προϋπόθεση οικειότητας. Η δυνατότητα να κάνεις μια δύσκολη συζήτηση χωρίς παιχνίδια εξουσίας μπορεί να γίνει πολύ πιο σημαντική από μια εντυπωσιακή ερωτική δήλωση, ενώ το να γνωρίζεις ότι κάποιος θα είναι εκεί όταν πραγματικά τον χρειαστείς αποκτά διαφορετική αξία από εκατό μηνύματα γεμάτα υποσχέσεις.

Δεν σημαίνει ότι μεγαλώνοντας γινόμαστε λιγότερο ρομαντικοί. Ίσως απλώς ο ρομαντισμός μας γίνεται περισσότερο απαιτητικός απέναντι στην πραγματικότητα.

Δεν αρκεί πια κάποιος να δημιουργεί έντονα συναισθήματα. Θέλουμε να μπορεί και να τα αντέξει.

Δεν αρκεί να μας θέλει όταν όλα είναι εύκολα. Θέλουμε να ξέρουμε πώς συμπεριφέρεται όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα.

Και δεν αρκεί μια σχέση να είναι υπέροχη στις κορυφές της, αν ανάμεσα σε αυτές περνάμε τον περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να καταλάβουμε αν υπάρχει ακόμη.

Η νέα πολυτέλεια στις σχέσεις είναι η συνέπεια Ζούμε σε μια εποχή σχεδόν απεριόριστης επικοινωνίας και ταυτόχρονα μεγάλης συναισθηματικής ασάφειας. Μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιον μέσα σε δευτερόλεπτα, να μιλάμε μαζί του ολόκληρη την ημέρα, να γνωρίζουμε πότε ήταν τελευταία φορά online και να παρακολουθούμε τη ζωή του μέσα από μια οθόνη, χωρίς παρ’ όλα αυτά να γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνουμε γι’ αυτόν.

Ίσως γι’ αυτό η συνέπεια έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη αξία. Σε έναν κόσμο όπου σχεδόν όλοι είναι προσβάσιμοι αλλά όχι απαραίτητα διαθέσιμοι, το να ξέρεις πού στέκεσαι με έναν άνθρωπο μοιάζει πλέον σχεδόν με πολυτέλεια.

Ο safe person δεν είναι λοιπόν εκείνος που αφαιρεί κάθε αβεβαιότητα από τη ζωή μας, γιατί κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Είναι εκείνος που δεν δημιουργεί περιττή αβεβαιότητα γύρω από το ίδιο το ενδιαφέρον του. Δεν μας υποχρεώνει να ζούμε μέσα σε έναν συναισθηματικό γρίφο ούτε μας κρατά κοντά προσφέροντας κάθε τόσο ακριβώς τόση προσοχή ώστε να μη φύγουμε.

Η παρουσία του δεν χρειάζεται να είναι θορυβώδης για να είναι ουσιαστική. Μπορεί να βρίσκεται περισσότερο στη συνέπεια των μικρών πραγμάτων: στο μήνυμα που πράγματι έρχεται, στη συνάντηση που δεν ακυρώνεται χωρίς λόγο, στην ερώτηση που γίνεται επειδή πραγματικά θέλει να ακούσει την απάντηση, στην ικανότητα να παραμένει παρών ακόμη και όταν μια συζήτηση δεν είναι ευχάριστη.

Και ίσως κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι αυτά δεν είναι καθόλου μικρά πράγματα.

Δεν σταματάμε να θέλουμε butterflies — απλώς δεν θέλουμε να ζούμε μονίμως μέσα στην αγωνία Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στο πάθος και στην ασφάλεια. Αυτή είναι μια ψεύτικη επιλογή που έχουμε μάθει να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογική. Μια καλή σχέση μπορεί να έχει ερωτισμό, επιθυμία, αυθορμητισμό και ένταση, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει σταθερότητα και συναισθηματική ασφάλεια.

Ίσως εκείνο που αλλάζει όσο μεγαλώνουμε δεν είναι η ανάγκη μας να ερωτευτούμε, αλλά η ανοχή μας απέναντι σε όσα κάποτε θεωρούσαμε απαραίτητο μέρος του έρωτα. Δεν θέλουμε πια να χάνουμε τον ύπνο μας για να αποδείξουμε ότι κάποιος μάς συγκινεί, ούτε να περνάμε ατελείωτες ώρες προσπαθώντας να καταλάβουμε αν μια σχέση υπάρχει πραγματικά. Θέλουμε ακόμη το βλέμμα που μας αναστατώνει, την επιθυμία, την προσμονή και εκείνο το χαμόγελο που εμφανίζεται ασυναίσθητα όταν βλέπουμε ένα συγκεκριμένο όνομα στην οθόνη μας, αλλά μαζί με όλα αυτά θέλουμε να μπορούμε και να αναπνέουμε κανονικά.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στην ένταση και στην οικειότητα. Η πρώτη σε κάνει να αναρωτιέσαι συνεχώς τι θα συμβεί μετά, ενώ η δεύτερη σου επιτρέπει να παραμένεις μέσα στη στιγμή χωρίς να φοβάσαι ότι θα χαθεί.

Και ίσως γι’ αυτό, κάποια στιγμή στη ζωή μας, ο άνθρωπος που μας φαίνεται περισσότερο ελκυστικός δεν είναι απαραίτητα εκείνος που κάνει την καρδιά μας να χτυπά ανεξέλεγκτα κάθε φορά που εμφανίζεται, αλλά εκείνος που μπορεί να δημιουργήσει κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο σπάνιο: έναν έρωτα στον οποίο η καρδιά εξακολουθεί να χτυπά δυνατά, χωρίς να χρειάζεται να βρίσκεται διαρκώς σε συναγερμό.

Σχετικά άρθρα