The Unfollow Generation: Γιατί η Gen Z δεν θέλει πια να είναι φίλη με όλους στο Internet

The Unfollow Generation: Γιατί η Gen Z δεν θέλει πια να είναι φίλη με όλους στο Internet

Μετά από χρόνια oversharing, close friends, likes και προσωπικών ζωών που έμοιαζαν να μεταδίδονται σε live σύνδεση, κάτι αλλάζει. Η πιο online γενιά αρχίζει να ανακαλύπτει την πολυτέλεια του να μη γνωρίζουν όλοι πού βρίσκεται, με ποιον είναι και τι αισθάνεται. Και ίσως το πραγματικό status symbol της εποχής να μην είναι πλέον η προσοχή, αλλά η ιδιωτικότητα

Η Gen Z μεγάλωσε με την παράξενη ιδέα ότι αν κάτι δεν ανέβηκε, σχεδόν δεν συνέβη. Ένα ταξίδι χρειαζόταν φωτογραφίες, ένα πάρτι stories, ένας έρωτας κάποιο ίχνος στο Instagram, ένας χωρισμός μια περίοδο αινιγματικών quotes, ακόμη και μια ήσυχη Κυριακή στο σπίτι μπορούσε να μετατραπεί σε μικρή δημόσια αφήγηση, με καφέ, βιβλίο, playlist και το κατάλληλο φως να πέφτει στο τραπέζι. Δεν ήταν απαραίτητα ναρκισσισμός. Ήταν απλώς ο τρόπος με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά έμαθε να υπάρχει.

Τώρα, όμως, συμβαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.

Τα feeds δεν αδειάζουν επειδή οι νέοι εγκαταλείπουν το Internet. Κάθε άλλο. Παραμένουν εκεί, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά, μόνο που αρχίζουν να μετακινούνται από τη δημόσια πλατεία προς τα πίσω δωμάτια. Από το post στο group chat, από το ανοιχτό προφίλ στο private account, από τις εκατοντάδες ψηφιακές γνωριμίες στους δέκα ανθρώπους που πραγματικά χρειάζεται να γνωρίζουν τι συμβαίνει στη ζωή τους.

Και κάπως έτσι, ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες κατά τις οποίες το Internet μάς εκπαίδευσε να επιθυμούμε περισσότερους followers, περισσότερη έκθεση και περισσότερα μάτια στραμμένα επάνω μας, εμφανίζεται μια καινούργια μορφή πολυτέλειας:

να μη σε βλέπουν όλοι.

Όταν το «μοιράζομαι» άρχισε να μοιάζει με δουλειά

Υπήρξε μια εποχή που το Instagram έμοιαζε σχεδόν αθώο. Ανέβαζες μια φωτογραφία χωρίς να αναρωτιέσαι αν ταιριάζει αισθητικά με τις προηγούμενες, χωρίς να σκέφτεσαι reach, engagement ή αν η ώρα είναι κατάλληλη. Το Facebook ήταν ένα τεράστιο ψηφιακό άλμπουμ γεμάτο φωτογραφίες που σήμερα κανείς δεν θα τολμούσε να δημοσιεύσει, ενώ τα πρώτα stories είχαν εκείνη την αίσθηση του προσωρινού που υποσχόταν ότι τίποτε από όλα αυτά δεν είχε ιδιαίτερη σημασία.

Μόνο που κάποια στιγμή απέκτησε.

Η προσωπική ζωή μετατράπηκε σταδιακά σε περιεχόμενο και το περιεχόμενο σε performance. Δεν αρκούσε πλέον να περνάς καλά· υπήρχε πάντα εκείνη η μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη σκέψη για το πώς θα φανεί ότι περνάς καλά. Δεν αρκούσε να ταξιδεύεις· έπρεπε να βρεις τη φωτογραφία που θα αφηγηθεί σωστά το ταξίδι. Δεν αρκούσε να ερωτεύεσαι· υπήρχε ένα ολόκληρο ψηφιακό τελετουργικό γύρω από το πότε εμφανίζεται ο άλλος στο προφίλ σου, πότε γίνεται tag, πότε μπαίνει σε ένα story και, ίσως ακόμη περισσότερο, πότε εξαφανίζεται.

Το παράδοξο είναι ότι ακόμη και η προσπάθεια να δείχνεις αυθεντικός απέκτησε τους δικούς της κανόνες. Η ατημέλητη φωτογραφία έπρεπε να είναι ατημέλητη με τον σωστό τρόπο. Το «τυχαίο» dump του μήνα είχε τη δική του επιμελημένη ακαταστασία. Το no makeup είχε συχνά το δικό του makeup και το candid τη δική του χορογραφία.

Κάπου εκεί η αυθεντικότητα έγινε κι αυτή αισθητική.

Και όταν ακόμη και το να είσαι αληθινός απαιτεί σκηνοθεσία, ίσως η πιο αυθεντική κίνηση που απομένει είναι απλώς να μην ανεβάσεις τίποτα.

Από το «κοίτα τη ζωή μου» στο «δεν χρειάζεται να ξέρεις»

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αλλαγής. Για χρόνια το social status στο Internet μετριόταν με την πρόσβαση: πόσοι σε ακολουθούν, πόσοι βλέπουν τι κάνεις, πόσο μεγάλη είναι η ψηφιακή σου ακτίνα.

Τώρα η πρόσβαση αρχίζει να γίνεται επιλεκτική.

Το «δεν χρειάζεται να ξέρεις» αποκτά μια παράξενη γοητεία σε μια εποχή όπου θεωρητικά μπορούμε να γνωρίζουμε τα πάντα για όλους. Πού πήγαν διακοπές, τι έφαγαν χθες το βράδυ, με ποιον χώρισαν, πού εργάζονται, τι αγόρασαν, ποιο τραγούδι ακούν όταν είναι στενοχωρημένοι και, αν ψάξεις λίγο περισσότερο, πού βρίσκονταν ένα τυχαίο Σάββατο πριν από έξι χρόνια.

Ίσως γι’ αυτό η ιδιωτικότητα μοιάζει ξαφνικά τόσο ελκυστική.

Όχι επειδή έχουμε κάτι να κρύψουμε, αλλά επειδή αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να προσφέρουμε σε όλους πρόσβαση.

Και εδώ βρίσκεται μια μικρή αλλά σημαντική μετατόπιση: η ιδιωτικότητα παύει να σημαίνει απουσία και αρχίζει να σημαίνει επιλογή.

Το unfollow δεν είναι πια προσβολή. Είναι επιμέλεια

Υπάρχει επίσης κάτι σχεδόν συμβολικό στην πράξη του unfollow.

Κάποτε είχε βάρος σχεδόν κοινωνικής ρήξης. Το να σταματήσεις να ακολουθείς κάποιον μπορούσε να διαβαστεί σαν μικρή δημόσια δήλωση: «δεν θέλω να σε βλέπω», «δεν είμαστε πια φίλοι», «κάτι συνέβη». Υπήρχαν εφαρμογές που σε ενημέρωναν ποιος σε έκανε unfollow και άνθρωποι που παρακολουθούσαν τον αριθμό των followers τους σαν χρηματιστηριακό δείκτη της κοινωνικής τους αξίας.

Σήμερα, όμως, μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ απλούστερο.

Δεν θέλω να καταλαμβάνεις χώρο στο κεφάλι μου.

Και αυτή είναι ίσως μία από τις πιο ώριμες ιδέες που γεννήθηκαν μέσα από μια κατά τα άλλα εξαιρετικά ανώριμη ψηφιακή κουλτούρα: ότι η προσοχή μας είναι πεπερασμένη. Ότι κάθε λογαριασμός που ακολουθούμε, κάθε story που παρακολουθούμε, κάθε άνθρωπος του οποίου τη ζωή αφήνουμε να περνά καθημερινά μπροστά από τα μάτια μας, καταλαμβάνει ένα μικρό κομμάτι του εσωτερικού μας χώρου.

Ακόμη και άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια πραγματικά στη ζωή μας εξακολουθούν να υπάρχουν στην οθόνη μας.

Ο παλιός συμμαθητής που έχουμε να δούμε δεκαπέντε χρόνια. Η πρώην φίλη με την οποία δεν μιλάμε. Ένας άνθρωπος με τον οποίο βγήκαμε τρεις φορές. Ο πρώην σύντροφος. Η νέα σύντροφός του. Η γνωστή που ποτέ δεν συμπαθήσαμε ιδιαίτερα αλλά συνεχίζουμε να παρακολουθούμε. Άνθρωποι που στην αναλογική ζωή θα είχαν φύγει φυσιολογικά από το οπτικό μας πεδίο παραμένουν ψηφιακά παρόντες, σαν μικρές πόρτες που δεν κλείσαμε ποτέ.

Και ίσως το unfollow να είναι απλώς ο τρόπος της ψηφιακής εποχής να κλείνει επιτέλους κάποιες από αυτές τις πόρτες.

Η γενιά που μεγάλωσε μπροστά σε κοινό

Υπάρχει, ωστόσο, κάτι βαθύτερο πίσω από αυτή την αλλαγή.

Η Gen Z είναι η πρώτη γενιά που δεν χρειάστηκε να μάθει να χρησιμοποιεί τα social media ως ενήλικη. Μεγάλωσε μέσα σε αυτά. Οι πρώτες φιλίες, τα πρώτα φλερτ, οι πρώτες ανασφάλειες, οι πρώτες απόπειρες να καταλάβει κανείς ποιος είναι συνέβησαν ενώ υπήρχε ήδη ένα πιθανό κοινό.

Και αυτό έχει σημασία.

Γιατί η εφηβεία υπήρξε ανέκαθεν ένα εργαστήριο ταυτότητας: αλλάζεις παρέες, μαλλιά, μουσική, απόψεις, στιλ, ανθρώπους που αγαπάς και ανθρώπους που νομίζεις ότι θα αγαπάς για πάντα. Παλαιότερα, όμως, μεγάλο μέρος αυτής της αμηχανίας εξαφανιζόταν μαζί με τη στιγμή.

Τώρα μένει.

Υπάρχει στο archive.

Υπάρχει στα tagged photos.

Υπάρχει στα screenshots.

Υπάρχει σε κάποιο παλιό account που ξέχασες τον κωδικό του.

Ίσως λοιπόν να μην είναι περίεργο που μια γενιά η οποία έζησε τόσο μεγάλο κομμάτι της διαμόρφωσής της δημόσια αρχίζει να επιθυμεί κάτι που οι προηγούμενες γενιές θεωρούσαν αυτονόητο: το δικαίωμα να αλλάξεις χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις την προηγούμενη εκδοχή σου.

Οι πραγματικές συζητήσεις μετακόμισαν αλλού Το ενδιαφέρον είναι ότι η Gen Z δεν γίνεται απαραίτητα λιγότερο κοινωνική online. Γίνεται διαφορετικά κοινωνική.

Οι πιο προσωπικές συζητήσεις μετακινούνται στα DMs, στα private stories, στα μικρά group chats, σε χώρους όπου το κοινό είναι γνωστό και περιορισμένο. Το μεγάλο feed παραμένει βιτρίνα, αλλά η πραγματική ζωή συμβαίνει όλο και περισσότερο πίσω από αυτήν.

Είναι λίγο σαν ένα πάρτι στο οποίο όλοι βρίσκονται θεωρητικά στον ίδιο χώρο, αλλά οι σημαντικές κουβέντες γίνονται στην κουζίνα.

Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί ο αριθμός των followers δεν έχει πλέον ακριβώς το ίδιο συμβολικό βάρος που είχε κάποτε. Η πραγματική κοινωνική εγγύτητα δεν μετριέται απαραίτητα από το ποιος σε ακολουθεί, αλλά από το ποιος βρίσκεται στο μικρό chat όπου στέλνεις τη φωτογραφία που δεν θα ανέβαζες ποτέ δημόσια, σε ποιον τηλεφωνείς όταν κάτι συμβαίνει και ποιος γνωρίζει τη ζωή σου χωρίς να χρειάζεται να τη μάθει από τα stories.

Το τέλος του oversharing; Ίσως όχι.

Οι άνθρωποι πάντα θα θέλουν να μιλούν για τον εαυτό τους. Πάντα θα υπάρχει η επιθυμία να μας βλέπουν, να μας αναγνωρίζουν, να μας επιβεβαιώνουν. Το Internet δεν δημιούργησε αυτή την ανάγκη· απλώς της έδωσε κουμπιά, αριθμούς και notifications.

Αυτό που ίσως τελειώνει είναι κάτι διαφορετικό: η πεποίθηση ότι όσο περισσότερα μοιράζεσαι τόσο περισσότερο υπάρχεις.

Γιατί υπάρχει μια παράξενη κόπωση στο να μετατρέπεις συνεχώς τη ζωή σου σε αφήγηση. Να ζεις κάτι και ταυτόχρονα να το παρατηρείς από έξω, αναρωτώμενος πώς θα παρουσιαστεί. Να βρίσκεσαι σε ένα όμορφο μέρος και ένα μέρος του μυαλού σου να ψάχνει ήδη το κάδρο. Να γνωρίζεις κάποιον και, πριν ακόμη αποφασίσεις τι σημαίνει για σένα, να σκέφτεσαι τι σημαίνει η ψηφιακή παρουσία του στη ζωή σου.

Κάποτε το FOMO ήταν ο φόβος ότι κάτι συμβαίνει κάπου χωρίς εμάς.

Τώρα ίσως εμφανίζεται μια αντίστροφη επιθυμία: να συμβαίνει κάτι υπέροχο στη ζωή μας και να μην το γνωρίζει κανείς.

Το νέο status symbol είναι να μη χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα

Υπάρχει κάτι βαθιά απελευθερωτικό στην ιδέα μιας ευτυχίας που δεν φωτογραφήθηκε.

Ένα δείπνο χωρίς κινητό επάνω στο τραπέζι. Ένα ταξίδι από το οποίο επιστρέφεις με εκατό φωτογραφίες αλλά ανεβάζεις δύο — ή καμία. Ένας άνθρωπος που αγαπάς και δεν αισθάνεσαι την ανάγκη να αποδείξεις σε αγνώστους ότι τον αγαπάς. Μια επιτυχία που τη γνωρίζουν μόνο όσοι χρειάζεται. Μια δύσκολη περίοδος που δεν μετατρέπεται σε inspirational caption πριν καν προλάβεις να καταλάβεις τι σου συνέβη.

Για χρόνια πιστεύαμε ότι το αντίθετο της μοναξιάς ήταν η ορατότητα.

Ίσως κάναμε λάθος.

Μπορείς να σε βλέπουν χιλιάδες άνθρωποι και να μη σε γνωρίζει κανείς. Και μπορεί να εξαφανιστείς από το feed για εβδομάδες και να είσαι περισσότερο συνδεδεμένος με τους ανθρώπους σου από ποτέ.

Αυτή ίσως είναι και η μεγαλύτερη ειρωνεία της Unfollow Generation: δεν απορρίπτει τη σύνδεση. Απορρίπτει την ψευδαίσθηση ότι κάθε σύνδεση έχει την ίδια αξία.

Ίσως τελικά η ιδιωτικότητα να είναι η τελευταία μορφή ελευθερίας Για πολλά χρόνια η ψηφιακή κουλτούρα μάς έμαθε να φοβόμαστε μήπως δεν μας βλέπουν. Μήπως ξεχαστούμε. Μήπως το post δεν πάει καλά. Μήπως κάποιος δεν απαντήσει. Μήπως χάσουμε followers. Μήπως εξαφανιστούμε για λίγο και ο κόσμος συνεχίσει χωρίς εμάς.

Φυσικά και θα συνεχίσει.

Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται η ανακούφιση.

Γιατί υπάρχει μια ηλικία του Internet στην οποία η ελευθερία σήμαινε να μπορείς να δείξεις τον εαυτό σου σε ολόκληρο τον κόσμο. Τώρα ίσως μπαίνουμε σε μια άλλη, όπου ελευθερία σημαίνει να αποφασίζεις ποιο κομμάτι του εαυτού σου δεν ανήκει στον κόσμο καθόλου.

Να μη χρειάζεται κάθε συναίσθημα λεζάντα.

Κάθε σχέση ανακοίνωση.

Κάθε ταξίδι carousel.

Κάθε χωρισμός unfollow.

Κάθε ευτυχία απόδειξη.

Η Gen Z δεν εγκαταλείπει το Internet. Απλώς αρχίζει να κλείνει μερικές από τις πόρτες που κάποτε άνοιξε διάπλατα.

Και ίσως το πιο ενδιαφέρον πράγμα που μπορεί να κάνει σήμερα ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μαθαίνοντας να λέει συνεχώς «κοίτα με», να είναι τελικά κάτι πολύ πιο ήσυχο:

να ζήσει κάτι όμορφο και να μην το πει σε κανέναν.

Σχετικά άρθρα