Η Πόλη Unplugged: Ο Έκτορας Θεουλάκης δημιουργεί κόσμους με βάση τα μαθηματικά και τον ήχο

Η Πόλη Unplugged: Ο Έκτορας Θεουλάκης δημιουργεί κόσμους με βάση τα μαθηματικά και τον ήχο

«Δεν με ενδιαφέρει να λύσω αμέσως μια ερώτηση. Με ενδιαφέρει να κατοικήσω μέσα της», λέει ο μαθηματικός και ηχητικός καλλιτέχνης που ζει μεταξύ Λουξεμβούργου και Βερολίνου, μετατρέποντας τις πιο αφηρημένες έννοιες των μαθηματικών σε ηχητικά περιβάλλοντα όπου η επανάληψη, η αβεβαιότητα και η μεταμόρφωση αποκτούν υλική υπόσταση.

Υπάρχουν καλλιτέχνες που ξεκινούν από μια εικόνα, άλλοι που ξεκινούν από έναν ήχο ή μια μνήμη. Ο Έκτορας Θεουλάκης ξεκινά από μια ερώτηση. Όχι όμως μια ερώτηση που αναζητά γρήγορα την απάντησή της, αλλά μία που διεκδικεί χρόνο, επιμονή και παρατήρηση. Μια ερώτηση που μπορεί να παραμείνει ανοιχτή για μήνες, να αλλάζει μορφή, να αποκτά νέα νοήματα και τελικά να μετασχηματίζεται σε ήχο, σε εγκατάσταση και μαζί σε performance.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Η διαδρομή του εξηγεί πολλά. Σπούδασε μαθηματικά στην Αθήνα, ενώ παράλληλα ακολούθησε σπουδές κλασικής μουσικής. Σήμερα ζει ανάμεσα στο Λουξεμβούργο και το Βερολίνο. Στο πρώτο δραστηριοποιείται σε ερευνητικό περιβάλλον, ενώ στο δεύτερο διατηρεί το καλλιτεχνικό του στούντιο, σε μια πόλη που αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς κόμβους της ηχητικής τέχνης. Παράλληλα, επιστρέφει συχνά στην Αθήνα, διατηρώντας ενεργή σχέση με την ελληνική καλλιτεχνική σκηνή.

photo Μαριλένα Κρανιώτη

Θα περίμενε κανείς ότι δύο τόσο διαφορετικοί κόσμοι, η αυστηρότητα των μαθηματικών και η βιωματική φύση της μουσικής, θα παρέμεναν διακριτοί. Για τον ίδιο συνέβη ακριβώς το αντίθετο: «Η μουσική υπήρχε από πολύ νωρίς στη ζωή μου, όπως και τα μαθηματικά. Για πολλά χρόνια τα έβλεπα σαν δύο παράλληλες διαδρομές. Κάποια στιγμή, όμως, ήταν σαν να έπιασαν τα χέρια και άρχισαν να χορεύουν μαζί. Από εκεί γεννήθηκε σχεδόν όλο το έργο μου.»

Η φράση αυτή συνοψίζει και τον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί. Δεν χρησιμοποιεί τα μαθηματικά για να εξηγήσει την τέχνη ούτε τον ήχο για να εικονογραφήσει μια θεωρία. Τα αντιμετωπίζει ως δύο διαφορετικές γλώσσες που μπορούν να περιγράψουν το ίδιο φαινόμενο. Στα έργα του οι μαθηματικές έννοιες λειτουργούν σαν αόρατοι μηχανισμοί. Δεν απαιτούν από τον θεατή να γνωρίζει θεωρία, ούτε να αποκωδικοποιήσει εξισώσεις. Υπάρχουν ως δομές σκέψης που οργανώνουν έναν κόσμο, όπως ακριβώς η αρμονία οργανώνει μια μουσική σύνθεση.

Η αφετηρία της νέας του εγκατάστασης που είδα και άκουσα στο HCW std. ήταν η σχέση μας με τη ρουτίνα. Με εκείνες τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις που συγκροτούν την καθημερινότητα και που κάποια στιγμή παύουμε να παρατηρούμε. Πότε όμως μια επανάληψη είναι δημιουργική και πότε μετατρέπεται σε εγκλωβισμό; Πότε ένας κύκλος μάς κρατά ζωντανούς και πότε μας φυλακίζει;

«Ξεκίνησα να σκέφτομαι τις επαναληπτικές διαδικασίες. Τις σχέσεις μας, τις συνήθειές μας, τον τρόπο που κατοικούμε την καθημερινότητά μας. Κάποια στιγμή καλούμαστε να αναρωτηθούμε αν αυτό που επαναλαμβάνεται μάς προσθέτει κάτι ή αν σταδιακά μας αφαιρεί» αναφέρει ο ίδιος.

photo Μαριλένα Κρανιώτη

Αντί να αναζητήσει την απάντηση μέσα από την ψυχολογία ή την κοινωνιολογία, στράφηκε σε έναν από τους πιο ποιητικούς κλάδους των μαθηματικών: τη θεωρία των κόμβων. Οι κελτικοί κόμποι, με τις αδιάκοπες διασταυρώσεις τους, υπήρξαν μια πρώτη αφορμή. Το βλέμμα περιπλανιέται πάνω στις γραμμές τους χωρίς να μπορεί να αποφασίσει πού αρχίζουν και πού τελειώνουν. Η συμμετρία τους αναβάλλει διαρκώς την ολοκλήρωση της διαδρομής, μετατρέποντας την αισθητική σε μαθηματικό πρόβλημα.

Στη θεωρία των κόμβων υπάρχει μια ερώτηση που ονομάζεται unknotting problem. Δεν ρωτά πώς λύνεται ένας κόμπος. Ρωτά αν υπήρξε ποτέ κόμπος εξαρχής. Το παράδοξο, όπως λέει ο Έκτορας, είναι γοητευτικό. Ένα περίπλοκο πλέγμα μπορεί να μοιάζει αμετάκλητα δεμένο, ενώ στην πραγματικότητα να αποτελεί απλώς μια παραμορφωμένη εκδοχή ενός απλού κύκλου. Η δυσκολία δεν βρίσκεται στην επίλυση, αλλά στην αναγνώριση της ίδιας της φύσης του προβλήματος.

«Με ενθουσίασε γιατί ήταν μια μεταφορά που δεν είχε κενά. Μέχρι να αρχίσεις να μετακινείς τον κόμπο, δεν ξέρεις αν είναι πραγματικά κόμπος. Και το σημαντικό είναι ότι δεν επιτρέπεται να κόψεις το σχοινί. Πρέπει να τον μετασχηματίσεις με μικρές κινήσεις. Αυτό μου φάνηκε πολύ ανθρώπινο» σημειώνει.

Η εικόνα αποκτά έτσι μια υπαρξιακή διάσταση. Οι περισσότεροι, όταν αισθανόμαστε εγκλωβισμένοι, φανταζόμαστε μια θεαματική έξοδο. Μια νέα ζωή, μια μεγάλη απόφαση ή μια ολοκληρωτική ρήξη. Η θεωρία των κόμβων προτείνει κάτι πολύ πιο δύσκολο. Ότι ίσως δεν χρειάζεται να αλλάξεις τα πάντα, αλλά να ανακαλύψεις μία ακόμη επιτρεπτή κίνηση. Αυτή η λογική διατρέχει ολόκληρη την εγκατάσταση.

Ο Θεουλάκης χρησιμοποιεί αναλογικούς μίκτες με την τεχνική No Input Mixing Board, μια πρακτική που εμφανίστηκε στην Ιαπωνία τη δεκαετία του 1960. Ένας μίκτης σχεδιάστηκε για να μεταφέρει ήχο. Ο ίδιος τον αναγκάζει να ακούσει τον εαυτό του. Η έξοδος επιστρέφει στην είσοδο, δημιουργώντας ένα κύκλωμα ανατροφοδότησης (feedback) από το οποίο γεννιούνται νέοι τόνοι, νέες αρμονίες και νέες συμπεριφορές: «Με ενδιαφέρει πολύ όταν ένα αντικείμενο αποκτά μια φωνή που πάντα είχε μέσα του, αλλά ποτέ δεν του επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν αλλάζω τον μίκτη. Δεν τον ανοίγω, δεν τον τροποποιώ. Απλώς αλλάζω τις σχέσεις ανάμεσα στα στοιχεία του.»

Έτσι, ένα εργαλείο που δημιουργήθηκε για να υπηρετεί άλλους ήχους μετατρέπεται το ίδιο σε μουσικό όργανο. Τα καλώδια που διατρέχουν την εγκατάσταση αποκτούν διπλή λειτουργία. Είναι τα φυσικά μέσα μεταφοράς του ήχου, αλλά ταυτόχρονα και οι ορατές αναπαραστάσεις των κόμβων. Οι ίδιες οι «φλέβες» του έργου, όπως τις αποκαλεί. Οι διασταυρώσεις τους θυμίζουν μαθηματικά διαγράμματα, ενώ ο ήχος τους μιλά για επανάληψη, ένταση, απορρύθμιση και ισορροπία.

photo Μαριλένα Κρανιώτη

Κάθε παρουσίαση του έργου είναι διαφορετική. Ο Έκτορας αυτοσχεδιάζει αλλά και το ίδιο το περιβάλλον μετατρέπεται σε ενεργό συνομιλητή μέσα από το δημιούργημα του. Κατά τη διάρκεια των performances επεμβαίνει διαρκώς στη σύνθεση, αλλάζοντας συχνότητες, εντάσεις και ρυθμούς. Ένα μικρόφωνο συλλαμβάνει τον ίδιο τον ήχο της εγκατάστασης από την άλλη άκρη του χώρου και τον επιστρέφει ξανά στο σύστημα, δημιουργώντας μια δεύτερη μορφή ανατροφοδότησης. Ακόμη όμως και αυτό δεν είναι το τέλος της ιστορίας.

Όπως μου λέει, στην Αθήνα συνέβη κάτι που δεν είχε εμφανιστεί στις προηγούμενες παρουσιάσεις του έργου στο Βερολίνο. Οι διακυμάνσεις του ηλεκτρικού δικτύου της πόλης άρχισαν να επηρεάζουν αισθητά το ηχητικό αποτέλεσμα: «Ξαφνικά κατάλαβα ότι το έργο άκουγε το ηλεκτρικό δίκτυο της γειτονιάς. Ανάλογα με την ώρα της ημέρας, όταν αλλάζει η κατανάλωση ρεύματος, αλλάζει και η συμπεριφορά της εγκατάστασης. Είναι σαν να αποκτά το αυτί του ίδιου του τόπου όπου βρίσκεται». Το ίδιο έργο στο Βερολίνο, για παράδειγμα, συμπεριφέρθηκε εντελώς διαφορετικά λόγω των διαφοροποιήσεων του περιβάλλοντος. Μάλιστα, εκεί είχε στηθεί διαφορετικά, με τα καλώδια να επεκτείνονται σε όλο τον χώρο, σαν ζούγκλα. Είναι δηλαδή ένα έργο που μεγαλώνει και μικραίνει, έχει αυτή τη δυνατότητα, αναλόγως του χώρου και της οπτικής στησίματος.

Το έργο γίνεται έτσι απολύτως site specific. Κάθε τόπος το ξαναγράφει. Ίσως η πιο απρόσμενη αποκάλυψη της συζήτησης είναι ότι όλα ξεκινούν από τη γραφή. Πριν υπάρξει ο πρώτος ήχος, πριν σχεδιαστεί το πρώτο αντικείμενο, προηγείται πάντα ένα μεγάλο κείμενο που ο Έκτορας γράφει, γιατί πριν απ’ όλα θέλει να ντύσει τη σκέψη του με λέξεις και ονόματα: «Σχεδόν κάθε έργο μου αρχίζει από την κειμενογραφία. Πρέπει πρώτα να έχω περιγράψει τον κόσμο μέσα στον οποίο θα υπάρξει το έργο. Να ονοματίσω τα όριά του, τις σχέσεις του, ακόμη και τη θέση μου μέσα σε αυτόν. Μόνο τότε νιώθω ότι μπορεί πραγματικά να ξεκινήσει.»

Η εγκατάσταση όμως δεν είναι απλώς η εικονογράφηση μιας ιδέας, αλλά η υλική συνέχειά της. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει τα έργα του ως ανοιχτά συστήματα. Ως μουσικά όργανα που μπορούν να παιχτούν και από άλλους. Στην Αθήνα προσκάλεσε μουσικούς και φίλους να αυτοσχεδιάσουν μαζί του, μετατρέποντας την έκθεση σε έναν ζωντανό χώρο δοκιμής και συνάντησης: «Δεν ήθελα να κλείσω την πόρτα και να πω ότι αυτό το έργο ανήκει μόνο σε μένα. Η Αθήνα έχει μια καταπληκτική κοινότητα μουσικών και καλλιτεχνών. Ήθελα το έργο να γίνει αφορμή για να βρεθούμε, να πειραματιστούμε και να δούμε μέχρι πού μπορεί να φτάσει».

Ίσως τελικά αυτό να χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τη δημιουργική δουλειά του Έκτορα Θεουλάκη. Αντί να χρησιμοποιεί τα μαθηματικά για να επιβάλει τάξη στο χάος, τα χρησιμοποιεί για να αποδείξει ότι το χάος μπορεί να διαθέτει τη δική του εσωτερική λογική, ότι η ανατροφοδότηση δεν παράγει μόνο θόρυβο αλλά και μορφή, ότι η επανάληψη δεν είναι υποχρεωτικά φυλακή και οτι ακόμη και οι πιο περίπλοκοι κόμποι ίσως δεν χρειάζονται μια βίαιη τομή, αλλά μια διαφορετική ματιά.

Θα ήθελε, όπως λέει, να στήσει ένα φεστιβάλ μουσικής το οποίο να περιλαμβάνει την εγκατάσταση στη σκηνή διαρκώς και να χρησιμοποιείται σαν μέρος live proformance. Για εκείνον, έχει μεγάλη σημασία να αφήνει το μέρος στο οποίο βρίσκεται να επηρεάζει το έργο του. Όπως αναφέρει, είναι κάτι που δέχεται διαρκή επιρροή και ενεργοποίηση και μπορεί να είναι ολοκληρωμένο και έτοιμο, είναι και μια αρχή για περαιτέρω μουσική δημιουργία: Οπότε, το έργο από μόνο του είναι μια κυκλική διαδικασία και μοιράζεται τα χαρακτηριστικά και τη θεματολογία την οποία ήθελα να εξερευνήσω δημιουργώντας το.

Σχετικά άρθρα