Ισλανδία: Ταξίδι στη χώρα των «little hidden people»
Μόλις απομακρυνθήκαμε από τη λωρίδα χώματος, ήταν σαν να βρεθήκαμε σε άλλο κόσμο. Δεν μπορούσες να διακρίνεις τα σημεία του ορίζοντα. Το φως αντανακλούσε πάνω στον πάγο δημιουργώντας ιριδίζοντα κύματα. - Της Μελίνας Βατινέλ
Θυμάμαι πόσο περίεργο μου είχε φανεί, όταν ο διευθυντής μου, μού ανακοίνωσε ότι την επόμενη εβδομάδα θα έφευγα μαζί με κάποιους συναδέλφους για επαγγελματικό ταξίδι στην Ισλανδία. Το μόνο που ήξερα γι αυτήν τη χώρα, ήταν ότι βρισκόταν κάπου μεταξύ Ευρώπης κι Αμερικής, κοντά στα παγόβουνα κι ότι ήταν η χώρα της Bjork. Η πτήση που διαλέξαμε για να φτάσουμε στο Ρέικιαβικ, ήταν σκέτη ταλαιπωρία: Αθήνα – Ζυρίχη, Ζυρίχη – Κοπεγχάγη, Κοπεγχάγη – Ρέικιαβικ. Πρέπει να ταξιδεύαμε, μαζί με τις αναμονές στα αεροδρόμια, γύρω στις 20 ώρες.
Το Ρέικιαβικ από ψηλά φάνηκε σαν ένας τεράστιος βράχος, περιτριγυρισμένος από μια μαύρη θάλασσα, με την πόλη στη μέση. Στο αεροδρόμιο μας περίμεναν οι ξεναγοί. Ήμασταν αρκετοί, οπότε θα χωριζόμασταν σε δυο πούλμαν.
Μόλις ξεκινήσαμε, η ξεναγός άρχισε να μας δίνει διάφορες πληροφορίες: πληθυσμός, κάποια ιστορικά στοιχεία, πρακτικές πληροφορίες. Tο αεροδρόμιο απείχε περίπου 50 χλμ από το Ρέικιαβικ και ο δρόμος ήταν μια ατελείωτη ευθεία εν μέσω ηφαιστειακού τοπίου. Το μόνο που βλέπαμε ήταν μαύρο ακανόνιστο έδαφος στα αριστερά και στα δεξιά που είχε δημιουργηθεί από λάβα.

Μας μίλησε για τα ηφαίστεια και για τους θερμοπίδακες (geyzir), για την Ισλανδική γλώσσα, που λόγω της απομόνωσης του νησιού, γράφεται σήμερα όπως γραφόταν στη Νορβηγία το 900 μ.Χ., για την γεωθερμική ενέργεια και για το Βόρειο Σέλας. Είχαμε ήδη αρχίσει να αισθανόμαστε σε άλλο κόσμο. Στην ατελείωτη ευθεία του δρόμου που κινούμασταν, ξαφνικά εμφανίστηκε μια μικρή αδικαιολόγητη παράκαμψη – δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο για να συνεχίσει η άσφαλτος ευθεία.
«Γιατί υπάρχει αυτή η παράκαμψη;» ρωτάω την ξεναγό.
“Γιατί όταν ασφαλτοστρωνόταν ο δρόμος, τα «μικρά κρυμμένα ανθρωπάκια» (little hidden people), μας άφησαν να καταλάβουμε ότι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε ευθεία.», απαντά με φυσικότητα.
«Ποιά μικρά κρυμμένα ανθρωπάκια;», ρωτάμε χαχανίζοντας ομαδικώς.
«Εμείς οι Ισλανδοί πιστεύουμε ότι όσοι πεθαίνουν γίνονται ξωτικά που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια της γης, είναι μέρος της Ισλανδικής παγανιστικής παράδοσης. Ένα πρωί, στη διάρκεια που φτιαχνόταν ο δρόμος, οι εργάτες πήγαν το πρωί να πιάσουν δουλειά και βρήκαν όλα τα σκαπτικά μηχανήματα σπασμένα. Κατάλαβαν, λοιπόν, ότι οι little hidden people, δεν ήθελαν να περάσει ο δρόμος από αυτό το σημείο. Κι έτσι δημιουργήθηκε η παράκαμψη.» Καθώς την κοιτάζαμε σαν χάνοι, συνειδητοποιήσαμε ότι έμοιαζε με τη Bjork. Μπορεί και να ήταν η ιδέα μας…
Πλησιάζαμε στην πόλη. Από μακριά φαινόταν
ο περιστρεφόμενος τρούλος του “Perlan”, ενός από τα πιο γνωστά εστιατόρια του Ρέικιαβικ. Είχαμε φθάσει μεσημέρι,
ο καιρός ήταν καλός και θα πηγαίναμε πρώτα από το ξενοδοχείο ν’ αφήσουμε τα
πράγματά μας και να ξεκουραστούμε.
Το απόγευμα ξεκινήσαμε για την
βόλτα μας στην πόλη. Το Ρέικιαβικ είναι μια μικρή γραφική πόλη 120.000 κατοίκων.
Τα πολύχρωμα σπιτάκια που αντικρύζει κανείς γύρω του, η φιλικότητα των κατοίκων
και η δυνατότητα να γυρίσεις όλη την πόλη με τα πόδια σε κάνει εξαρχής να
αισθάνεσαι πολύ άνετα. Η καρδιά της πόλης χτυπά κατά μήκος του κεντρικού
δρόμου, της οδού Laugavegur, εν μέσω
εμπορικών μαγαζιών, εστιατορίων, γκαλερί και μπαρ. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε
προς το παλιό λιμάνι, που διατηρεί την αίσθηση κάποιας άλλης εποχής με τα
δρομάκια του και τα σπιτάκια των ψαράδων. Εκεί κοντά βρίσκεται και το Solfar,
ένα πρωτότυπο μεταλλικό γλυπτό, που αναπαριστά το πλοίο των Βίκινγκ, ενόσω
κατευθύνεται προς τον ήλιο.
Είχαμε αφήσει τα ψηλότερα και
εντυπωσιακότερα κτίρια για το τέλος: την μεγαλύτερη εκκλησία της Ισλανδίας, την
Hallgrímskirkja και το καταπληκτικό μέγαρο μουσικής, που τα
παράθυρά του αντανακλούν το φως του ηλίου.

Το δείπνο μας είχε
προγραμματιστεί στο εστιατόριο Perlan, με ευρωπαϊκή γκουρμέ κουζίνα κάτω από τον φαντασμαγορικό
περιστρεφόμενο θόλο του.
Φεύγοντας από το εστιατόριο, γύρω
στις 10.30 το βράδυ, συνειδητοποιήσαμε κάτι που είχαμε εντελώς ξεχάσει: ότι δεν
νύχτωνε ποτέ. Είχαμε πέσει στην περίοδο των Λευκών Νυχτών. Για καλή μας τύχη, το δωμάτιο του
ξενοδοχείου διέθετε βαριές σκούρες κουρτίνες, που σου επέτρεπαν να κοιμηθείς,
παρόλη την υπερένταση που δημιουργούσε στον οργανισμό το φαινόμενο της συνεχούς
φωταγωγίας.
Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε να επισκεφθούμε τον «Χρυσό
Κύκλο», μια περιοχή με ενδιαφέροντα αξιοθέατα. Οι τρεις βασικές στάσεις στη
διαδρομή είναι το εθνικό πάρκο Thingvellir – που είναι για τους Ισλανδούς το
ιερότερο μέρος του νησιού διότι φιλοξενεί το ιστορικό κτίριο του Κοινοβουλίου
και είναι επίσης το σημείο όπου συναντιούνται οι τεκτονικές πλάκες της Βόρειας
Αμερικής και της Ευρασίας – ο καταρράκτης Gullfoss («χρυσός καταρράκτης») και η
ενεργή γεωθερμικά κοιλάδα του Haukadalur, όπου βρίσκονται οι θερμοπίδακες Strokkur
και Geysir, με μια σύντομη στάση στον κρατήρα του ηφαιστείου Kerid.

Τα φυσικά φαινόμενα προκαλούν ένα απερίγραπτο δέος.
Πλησιάζοντας τον πρώτο θερμοπίδακα είδαμε μια τρύπα στο χώμα, με νερό που
έβραζε. Ο θερμοπίδακας «έσκαγε» κάθε 6 λεπτά. Κι εκεί που χαζεύαμε το βραστό
νερό, ακούμε ένα μπάμ και πετάγεται το νερό με φοβερή ορμή στα 15 μέτρα, σαν
συντριβάνι. Τι περίεργα που είναι τα έγκατα της γης! Εκείνη τη στιγμή
συνειδητοποιείς πόσα πράγματα συμβαίνουν κάτω από το χώμα που πατάς, οπότε
είναι επόμενο οι Ισλανδοί με όλα τα φαινόμενα που έχουν στη χώρα τους να
πιστεύουν στα μικρά κρυμμένα ανθρωπάκια…

Εντύπωση μας έκανε και ο κρατήρας του ηφαιστείου. Είχα
ξαναδεί ηφαίστειο, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να μπορώ να βγάλω μια φωτογραφία τόσο
κοντά στον κρατήρα.
Το απόγευμα είχαμε ανάγκη από χαλάρωση, οπότε πήραμε τα
μαγιό μας και ξεκινήσαμε για το περίφημο Blue Lagoon, μια τιρκουάζ λίμνη στα 50 χλμ από το Ρέικιαβικ, στη μέση
του πουθενά, που λειτουργεί ως υπαίθριο
γεωθερμικό spa και περιτριγυρίζεται από ένα τοπίο μαύρης λάβας.
Η θερμοκρασία του νερού είναι σταθερή στους 37°-40°C βαθμούς
όλο το χρόνο και το νερό είναι πλούσιο σε μέταλλα και φύκια, με αποτέλεσμα να
παράγεται μια λευκή λάσπη διοξειδίου του πυριτίου, που θεωρείται εξαιρετικά
ευεργετική για το δέρμα και τα μαλλιά.
Το spa διαθέτει καμπίνες, ντους, καφέ και πωλητήριο των προϊόντων spa της λίμνης.
Η επόμενη μέρα, ήταν από αυτές που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί με κάτι τεράστια jeep με κατεύθυνση τον Vatnajokull, τον μεγαλύτερο παγετώνα της Ισλανδίας και της Ευρώπης. Το οδικό δίκτυο του νησιού δεν φτάνει μέχρι εκεί, κι έτσι στο μεγαλύτερο μέρος του ο δρόμος είναι χωμάτινος. Η απόσταση διαρκεί περίπου δυο ώρες και καθ` οδόν δεν υπάρχει ίχνος ζωής.
Φθάνοντας στον παγετώνα, υπήρχε ένα ξύλινο
σπιτάκι. Εδώ θα φορούσαμε ειδικές στολές, κράνη και μπότες για να κάνουμε snowmobile.
Το μέρος που είχαμε παρκάρει και που βρισκόταν το σπιτάκι δεν είχε οπτική πρόσβαση στον παγετώνα – ακόμα δεν είχαμε δει τίποτα. Εν μέσω γέλιων και αλληλοκοροϊδιών για το κωμικό των στολών μας, φύγαμε πεζή για τον παγετώνα. Ήταν πολύ περίεργο: εκεί που σταματούσε το χώμα, άρχιζε ο πάγος. Έτσι, ξαφνικά. Αφού κάναμε μια εκπαίδευση-αστραπή σχετικά με το πώς θα χρησιμοποιούμε τα snowmobile, που συνοψιζόταν κυρίως στο ότι δεν πατάμε απότομα γκάζι ή φρένο, κι ότι ακολουθούμε ευλαβικά το convoy, καβαλήσαμε τις χιονομηχανές με προορισμό… εκεί στο βάθος.
Μόλις απομακρυνθήκαμε από τη λωρίδα χώματος, ήταν σαν να
βρεθήκαμε σε άλλο κόσμο. Δεν μπορούσες να διακρίνεις τα σημεία του ορίζοντα. Το
φως αντανακλούσε πάνω στον πάγο δημιουργώντας ιριδίζοντα κύματα. Βρισκόμασταν
σε ένα ολόλευκο περιβάλλον, ο ουρανός είχε ενωθεί με τον πάγο, μες στην απόλυτη
σιωπή. Δεν έχω ξανανιώσει κάτι τέτοιο στη ζωή μου, αυτήν την ηρεμία, τη γαλήνη
που σου δημιουργεί η πλήρης απώλεια προσανατολισμού, χρωμάτων και ήχων. Προς
στιγμήν είχα χαθεί.
Ήμουν στα όρια του Αρκτικού Κύκλου. Στα όρια του κόσμου.
Φωτογραφίες: Μελίνα Βατινέλ
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στην Σοφία Α. και τον κ. Αρβανίτη, με τους οποίους μοιράστηκα το υπέροχο αυτό ταξίδι.