Πώς πέρασα μια μέρα στη Θεσσαλονίκη like a pro
Το δικό μου 24ωρο travel guide της Θεσσαλονίκης. Πέρασα καλά; Πέρασα. Ήθελα κι άλλο; Ήθελα.
Τι κάνεις αν περάσεις από τη Θεσσαλονίκη μόνο για μια μέρα; Βασικά δεν ξέρεις τι να πρωτοκάνεις, και το καλύτερο είναι να πάρεις τα πόδια σου και να περπατήσεις. Καταρχάς για να χαζέψεις το Θερμαϊκό που κάθε στιγμή της μέρας και κάθε εποχή έχει μια διαφορετική θέα να δώσει.

Ο περίπατος δίπλα στη θάλασσα λειτουργεί σαν μια άτυπη εισαγωγή στην πόλη. Βλέπεις ανθρώπους κάθε ηλικίας, ποδηλάτες, δρομείς, ζευγάρια, τουρίστες, όλους να κινούνται στον ίδιο ρυθμό. Το φως αλλάζει συνεχώς, τα χρώματα του ουρανού καθρεφτίζονται στο νερό και για λίγο ξεχνάς ότι έχεις περιορισμένο χρόνο. Είναι από αυτές τις στιγμές που σε βάζουν κατευθείαν στο mood της πόλης.

Δεύτερον, τη Θεσσαλονίκη πρέπει να την περπατήσεις γιατί σε κάθε γωνιά της κρύβονται γεύσεις και πράγματα που κανένας χάρτης δεν μπορεί να σου δώσει. Όπως αυτό το παλαιοβιβλιοπωλείο που συνάντησα καθώς περπατούσα στην Αλ. Σβώλου. Στην αρχή μου τράβηξε την προσοχή η ταμπέλα του, αλλά το μέσα αποδείχτηκε πιο ενδιαφέρον.

Στοίβες βιβλίων, μυρωδιά χαρτιού και μελανιού, και μια ησυχία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον θόρυβο του δρόμου απ’ έξω. Μπορείς να χαθείς με τις ώρες κοιτάζοντας ράφια, ξεφυλλίζοντας τίτλους και ανακαλύπτοντας μικρούς θησαυρούς.


Ο Αστέριος Αγγελάκης άνοιξε αυτό το παλαιοβιβλιοπωλείο πριν τρία χρόνια, κι εδώ μπορεί κανείς να βρει βιβλία από τον 19ο αιώνα και μετά και σχεδόν οτιδήποτε από άποψη θεματολογίας, με τιμές που ξεκινούν από ένα-δυο ευρώ και ανεβαίνουν αναλόγως της σπανιότητας της έκδοσης. Όπως μια δυσεύρετη ιστορία της Ελλάδας του Άγγλου ιστορικού John Murray.



Γίνεται να είσαι Θεσσαλονίκη και να μην φας; Φυσικά δεν παίζει αυτό. Εδώ μπορείς να περάσεις μια μέρα κυριολεκτικά μόνο τρώγοντας. Κι επειδή είμαι τύπος του brunch είχατε και στο χωριό σας; (ναι είχαμε) έκανα στάση στο Because Bagel για να φάω ένα American bagel με αυγό και κρέμα που αποδείχτηκε όνειρο. Το μυστικό του; Τα ψωμάκια είναι χειροποίητα.

Για να σπάσω τον κανόνα καφέ στον Θερμαικό, πήγα στην αγορά Μοδιάνο που όμως τη βρήκα κλειστή. Κάθε εμπόδιο για καλό, λένε, και αυτό το εμπόδιο με οδήγησε πέριξ της αγοράς, σε στενά με μαγαζιά και σε μια υπαίθρια αγορά με λουλούδια δίπλα στο τουρκικό χαμάμ.


Φυσικά και στη Θεσσαλονίκη, όπου και να πας επιστρέφεις στην πλατεία Αριστοτέλους. Ο Θερμαϊκός εκδικήθηκε και ήπια εκεί τον καφέ μου τελικά και μετά αποφάσισα να πάω σινεμά. Αλλά εκεί που περπατάω στην Τσιμισκή, βλέπω έναν τύπο και μια βαλίτσα και διαπιστώνω ότι κάνει ένα από τα καλύτερα living statue που έχω δει. Ο καλλιτέχνης λέγεται Έντουαρντ και ζει στη Θεσσαλονίκη.

Δεν αποφάσισα τυχαία να πάω σινεμά. Πριν το ταξίδι μου, είχε τύχει να διαβάσω ότι το σινέ Βακούρα, ένα από τα πιο ιστορικά σινεμά στη Θεσσαλονίκη, έχει κάποιες μέρες προβολές μέσα στη βδομάδα με μόλις τέσσερα ευρώ. Ήταν αυτή η μέρα και δεν γινόταν να το χάσω αυτό, γιατί έπαιζε και τη Σπασμένη Φλέβα του Γ. Οικονομίδη. Είμαι τυχερή και πρέπει να παίξω Τζόκερ που είδα τη Σπασμένη Φλέβα με 4 ευρώ.

Είναι πια απόγευμα και ξαναθέλω καφέ μαζί με γλυκό. Κι επειδή η βόλτα μου αποκάλυψε ένα μικρό σύμπαν από μαγαζιά με χειροποίητα cookies, αποφάσισα ότι το γλυκό μου θα είναι ένα μπισκότο τεραστίων διαστάσεων με κομματάκια σοκολάτας μέσα. Και στο παρακάτω μαγαζί ακόμα ένα με γέμιση black forrest. Η Θεσσαλονίκη τα έχει όλα σε αφθονία, έχει και τα χειροποίητα μπισκότα σε άπειρες εκδοχές.

Μετά το απογευματινό γλυκό θέλεις φαΐ κι αυτό συμβαίνει μόνο στη Θεσσαλονίκη, να θες το ένα φαΐ μετά το άλλο. Έχω ακούσει τα καλύτερα για το Cin Cin στην Ικτίνου, ένα all day cocktail bar με μενού που πρέπει κάποιος να το βραβεύσει τώρα και δεν υπερβάλλω καθόλου. Εκτός του ότι στεγάζεται σ’ ένα υπερτέλειο νεοκλασικό, εκτός του ότι έχει ανοιχτό μπαρ, αλλάζει μενού δύο φορές το χρόνο, και στα πιάτα και στα κοκτέιλ.

Ο χώρος σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Νιώθεις άνετα, αλλά ταυτόχρονα ότι βρίσκεσαι κάπου ιδιαίτερα. Είναι από αυτά τα μαγαζιά που μπορείς να πας οποιαδήποτε ώρα και να νιώσεις ότι έκανες σωστή επιλογή.


Ο σεφ Άρης Φεζολάρι και bar manager Θοδωρής Σταματίου δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και το κατάλαβα με το που άρχισαν να έρχονται όσα παρήγγειλα. Εδώ θα πιεις κοκτέιλ που δεν θα βρεις αλλού και αν τσεκάρεις το μενού, θα διαπιστώσεις ότι και τα υλικά δεν παίζονται. Όπως στο Libertat, με λευκή τεκίλα Patron, απόσταγμα μαστίχας, τοπικές ψημένες πιπεριές Φλωρίνης και φρέσκο τσίλι.

Από το μενού σου προτείνω να δοκιμάσεις το χειροποίητο ραβιόλι με κρέμα κολοκύθας και προσούτο, το φιλέτο κοτόπουλο γαλλικής κοπής με τρεις υφές καλαμποκιού και ψημένο ποπ κορν και την πατάτα με αφρό παρμεζάνας. Τα καταβρόχθισα; Ναι.



Οπωσδήποτε να περάσεις και στο επιδόρπιο. Το δικό μου αγαπημένο, η μους σοκολάτας με μικρές μαρέγκες επάνω.
