Βίκι Κριπς στο ΚΛΙΚ: «Στη γενιά του Ντάνιελ Ντέι Λιούις δεν ήταν της μόδας να είσαι ευαίσθητος άντρας»
© Photo by Stephane Cardinale - Corbis/Corbis via Getty Images

Βίκι Κριπς στο ΚΛΙΚ: «Στη γενιά του Ντάνιελ Ντέι Λιούις δεν ήταν της μόδας να είσαι ευαίσθητος άντρας»

Μιλήσαμε με την Βίκι Κριπς για όσα την αφορούν (η τέχνη, οι άνθρωποι, η ζωή) και όσα δεν την αφορούν (η επίδειξη, το κόκκινο χαλί, η αυτοπροβολή). Και φυσικά για τον νέο κύκλο (τον τέταρτο) της σειράς «Monster» που θα κάνει πρεμιέρα στο netflix στις 17 Σεπτεμβρίου.

Κουβεντιάσαμε στον δικό της χώρο, ένα φιλόξενο σπίτι, μια αρκετά ζεστή μέρα στην καρδιά ενός καλοκαιρινού μεσημεριού. Με διακριτική μουσική υπόκρουση άριες όπερας. Δεν ξέραμε τι είναι, αλλά μας θύμισε, και στις δύο την Μαρία Κάλλας. Δεν ήταν όμως. Σκέφτηκα ότι της ταιριάζει η κλασική μουσική. Λίγο αργότερα βέβαια, θα ανακάλυπτα ότι μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου ακουγόταν στο τέρμα ροκ μουσική και ότι ένα από τα είδωλα της είναι η Πάτι Σμιθ. Ενδιαφέρον. Και για αυτό, το ροκ, σκέφτηκα ότι της ταιριάζει. Περίεργο και γοητευτικό πλάσμα η Βίκι Κριπς. Ωραία συνομιλήτρια. Ήσυχη, ήρεμη, μιλά με έναν χαλαρό ρυθμό που της επιτρέπει να συντάσσει σε πολύ καλά αγγλικά προτάσεις με απόψεις και συναισθήματα που φαίνεται ότι έχουν κατασταλάξει μέσα της, σκέψεις που δείχνουν ότι είναι και ένα ατίθασο αγρίμι, που πάει κόντρα σε πολλά πράγματα: στην ταχύτητα και τον θόρυβο της εποχής, στην ρηχότητα μιας λαμπερής αλλά πολλές φορές υποκριτικής βιομηχανίας-αυτής του κινηματογράφου-στην επίδειξη πλαστών εαυτών και σωμάτων στα social media.

Για πολλά μιλήσαμε με αυτήν την καταπληκτική ηθοποιό, που γεννήθηκε στο Λουξεμβούργο, από Γερμανίδα μητέρα και Λουξεμβούργιο πατέρα (με σημαντική θητεία σε θέσεις ευθύνης στο υπουργείο Πολιτισμού της χώρας), όση ώρα δεν άφηνε άδεια από πράσινο τσάι τα φλιτζάνια μας. Έχει μια ευγένεια η Βίκι Κριπς, που εκπέμπει και η όψη της, το κομψό, κάπως λεπτεπίλεπτο, αν και ψηλή, παρουσιαστικό της. Την πρώτη στιγμή που την είδα από κοντά έκανα αμέσως ανάκληση της εικόνας της ως ασυμβίβαστη, σκοτεινή, μελαγχολική και τόσο ενδιαφέρουσα Πριγκίπισσα Σίσσι στην ταινία «Κορσάζ» (2022) της Μαρί Κρόιτσερ που απείχε ως προσέγγιση έτη φωτός από την λαμπερή τηλεοπτική Σίσσυ της Ρόμι Σνάιντερ (τριλογία του 1955-57) που έχουμε δει ξανά και ξανά στην ελληνική tv. Ήταν καλή η ταινία της Κρόιτσερ και φανταστική η ερμηνεία της Κριπς σε ένα ανατρεπτικό πορτρέτο της κάποτε πολύ αγαπητής στον λαό αυτοκράτειρας που όμως, ασφυκτιούσε μέσα στον «κορσέ» των κοινωνικών ρόλων. Την Βίκι Κριπς βέβαια, την πρωτογνωρίσαμε, ή μάλλον την πρωτοπροσέξαμε, κι εμείς κι ο κόσμος όλος, λίγο νωρίτερα, το 2017 στην ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Αόρατη κλωστή» όπου στάθηκε επάξια δίπλα στον σύγχρονο τιτάνα της υποκριτικής, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Το φιλμ αυτό την είχε εκτοξεύσει σε μια σφαίρα διασημότητας και αναγνωρισιμότητας που δεν της πολυάρεσε. Και σε αυτόν τον «κορσέ» ασφυκτιούσε. Έχει πολλά να πει, και μου είπε, για αυτή την εμπειρία της, για την οποία δεν έχει και τις καλύτερες αναμνήσεις, αφού η Μέθοδος-της οποία θεωρείται μετρ ο ντέι Λιούς- της φάνηκε μια μη φιλική, σχεδόν εχθρική, μέθοδος-σχολή υποκριτικής.

Φέτος την απολαύσαμε στην τελευταία ταινία του Τζιμ Τζάρμους «Father, mother, sister, brother», μια ειρωνική και αλά Τζάρμους ματιά στις οικογενειακές σχέσεις που πατούν σε τεντωμένο σχοινί, που βραβεύτηκε με τον Χρυσό Λέοντα στο 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Λίγο αργότερα την είδαμε και στην «Ετυμηγορία» του καλού σκηνοθέτη Τζιμ Σέρινταν («Το αριστερό μου πόδι», «Εις το όνομα του πατρός»). Κάποια στιγμή θα δούμε, ελπίζω και στις ελληνικές αίθουσες, την ταινία «Diamond» που σκηνοθέτησε και ετοίμαζε για πολλά χρόνια ο Άντι Γκαρσία, ένα νουάρ αστυνομικό δράμα όπου πρωταγωνιστεί ο Γκαρσία, η Βίκι Κριπς, ο Μπρένταν Φρέιζερ, ο Μπιλ Μάρεΐ και ο Ντάστιν Χόφμαν και έκανε πρεμιέρα στο πρόσφατο φεστιβάλ των Κανών. Τέλος, πρωταγωνιστεί στον τέταρτο κύκλο της σειράς ανθολογίας «Monster» του Ράιαν Μέρφι και του Ίαν Μπρέναν Monster: The Lizzie Borden story) που θα κάνει πρεμιέρα στις 17 Σεπτεμβρίου στο netflix και αφορά πραγματικά εγκλήματα. Κάθε σεζόν, είναι και μια νέα ιστορία. Η πρώτη αφορούσε τον Τζέφρι Ντάμερ, η δεύτερη τα διαβόητα αδέρφια Μενέντεζ, η τρίτη τον Εντ Γκιν και η τέταρτη την Λίζι Μπόρντερ, «το πρώτο τέρας γένους θηλυκού» όπως διαφημίζει η πλατφόρμα με δύο κεντρικούς χαρακτήρες, την καταπιεσμένη κόρη μιας πλούσιας οικογένειας της Νέας Αγγλίας (Έλα Μπίτι) και της επαναστατημένης υπηρέτρια της (Κριπς).

Η Βίκι Κριπς βρέθηκε πριν από λίγο καιρό στην Αθήνα καλεσμένη της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου όπου έδωσε ένα masterclass με τίτλο «Σιωπή» στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Iris close-up» μια εκδήλωση συνδεδεμένη με το κορυφαίο γεγονός της διοργάνωσης των Ευρωπαΐκών Βραβείων Κινηματογράφου που θα φιλοξενήσει η Αθήνα τον Ιανουάριο του 2027. Ενώ απένειμε και ένα βραβείο στην τελετή των Ίρις, μια βραδιά που απόλαυσε πολύ γιατί, όπως μου εξήγησε «ήταν μια αναζωογονητική εμπειρία που κύλησε ωραία, «μη οργανωμένη» με τον πιο όμορφο τρόπο με την έννοια ότι σκοπός της βραδιάς ήταν να είμαστε εκεί για τις ταινίες, κι όχι για να κάνουμε επίδειξη. Δεν ένοιωσα ανταγωνισμό στην ατμόσφαιρα». Ευχαριστήθηκε πολύ το ότι κανείς δεν της πρότεινε «καλούπι» για την εμφάνιση της στην σκηνή, δεν της έδωσε «σκονάκι» για κάτι συγκεκριμένο, κι αυτή άδραξε την ευκαιρία για να μιλήσει για έναν νόμο που πέρασε στις Βρυξέλλες για τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα και την «χαλάρωση» της υποχρέωσης των εταιρειών να αναγράφουν τέτοια χαρακτηριστικά στην ετικέτα των προΐόντων τους. Είπαμε. Είναι ελεύθερο, ανεξάρτητο και ανήσυχο πνεύμα η Βίκι Κριπς. Είτε αναφέρεται στην πολιτική, είτε στην αξία της σιωπής (ορίζει με τον δικό της τρόπο ένα είδος active silence), μιλάει ήρεμα, σχεδόν στωικά, χωρίς χειρονομίες, δεν εκφράζεται καθόλου με τα χέρια, μόνο βλέπεις, όταν χρειάζεται, μικρές φλογίτσες στα μάτια της.

Ένα απολαυστικό μάστερκλας με τίτλο «Σιωπή» έδωσε η διάσημη ηθοποιός στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, καλεσμένη της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου

Ακούγοντας το μαστερκλας σας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, όπου μιλήσατε τόσο χαλαρά και αληθινά και μας αφήσατε να καταλάβουμε κάποια πράγματα για εσάς πίσω από την εικόνα της ηθοποιού, μου φάνηκε ότι δεν είστε ο τύπος του κόκκινου χαλιού με την τυπική έννοια, ότι δεν είστε μια ηθοποιός που θα κάνει επίδειξη ταλέντου κι ότι επιλέξατε αυτή τη δουλειά για το «παιχνίδι», για τη δυνατότητα να ανακαλύψετε πράγματα για τον κόσμο αλλά και για εσάς, για την τέχνη σας…

Ναι, έτσι νοιώθω. Όταν έκανα την ταινία «Κορσάζ» αισθάνθηκα σχεδόν αποστροφή στη σκέψη ότι θα απεικονίσω κάποιον γιατί ένοιωσα αμέσως ότι … να… είμαι εγώ που θα κάνω επίδειξη του πόσο καλή είμαι ή κοιτάξτε με μπορώ να μιλήσω σαν κάποια από μια άλλη εποχή, μπορώ να περπατήσω σαν μια βασίλισσα. Πιστεύω ότι τις τελευταίες δεκαετίες είχαμε πολύ υποκριτική πάνω σε αυτό το μοτίβο, σχεδόν σαν το παιδί θαύμα που πηγαίνει στο Ωδείο και λέει κοιτάξτε πόσο καλά μπορώ να παίξω το μουσικό μου όργανο. Εμένα πραγματικά δεν με νοιάζει και νοιώθω ότι κουβαλάω τη φωνή μιας γενιάς γιατί στην αρχή όταν έλεγα αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήταν αναζωογονητικό και απελευθερωτικό το να μιλάει κάποιος έτσι αλλά νομίζω ότι τώρα είναι η στιγμή που οι άνθρωποι μπαίνουν πραγματικά σε τέτοιες κουβέντες και νοιώθουν ότι ναι, έτσι είναι τα πράγματα.

Και πώς εξηγείτε αυτή την αλλαγή; Προφανώς υπάρχει ανάγκη για ειλικρίνεια.

Ναι, έχουμε ανάγκη την ειλικρίνεια και επίσης να αφήσουμε τις μάσκες που κουβαλάμε τόσο καιρό. Δεν ξέρω γιατί αλλά νομίζω ότι φτάσαμε στο μέγιστο της μάσκας, που είναι το Instagram, η πιο τρελή, οξυμένη και εξτρίμ εκδοχή της μάσκας-πώς μπορώ να υποκριθώ ότι είμαι κάποιος που δεν είμαι, πώς μπορώ να γίνω τόσο καλός σε αυτό ώστε τελικά να γίνει αυτή η δουλειά μου, να επηρεάζω τους ανθρώπους πλάθοντας το σώμα μου και την προσωπικότητα μου. Η μάσκα λοιπόν έγινε πιο εξτρίμ από ποτέ ώστε φτάσαμε τοίχο, δεν υπάρχει πιο πέρα από αυτό. Οπότε, τώρα αναγκαστικά θα πρέπει να γυρίσουμε προς τα πίσω, δεν υπάρχει κάπου αλλού να πας. Μετά από αυτόν τον τοίχο το μόνο που υπάρχει είναι η διάλυση του ατόμου. Δεν έχει μείνει τίποτε άλλο. Είναι τόσο επιφανειακή η εικόνα μας ώστε δύσκολα βρίσκεις κάποιον που μπορεί να περπατήσει στον δρόμο χωρίς να αναρωτηθεί πώς φαίνεται-ίσως μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι.

Ίσως οι ηλικιωμένοι, που είναι μιας άλλης γενιάς…

Ναι, ίσως. Αλλά αν το σκεφτείς όλο αυτό είναι τρελό. Δεν ξέρω γιατί εγώ είμαι όπως είμαι και γιατί σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο, δεν ξέρω να σας πω, αλλά πάντοτε είχα περιέργεια, παρατηρούσα, συνέκρινα, σκεφτόμουν γιατί κάποιος να το κάνει αυτό, γιατί οι άνθρωποι είναι όπως είναι και για αυτό πήγα στο δάσος, όπως διηγήθηκα και στο μαστερκλας. Είχα πάει στο δάσος ως παιδί και σχεδόν μίλησα με τα δέντρα γιατί δεν καταλάβαινα τι κάνουν οι άνθρωποι…

«Μόνο οι ηλικιωμένοι περπατάνε στον δρόμο χωρίς να αναρωτιούνται πώς φαίνονται», λέει η Βίκι Κριπς

Νοιώθατε ως παιδί, αλλά και τώρα, κάπως σαν «εξωγήινη»;

Τότε ναι, ένοιωθα εξωγήινη. Τώρα νοιώθω απλά ο εαυτός μου. Νομίζω ότι βρήκα τον εαυτό μου νωρίς γιατί έπρεπε ακριβώς επειδή ήμουν από νωρίς τόσο εξωγήινη. Μια μέρα είδα μια συνέντευξη της Τζάνις Τζόπλιν και μια άλλη των Rolling Stones που εκείνη την εποχή ήταν απολύτως σταρ και σκεφτόμουν το εξής: αν κοιτάξεις τις συνεντεύξεις τους-ίσως να το κάνετε αργότερα γιατί είναι αρκετά αστείο- βλέπεις ότι φοράνε ένα δερμάτινο μπουφάν ή αυτή φοράει το πουπουλένιο της φουλάρι και μπορείς να καταλάβεις ότι το σκέφτηκαν αλλά όλο αυτό σταματάει εκεί, δηλαδή τη στιγμή που μπαίνει πάνω τους το μπουφάν σταματάει και η σκέψη του πώς δείχνουν. Γιατί έχουν φύγει από τον καθρέφτη και τώρα μιλούν με κάποιον και μπορείς να δεις ότι κοιτάζουν από μέσα προς το έξω και όχι από έξω προς τον εαυτό τους. Είναι τόσο διαφορετικό από το πώς είναι τα πράγματα σήμερα. Και κοιτώντας τους διαπίστωσα σε τι εποχή βρισκόμαστε γιατί τώρα ακόμα και οι μη διάσημοι άνθρωποι, εάν ας πούμε καθόντουσαν εδώ μαζί μας θα τους απασχολούσε το πώς κάθονται αλλά θα ξέρανε κιόλας και πώς «γράφει» ας πούμε η εικόνα τους από αριστερά ή δεξιά. Αλήθεια είναι. Προσθέσαμε δηλαδή στο ανθρώπινο μυαλό την επίγνωση του πώς φαινόμαστε σε μια φωτογραφία.

Οπότε πώς νοιώθετε εσείς μέσα σε μια βιομηχανία που δίνει τόση προσοχή και επενδύει τόσο πολύ στο πώς φαίνεται κάπως, στη δημόσια εικόνα και το look, στον ρόλο και γενικά λιγότερο στην αυθεντικότητα ενός ατόμου; Πώς εσείς χωράτε μέσα σε αυτό και πώς αντιμετωπίζει εσάς η βιομηχανία; Είναι εχθρική απέναντι σας;

Αυτό έλεγα τις προάλλες σε κάτι κοπέλες που είναι ηθοποιοί και ήρθαν να μου μιλήσουν, τους είπα ότι υπάρχει κι ένα κομμάτι σε αυτά που σας λέω που αφορά την αρχή, όταν ξεκίνησα, δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Φυσικά πρέπει να αντιμετωπίζεις τη ζωή. Ο Αλμπέρ Καμύ έχει πει «οι καρδιές που λυγίζουν δεν μπορούν να ραγίσουν». Και το να λυγίζεις δε σημαίνει ότι σκύβεις το κεφάλι στην εξουσία, σημαίνει ότι αντέχεις και συνεχίζεις ή ίσως να στρέψεις το βλέμμα σου κάπου αλλού. Κάτι τέτοιο ήταν για εμένα τα δέντρα. Η κοινωνία ήταν σκληρή με εμένα. Δεν υπήρξα ποτέ λεσβία αλλά δεν ήμουν όπως υποτίθεται ότι έπρεπε να είμαι. Κυκλοφορούσα με αγορίστικα ρούχα, με γραβάτα και έλεγαν ότι ήμουν λεσβία σε μια φάση που ούτε που ήξερα τι σημαίνει. Αλλά ήμουν πολύ νέα οπότε σκόνταφτα πάνω σε κάθε τοίχο. Αλλά δεν έσπασα. Γιατί θυμάμαι να κάθομαι στην τάξη να κοιτάζω τα δέντρα, να μελετώ τα φύλλα και να σκέφτομαι ότι είναι οδυνηρό αλλά κι αυτό υπάρχει. Οπότε αυτή η βιομηχανία στην αρχή δεν ταίριαζε με τον χαρακτήρα μου, οπότε ας πούμε ότι έκλεινα τα μάτια μου και έκανα χειραψίες με ανθρώπους για όλο αυτό που λέγεται δικτύωση και ήμουν τελείως αντίθετη με αυτή την ιδέα- μιλάμε πριν από είκοσι χρόνια που ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα και σου έλεγαν «βάλε ένα κοντό φόρεμα» και τέτοια. Σκεφτόμουν λοιπόν οκ θα κάνω μικρού μήκους ταινίες και arthouse φιλμ που δε θα δει κανείς και δε θα έχω χρήματα και θα παλεύω και είχα ένα παιδί. Όταν έμεινα έγκυος μου είχαν πει «να το ξέρεις ότι τώρα δεν μπορείς να κάνεις καριέρα»-τέτοια πράγματα άκουγα. Τα αυτιά μου είχαν πονέσει. Ή στην Σχολή μου στη Ζυρίχη-περιστατικό που συνδέεται με το πώς έγινε το βιβλίο μου-τους είχα ρωτήσει επειδή μόλις είχα γεννήσει εάν γινόταν να γράψω κάτι να τους στείλω αντί να πάω στη Ζυρίχη με το μωρό, θήλαζα τότε, και μου είχαν πει ότι έπρεπε οπωσδήποτε να πάω στο μάθημα. Οπότε έπρεπε να βρω τρόπο να τα καταφέρω. Θήλαζα στις τουαλέτες, οι φίλοι μου πρόσεχαν το παιδί μου, δεν το έβαλα κάτω, δεν έσπασα. Αλλά δεν ήταν εύκολο. Όμως, το ότι πέρασα όλα αυτά με οδήγησε σε αυτό που είμαι σήμερα. Και μου αρέσει να συζητώ για όλα αυτά γιατί …με ρωτήσατε πως αντιμετωπίζω την βιομηχανία, λοιπόν δεν νοιώθω ότι είμαι μέρος της. Είναι μια βιομηχανία όπου παίζονται πολλά χρήματα, σε κάθε ταινία που κάνω το νοιώθω-να τώρα έκανα μια μεγάλη δουλειά για το netflix και το ένοιωσα (η σειρά λέγεται «Monster»). Και επίσης, όποτε κάνω κάτι δεν έχω ιδέα εάν τα κατάφερα ή εάν απέτυχα. Όμως, προσπαθώ. Θα είμαι ευχαριστημένη εάν κατάφερα να δεις αυτό που ήθελα να δεις και να νοιώσεις ότι δεν είναι όλα «πλαστικά» στο netflix. Έτσι ξέρω να το κάνω και δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, να σταματήσω τη μηχανή. Θα μπορούσα εάν το ήθελα αλλά θα σας πω τι έμαθα από τον παππού μου που ήταν αντιστασιακός στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όταν λοιπόν ήμουν νέα περνούσα αρκετό καιρό μαζί του και τον είχα ρωτήσει εάν θα το ξαναέκανε και μου είχε απαντήσει «όχι». Κι αυτό δε σήμαινε να σταματήσεις γενικά να αγωνίζεσαι γιατί αργότερα στη ζωή του έγινε πολιτικός και έκανε σπουδαία πράγματα όπως το ότι κατήργησε την θανατική ποινή. Αλλά αυτό που ήθελε να πει είναι ότι με αυτό που έκανα εκεί θα μπορούσα να πεθάνω. Εάν ρίξεις τον εαυτό σου μπροστά στο τανκ, αυτό απλά θα προχωρήσει πάνω σου. Αυτό προσπαθούσε να μου πει, ότι πρέπει να ζήσουμε. Πρέπει να ζήσω τη ζωή μου. Αν λοιπόν πάω γυμνή έξω από ένα στούντιο του netflix να διαμαρτυρηθώ δε θα σταματήσει ούτε το netflix, ούτε το στούντιο, ούτε κανένας.

Ασυμβίβαστη, σκοτεινή και μελαγχολική είναι η Πριγκίπισσα Σίσσι της Βίκι Κριπς στην ταινία «Κορσάζ» (2022) της Μαρί Κρόιτσερ

Οπότε τι κάνετε; Συμμετέχετε βάζοντας τους δικούς σας όρους;

Ναι, το κάνω με τον δικό μου τρόπο. Για αυτό μίλησα για σιωπή. Η αντίσταση της σιωπής είναι καμιά φορά πολύ δυνατή γιατί οι άνθρωποι είναι πιο δεκτικοί να σε ακούσουν όταν είσαι γενικά σιωπηλός παρά ομιλητικός.

Πάντως, πρέπει να σας πω ότι ήταν πολύ ανακουφιστικό και παρηγορητικό να ακούς κάποιον να μιλάει για τη σιωπή σε έναν κόσμο γεμάτο βιασύνη, φλυαρία και φασαρία, που δεν μας επιτρέπει να είμαστε λίγο πιο «ήσυχοι», λίγο πιο αθόρυβοι, να προχωράμε με χαλαρούς ρυθμούς.

Kαι πρέπει να έχεις οπωσδήποτε άποψη για όλα.

Ναι, και να τη γράψεις στα social media.

Ναι κι αν δεν το κάνεις σου λένε «γιατί δε μιλάς;». Το να μη μιλάω δε σημαίνει ότι δεν ασχολούμαι. Σημαίνει ότι εδώ είμαι και προσπαθώ να μείνω ζωντανή και το ζωντανή δεν περιορίζεται μόνο στην φυσική μου ύπαρξη εννοώ ζωντανή και στην ψυχή. Προσπαθώ να είμαι σε εγρήγορση και να κρατήσω άθικτο το μυαλό μου. Για αυτό απεμπλέκομαι. Γιατί εάν ασχολούμαι όλη την ώρα πώς μπορώ να ελέγξω όλα αυτά που μου «καίνε» το μυαλό μου και μπορεί να επηρεάσουν τον τρόπο σκέψης μου.

Είπατε κάτι ωραίο που σκεφτόμουν αργότερα, ότι έχετε επίγνωση του καθήκοντος που έχουν οι λέξεις. «Έχω επίγνωση της ευθύνης του να μιλάω στον κόσμο που ζούμε σήμερα. Το να μιλάς είναι βαρύ καθήκον», ήταν τα λόγια σας.

Αν το πάρεις σοβαρά, είναι τεράστια ευθύνη. Γιατί υποτίθεται ότι λες την αλήθεια, οπότε μιλάς μία φορά, δε μπορείς να μιλάς συνέχεια και να αλλάζεις τα λεγόμενα σου, άλλα να λες τη μία και διαφορετικά την άλλη. Αλλά φαίνεται ότι κι αυτό το έχουμε ξεχάσει, και μπορεί να λες κάτι μια μέρα και το ανάποδο την επόμενη. Η ευθύνη είναι στην πραγματικότητα να εννοείς αυτό που λες.

Και πώς η σιωπή συνδέεται με την ανυπακοή;

Γιατί σε μια κοινωνία όπου πιεζόμαστε να εμπλεκόμαστε συνεχώς με κάτι ή κάποιον, να έχουμε άποψη, να μας αρέσει οπωσδήποτε κάτι, ακόμα και να επιδεικνύουμε τον εαυτό μας…να σας πω ένα παράδειγμα. Βρέθηκα στα δικά σας βραβεία, της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, και πρέπει να ανεβάσω κάτι στα social. Δε θα κάνω. Κι αυτό είναι ένας τρόπος σιωπής. Ναι, πήγα, ήταν πολύ ωραία, αλλά δεν είμαι υποχρεωμένη να το μοιραστώ αυτό, θέλω να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Ακόμα μπορώ. Κι αν το κάνω αυτό, ρίχνω ταχύτητα στη μηχανή, ακόμα και μόνο για τον εαυτό μου. Αλλά αυτό σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα μου μιλήσεις είμαι ακόμα ο εαυτός μου, δεν τρέχω χάνοντας τον εαυτό μου. Κάποιος μου σχολίασε ότι μοιάζει εύκολο για εσένα, και είπα ότι ξέρω ότι με την δική του οπτική βρίσκομαι στην άλλη πλευρά. Η αλήθεια όμως, είναι ότι δεν είμαι. Είμαστε πάντα στην αρχή όλων των πραγμάτων. Καταλαβαίνω όμως, ότι το βλέπει έτσι και για αυτό του είπα ότι η καλύτερη συμβουλή που μπορώ να σου δώσω είναι να προσπαθείς να νοιώθεις την ικανότητα σου να μείνεις σιωπηλός γιατί νομίζουμε ότι δεν μπορούμε. Αλλά ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι μπορείς. Όταν είσαι ηθοποιός έρχεσαι στο σετ, ετοιμάζεις τα λόγια σου, είσαι έτοιμος και ο μισός εαυτός σου δεν είναι καν εκεί αλλά εάν μπορείς πρώτα να είσαι σιωπηλός και μετά να μιλήσεις, μετά να παίξεις, να υπάρξεις, τότε και η ερμηνεία σου θα είναι διαφορετική. Καμιά φορά με ρωτάνε πώς μπορείς να είσαι ουτοπίστρια και οπτιμίστρια και την ίδια ώρα ρεαλίστρια. Πρέπει να είμαι ουτοπίστρια, κι αυτό το θεωρώ ευθύνη και καθήκον, γιατί αλλιώς πού πάμε; Πιστεύω ότι κανείς εκεί έξω δεν είναι χαζός και ο κόσμος καταλαβαίνει τη διαφορά πότε κάτι είναι χυδαίο και πότε ειλικρινές. Νομίζω ότι κάπου βαθιά στην ανθρώπινη φύση υπάρχει η ικανότητα να «διαβάζουμε» την αλήθεια.

Ίσως μια μέρα, να γίνει και της μόδας το να είμαστε πιο αληθινοί. Αυτή είναι μια ωραία ουτοπική ιδέα.

Ναι, ακριβώς!

«Νομίζω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ηθοποιών πρέπει να κοιτάξεις τη ζωή και την υποκριτική μέσα από την οπτική μιας γενιάς. Και στη γενιά του Ντάνιελ Ντέι Λιούις, το να είσαι ευαίσθητος άντρας δεν ήταν πολύ της μόδας. Boys don’ t cry…», λέει η Βίκι Κριπς

Μας ξαφνιάσατε με την ειλικρίνεια σας όταν μιλήσατε για τη συνεργασία σας με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούς, που είναι, όπως είπατε «το βουνό της υποκριτικής, το βουνό της Μεθόδου», ένας ηθοποιός που μπαίνει στο πετσί ενός ρόλου και δεν μπορεί να βγει εύκολα από αυτόν. Δώσατε την αίσθηση ότι περάσατε δύσκολα και όχι μόνο επειδή το να συμμετέχετε σε μια ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον ήταν μια τεράστια ευκαιρία για την καριέρα σας αλλά ένοιωσα ότι δεν συμμερίζεστε την Μέθοδο και αυτόν τον τρόπο υποκριτικής.

Για μένα είναι πάντα δύσκολο να μιλάω για αυτό γιατί πραγματικά δε θα ήθελα να πληγώσω τα συναισθήματα του ή οποιουδήποτε. Αλλά πάλι, νοιώθω ότι έχω ευθύνη να λέω την αλήθεια. Κι αυτή είναι ότι δυστυχώς για τους ανθρώπους αυτή η μέθοδος υποκριτικής είναι κάτι που έχει επινοηθεί για να προστατεύουν τον εαυτό τους. Κι αυτό είναι δικαίωμα τους. Ο συνδυασμός της Μεθόδου και αυτού που κάνουν οι Αμερικανοί με τους σταρ τους και το star system, αυτό είναι που γίνεται τοξικό. Γιατί δεν μιλάμε απλά για την περίπτωση που κάποιος ακολουθεί τη Μέθοδο ως μέθοδο υποκριτικής. Τότε μια χαρά. Μπορεί εγώ να έχω τη δική μου μέθοδο αλλά ίσως εάν μου εξηγήσεις, να καταλάβω και να δοκιμάσω. Ένα πρόβλημα με τη Μέθοδο είναι ότι εξ ορισμού δεν σε καλεί, δεν είναι μια τεχνική που σου λέει έλα να συναντηθούμε δύο βδομάδες πριν και θα σου πω τι θα κάνεις γιατί με τη Μέθοδο προσποιείσαι ότι κάτι είναι αληθινό, ο χαρακτήρας, η κατάσταση. Δεν μπορείς να μιλήσεις για αυτό κι αυτό ακριβώς είναι μια από τις δυσκολίες της. Δεν καλείς τους άλλους μαζί σου. Και σε αυτό το σημείο δεν βρίσκω κανέναν ένοχο, ποιος φταίει. Γιατί δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Ντάνιελ και όλοι οι άλλοι ηθοποιοί της Μεθόδου φταίνε. Αν μη τι άλλο το σύστημα που φτιάχνει σταρ είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους πιο σημαντικούς από άλλους. Κι έτσι έχουμε κάποιον που είναι πιο σημαντικός από τους υπόλοιπους, που επίσης έχει ειδική τεχνική και η τεχνική αυτή δεν σε καλεί αλλά υποτίθεται ότι είναι το πιο σημαντικό από όλα. Οπότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το δέχεσαι, χωρίς να σε έχει ρωτήσει ποτέ κανείς εάν θέλεις να το δεχτείς. Κι έτσι γίνεται άδικο.

Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις πάντως, με αυτή τη Μέθοδο έχει κερδίσει τρία Όσκαρ α’ ανδρικού ρόλου.

Ναι αλλά το ότι έχεις κερδίσει τρία Όσκαρ δε σου δίνει την άδεια να είσαι μη φιλικός.

Οπότε νοιώσατε ότι υπήρχε ένα τείχος ανάμεσα σας στις πρόβες, ακριβώς επειδή βρισκόταν μέσα στον χαρακτήρα του ρόλου του;

Το θέμα είναι ότι δεν υπήρχαν πρόβες. Στην πραγματικότητα δεν φταίει αυτός. Νομίζω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ηθοποιών πρέπει να κοιτάξεις τη ζωή και την υποκριτική μέσα από την οπτική μιας γενιάς. Και στη γενιά του Ντάνιελ Ντέι Λιούις, το να είσαι ευαίσθητος άντρας δεν ήταν πολύ της μόδας. Boys don’ t cry…Επομένως, πώς γίνεσαι ηθοποιός όταν «τα αγόρια δεν κλαίνε» και είσαι στρέιτ άντρας, όχι ομοφυλόφιλος; Αυτοπροσδιορίζεσαι ως στρέιτ άντρας αλλά υποτίθεται πως δεν πρέπει να κλαις ενώ είσαι ηθοποιός. Οπότε για μένα αυτή η Μέθοδος δημιουργήθηκε, προέκυψε από την ανάγκη για προστασία.

Εννοείτε προστασία για τον ίδιο τον ηθοποιό;

Προστασία από τον ίδιο σου τον εαυτό, προστασία από το να σου τεθούν πολλές ερωτήσεις. Δημιουργεί έναν τοίχο γύρω σου και τη στιγμή που μπαίνεις δεν είσαι ο ηθοποιός αλλά το ο χαρακτήρας. Οπότε όταν σου μιλήσω δεν μπορώ να σου πω να σταθείς εκεί πέρα ή να σε ρωτήσω πώς ήταν η μέρα σου. Εγώ πάλευα με το ότι δεν είχα κληθεί προηγουμένως σε ένα τέτοιο παιχνίδι ή δεν είχα ενημερωθεί για κάτι τέτοιο αλλά αυτό είναι το ίδιο το παιχνίδι της Μεθόδου. Αλλά ήμουν πολύ ανεξάρτητη στη σκέψη ώστε να αποδεχτώ τα πάντα επειδή κάποιος είναι διάσημος.

Είπατε ότι μετά την «Αόρατη κλωστή» όλοι περίμεναν από εσάς να είστε «το κορίτσι από την «Αόρατη κλωστή»».

Ναι, ναι το έλεγαν, «να το κορίτσι από την «Αόρατη κλωστή». Συμβαίνει ακόμα και σήμερα, ειδικά στους Αμερικανούς, τους ακούω να το λένε ψιθυριστά. Έτσι είναι το Χόλιγουντ…

Πώς νοιώσατε τότε όταν διαβάζοντας τις κριτικές-θυμάμαι είχαμε ενθουσιαστεί από την ερμηνεία σας- έλεγαν λοιπόν ότι σταθήκατε στο επίπεδο του Ντέι Λιούις και τον κοιτάξατε στα μάτια. Αποθεώθηκε η ερμηνεία σας. Πώς νοιώσατε με τέτοια σχόλια;

Ήμουν ανακουφισμένη γιατί είχα πολλή ανασφάλεια όταν το έκανα αυτό. Επέλεξα να αποδεχτώ την αδυναμία μου, να είμαι στην αδυναμία μου ή στη χαμηλή μου θέση αλλά να είμαι αυτή που είμαι. Μπορείς να κοιτάξεις από πολύ χαμηλά αλλά αν κοιτάξεις από το ποιός είσαι πραγματικά, μοιάζεις το ίδιο. Οπότε, όταν διάβασα τις κριτικές ανακουφίστηκα γιατί κατάλαβα ότι η ταινία δούλεψε, ότι δεν έκανα κάτι λάθος. Προσπαθούσα να κάνω το καλύτερο που μπορούσα στα γυρίσματα και δεν ήμουν σίγουρη εάν αυτό θα φτάσει στον κόσμο. Δεν ήξερα αν θα μπορούσαν να «διαβάσουν» στα μάτια μου αυτό που τελικά διάβασαν. Στην πραγματικότητα σοκαρίστηκα που κάθε άνθρωπος μπόρεσε να διαβάσει τη σκέψη μου, να καταλάβει αυτά που ένοιωθα. Και την ίδια στιγμή ήταν πολλά πράγματα, γιατί ήταν πολύ περίεργο αυτό το συναίσθημα ότι περίμεναν από εμένα να είμαι το «κορίτσι της «Αόρατης κλωστής»», να φορέσω ένα ωραίο φόρεμα και να πάω στο κόκκινο χαλί. Κι αυτό δεν το ήθελα, ήταν όλα όσα ήθελα πάντα να αποφύγω. Επίσης, δεν είμαι κορίτσι. Έχω δύο παιδιά. Και έχω υπάρξει πριν από την «Αόρατη κλωστή» και θα υπήρχα ακόμα και χωρίς αυτήν. Όχι με τον ίδιο τρόπο, ας πούμε και στην Ελλάδα δεν θα ήξεραν ποια είμαι, αλλά εννοώ ότι θα εξακολουθούσα να υπάρχω ως ηθοποιός.

Και ίσως να είχε υπάρξει μια άλλη ταινία, σημαντική και καλή, που θα σας έκανε γνωστή.

Ναι, ίσως. Αλλά ήμουν διστακτική, δεν ήθελα να με βάλουν σε αυτό το ωραίο κουτί με τα διαμάντια. Δεν ήθελα να είμαι το κορίτσι κανενός.

Έχετε παραδεχτεί ότι μετά από αυτή την ταινία πετάξατε το τηλέφωνο σας και αρχίσατε να επιλέγετε μικρές ανεξάρτητες ταινίες. 

Ένοιωθα πραγματικά όπως όταν το σκας για να σώσεις τον εαυτό σου. Αισθανόμουν εξαιρετικά δηλητηριασμένη από το σύστημα των όσκαρ, που τώρα καταρρέει, κάτι που εμένα δεν με εκπλήσσει. Αλλά όταν ήμουν εκεί ένοιωθα τον κίνδυνο από όλα αυτά να χάσω τον εαυτό μου γιατί έμπαινα σε ένα δωμάτιο και με κοίταζαν όλοι, ακόμα και τον κίνδυνο να αρέσει σε όλους αυτό που κάνω. Φαντάσου να ξυπνήσεις αύριο και να συμφωνούν ξαφνικά όλοι μαζί σου. Κι αυτό είναι δηλητηριώδες. Δεν λέω ότι αυτό που έκανα δεν ήταν καλό αλλά η ζωή δεν είναι ποτέ ομόφωνη. Και δεν μπορεί να είναι καλή εάν εισπράττεις από όλους το ίδιο πράγμα, πόσο όμορφη είσαι, κτλ. Οπότε είχα ανάγκη να το σπάσω αυτό για να επιστρέψω στο ποια είμαι, να καταλάβω ποια είμαι, τι είναι η ζωή, εκτός από το να είμαι μια σταρ του σινεμά που αποθεώνεται.

Με την Σαρλότι Ράμπλινγκ και την Κέιτ Μπλάνσετ στο «Mother, father, sister, brother»
Με την Σαρλότ Ράμπλινγκ και την Κέιτ Μπλάνσετ στο «Mother, father, sister, brother»

Πείτε μου για την συνεργασία σας με τον Τζάρμους. Τον αγαπάμε πολύ στην Ελλάδα.

Είναι υπέροχος, ήταν ο αγαπημένος μου. Εάν μετά την «Αόρατη κλωστή» με ρωτούσαν «και τώρα με ποιον θα ήθελες να δουλέψεις» θα απαντούσα «με κανέναν» γιατί δε ζω με αυτές τις ιδέες του top ten, δεν κατηγοριοποιώ ούτε τους ανθρώπους, ούτε τα πράγματα. Αλλά υπήρχε ένα όνομα που θα μπορούσα να πω κι αυτό είναι του Τζιμ Τζάρμους.

Πώς προέκυψε λοιπόν η συνεργασία σας;

Γνωριστήκαμε πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη, τυχαία στην πρεμιέρα μιας μικρής γαλλικής ανεξάρτητης ταινίας. Δεν ξέρω εάν με είχε στο μυαλό του πριν από τη γνωριμία μας ή του ήρθε η ιδέα μετά, δεν τον ρώτησα ποτέ. Την ώρα που έπαιρνε το παλτό του να φύγει είπα στον εαυτό μου «Βίκι είσαι στην κυριολεξία φαν ενός μόνο ανθρώπου σε όλο τον κόσμο- και της Πάτι Σμιθ- που βρίσκεται μπροστά σου δεν γίνεται να μην πεις κάτι». Είναι ο μόνος ζωντανός άνθρωπος που θαυμάζω. Οπότε πήγα και του είπα «γεια, είμαι φαν μόνο δική σας». Και ήταν κάπως απασχολημένος, με ευχαρίστησε και έφυγε. Και ήταν μια χαρά για μένα όλο αυτό, δεν σκέφτηκα κάτι παραπάνω. Δέκα λεπτά αργότερα γύρισε πίσω και μου είπε «συγγνώμη δεν σε αναγνώρισα, ήμουν απασχολημένος με το παλτό μου, ξέρω ποια είσαι».

Δεν σας είπε ότι σας γνωρίζει γιατί είστε «το κορίτσι από την «Αόρατη κλωστή»»;

(γέλια) όχι ευτυχώς δεν είπε αυτή την πρόταση! Είπε ότι ξέρει τη δουλειά μου και μου αρέσει. Και αργότερα κάποια στιγμή μου έστειλε το σενάριο και αυτό ήταν για μένα το Όσκαρ γιατί είναι φοβερό το να ξέρεις ότι θέλει να συνεργαστεί μαζί σου ένας καλλιτέχνης που θαυμάζεις για την τέχνη του, τον τρόπο που ζει, για την ακεραιότητα του, ένας από τους τελευταίους φάρους της εποχής μας-υπάρχουν πλέον τόσο λίγοι. Είχα το σενάριο στα χέρια μου και είπα δεν με νοιάζει θα έρθω μόνο για να κρατάω το τσάι σου. Και μετά διάβασα το σενάριο και μου άρεσε πολύ αλλά για μένα ήταν πάνω από όλα να δουλέψω μαζί του- αν πάρεις τη βάρκα θα ανέβω κι εγώ για να σε ακολουθήσω. Νοιώθω τυχερή που έχω γνωρίσει μερικούς φάρους σαν τον Τζιμ, τον Τομ Γουέτς, την Πάτι Σμιθ, λίγους συγγραφείς και πολιτικούς, κάποιους επιστήμονες, αλλά δεν έχουν μείνει πολλοί. Καμιά φορά όταν νοιώθω πολύ μόνη και αναρωτιέμαι τι κάνω εγώ μέσα σε αυτή την τόσο επιφανειακή βιομηχανία σκέφτομαι ότι δίπλα σε αυτούς είμαι το μικρό κοριτσάκι που κρατάει τον καθρέφτη και αντανακλά και σκορπίζει το φως από τους φάρους. Νοιώθω ότι αυτή είναι η δουλειά μου.

Αγαπάτε το ροκ καταλαβαίνω…

Ναι, με αυτό μεγάλωσα. Οι γονείς μου είχαν μόνο ροκ εν ρολ δίσκους στο σπίτι και ακούγαμε πολύ δυνατά.

Ακούγεται πολύ υγιές.

Ναι, ναι.

Στην τελετή αναφερθήκατε στον νόμο για τα γενετικά τροποιημένα τρόφιμα. Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι αφορά;

Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για κάτι που δεν γνωρίζουμε και το έκαναν πολύ περίεργα μάλλον επίτηδες. Τελοσπάντων αυτός ο νόμος ήρθε εδώ και λίγο καιρό και όλες οι διαπραγματεύσεις έγιναν χωρίς κανείς να το προσέξει. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι χαλαρώνουν ή ίσως σταματάνε τους νόμους που αφορούν στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Στην Ευρώπη ξέρουμε ότι δεν μπορείς να τροποποιήσεις γενετικά τα τρόφιμα και αυτός είναι ένας από τους λίγους που εξηγούν γιατί στην Αμερική είναι τόσο άσχημο το φαγητό και γιατί οι άνθρωποι αρρωσταίνουν. Όλοι μου οι φίλοι έρχονται στην Ευρώπη για να τρέφονται. Οπότε πέρασαν έναν νόμο, το λένε NGTs που είναι η νέα τεχνολογία για τα τροποποιημένα τρόφιμα και προσποιούνται ότι πρόκειται για γενετική τροποποίηση μη βλαβερών πραγμάτων αλλά η αλήθεια είναι ότι εάν ανοίξεις αυτή την πόρτα…Επίσης, με αυτό πάει «πακέτο» και το πατεντάρισμα των σπόρων. Το να πατεντάρεις έναν σπόρο μπορεί να σημαίνει ότι πλήττονται όλες οι μικρές φάρμες, ας πούμε οι μελισσουργοί, ή οι ελαιοπαραγωγοί. Στην Ελλάδα π.χ. οι μικροί ελαιοπαραγωγοί θα εξαφανιστούν γιατί θα εμφανιστούν μεγάλες εταιρείες και θα πάρουν τα δικαιώματα. Και οι εταιρίες είναι σαν τη Monsanto ούτε καν η ίδια δεν ήλπιζε να περάσει αυτό χωρίς την προϋπόθεση της αναγραφής των χαρακτηριστικών. Στην Αμερική που ισχύει γνωρίζουμε όλοι τις συνέπειες. Θα ήθελα να κάνω μια ταινία me κάποιον από τη Γαλλία πάνω σε αυτό.

Είπατε ότι αγαπάτε το ελληνικό σινεμά.

Είχα δει θυμάμαι το «Attenberg» και λάτρεψα το ότι υπάρχει στην αισθητική κάτι τόσο απλό και αληθινό και οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Δεν με εξέπληξε το ότι ένας καλλιτέχνης που βραβεύτηκε στην τελετή της Ακαδημίας στην ευχαριστήρια επιστολή του έλεγε ότι κάνω σινεμά γιατί θέλω να βλέπω τους ανθρώπους να αλληλεπιδρούν. Και το ελληνικό σινεμά είναι αυτό, δύο άνθρωποι που καψουρεύονται. Πάντα έχεις αγνά τοπία ή καταστάσεις και μετά μπαίνουν οι άνθρωποι και γίνεται χαμός. Μου αρέσει ο συνδυασμός, είναι πολύ καλλιτεχνικό.

Να πούμε για τη σειρά στην οποία παίζετε, το «Monster.

Είναι ο τέταρτος κύκλος της σειράς «Monster» αλλά ο πρώτος όπου οι γυναίκες είναι οι δολοφόνοι. Επομένως, αφορά κακές γυναίκες αλλά είναι και φεμινιστικό με ένα τρόπο. Γιατί και οι γυναίκες μπορούν να είναι δολοφόνοι. Επίσης, μιλάει για τα κίνητρα ενός φόνου και κάνει πλάκα με αυτή τη ιδέα γιατί η Λίζι Μπόρντεν- είναι ο κεντρικός χαρακτήρας της σειράς, εγώ παίζω τον δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο και μαζί κάνουμε τους φόνους- αφήνεται ελεύθερη επειδή είναι γυναίκα και δεν θεωρείται «ικανή» για τέτοιο έγκλημα, πιστεύουν ότι δε θα μπορούσε να σηκώσει το τσεκούρι και επίσης έκλαιγε στο δικαστήριο. Είναι τόσο ειρωνικό. Ένας επαγγελματίας σε αυτόν τον τομέα όταν μελετάει σήμερα ανάλογη υπόθεση σχεδόν καταλαβαίνει αμέσως ότι δεν μπορεί ο δολοφόνος να είναι άλλος, εκτός σπιτιού. Ο πατέρας σκοτώθηκε τριάντα λεπτά πριν από την μητέρα στο ίδιο σπίτι, και οι δύο με σαράντα χτυπήματα τσεκουριού, κάτι που δείχνει ότι κάποιος τους μισούσε πολύ. Ποιός ξένος θα έμπαινε στο σπίτι και θα τους σκότωνε με σαράντα τσεκουριές; Αλλά την ίδια ώρα δεν ήταν έτοιμοι τότε για μια τόσο ψυχολογική κατανόηση των γυναικών, με αποτέλεσμα να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της πολύ πλούσια, με τα σκυλιά της. Υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα θεωρία ότι θα μπορούσε να είναι λεσβία, που δεν μπορείς βέβαια να ξέρεις αν είναι αλήθεια. Αυτή τη θεωρία ακολουθούμε, ότι δηλαδή η Λίζι Μπόρντεν ήταν ερωτευμένη με την οικονόμο του σπιτιού που υποδύομαι. Δύο γυναίκες έχουν έναν love story και παράλληλα μισούν τους γονείς, ειδικά τον πατέρα που ήταν πολύ κακός μαζί τους. Είναι λίγο σαν παραμύθι, φεμινιστικό. Ξεκινάει με μια γυναίκα ξυλοδαρμένη που γίνεται εκδικήτρια- φεμινίστρια η οποία θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Μιλάνε για την Αλίν Γουόρνος, που υποδύθηκε η Σαρλίζ Θερόν στην ταινία «Τέρας» και υπάρχει ένα σχετικό ντοκιμαντέρ για αυτήν που πρέπει να δείτε, είναι πολύ καλό. Είναι συγκλονιστικό γιατί παρακολουθείς ως γυναίκα την υπόθεση και καταλαβαίνεις αμέσως τι γίνεται. Αυτή ήταν μια γυναίκα που στα δώδεκα της βιάστηκε και κακοποιήθηκε, δεν υπήρχε άλλος δρόμος εκτός από το πεζοδρόμιο και έγινε πόρνη. Η κακοποίηση όμως, συνεχίστηκε οπότε γύρισε μέσα της ένας διακόπτης και θύμωσε τόσο πολύ που άρχισε να σκοτώνει άντρες. Στις μέρες μας είναι πολύ ξεκάθαρο ότι σκότωνε μόνο άντρες που ήταν κακοί γιατί πολλοί κακοποιούσαν  πόρνες επειδή θεωρούσαν ότι δεν είχαν αξία. Τίποτα από αυτά δεν ελήφθη υπόψιν στην περίπτωση της και θεωρήθηκε απλώς μια κακή γυναίκα και θανατώθηκε. Αλλά όπως όλα τα πράγματα στη ζωή δεν είναι εύκολο να πούμε τι είναι κακό και τι καλό. Η σειρά «Τέρατα» προσπαθεί να αμφισβητήσει τις έννοιες καλό-κακό, να δείξει πόσο συχνά μια κοινωνία καταδικάζει κάποιον ως κακό ενώ έχει και η ίδια ευθύνη. Κι αυτό είναι για εμένα το πολύ ενδιαφέρον, ακόμα κι αν γίνεται μέσα από ένα εμπορικό «παράθυρο».

Αυτό λέει περίπου και η τελευταία ταινία που κάνατε με τον Τζιμ Σέρινταν, «Ετυμηγορία»

Ακριβώς. Γιατί η κοινωνία δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να πει ότι ένας άνθρωπος χρειάζεται βοήθεια και να αναρωτηθεί πώς θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Τους αφήνει να γίνουν δολοφόνοι. Πολλοί δολοφόνοι, αν κοιτάξεις τη ζωή τους, θα δεις ότι σε κάποια φάση της ζωής τους ούρλιαζαν για βοήθεια. Οπότε η Αλίν Γουόρνος είναι αλήθεια συνταρακτική περίπτωση και την παίζει η Σάρα Πόλσον. Κι εγώ ανυπομονώ να δω το δικό της κομμάτι γιατί δεν ήμουν εκεί όταν το γύριζαν.

Σχετικά άρθρα