Βλαντίμιρ Πούτιν: Ο πόλεμος που δεν τελειώνει και η Ρωσία που αλλάζει χωρίς να το παραδέχεται

Περισσότερα από τεσσεράμισι χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξακολουθεί να παρουσιάζει τον πόλεμο ως ιστορική αναγκαιότητα

Περισσότερα από τεσσεράμισι χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξακολουθεί να παρουσιάζει τον πόλεμο ως ιστορική αναγκαιότητα. Πίσω όμως από τη ρητορική της εθνικής ισχύος διαμορφώνεται μια διαφορετική Ρωσία: οικονομικά εξαρτημένη από τη στρατιωτική παραγωγή, κοινωνικά κουρασμένη, πολιτικά περισσότερο ελεγχόμενη και αντιμέτωπη με ένα ερώτημα που το Κρεμλίνο αποφεύγει να θέσει δημόσια. Τι θα απομείνει από τη χώρα όταν, κάποια στιγμή, σταματήσουν τα όπλα;

Υπάρχουν πόλεμοι που αλλάζουν τα σύνορα των κρατών και άλλοι που μεταμορφώνουν τις κοινωνίες που τους διεξάγουν. Ο πόλεμος του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία φαίνεται ότι κάνει και τα δύο, με τη διαφορά ότι οι αλλαγές στο εσωτερικό της Ρωσίας δεν αποτυπώνονται πάντοτε στις εικόνες που φτάνουν στη Δύση.

Στη Μόσχα, τα πολυτελή εστιατόρια εξακολουθούν να λειτουργούν, οι βιτρίνες των καταστημάτων φωτίζουν τις μεγάλες λεωφόρους και ένα μέρος της αστικής τάξης συνεχίζει να ζει με μια φαινομενική κανονικότητα. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να περιγράψει το σύνολο μιας χώρας που έχει οργανώσει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας και της δημόσιας ζωής της γύρω από έναν παρατεταμένο πόλεμο.

Τον Φεβρουάριο του 2022, όταν ο Ρώσος πρόεδρος ανακοίνωσε την έναρξη εκείνου που το Κρεμλίνο εξακολουθεί να αποκαλεί «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει κανείς ότι η σύγκρουση θα συνεχιζόταν και τον Οκτώβριο του 2026.

Η αρχική προσδοκία μιας γρήγορης στρατιωτικής επικράτησης έχει αντικατασταθεί από έναν πόλεμο φθοράς, στον οποίο η αντοχή της οικονομίας, η δυνατότητα αναπλήρωσης στρατιωτικού προσωπικού και η κοινωνική ανοχή αποκτούν σχεδόν την ίδια σημασία με τις εξελίξεις στο πεδίο των μαχών.

Για τον Πούτιν, ωστόσο, η σύγκρουση έχει αποκτήσει και μια διαφορετική διάσταση. Δεν αφορά πλέον μόνο τις γεωπολιτικές του επιδιώξεις, αλλά και το πολιτικό αφήγημα πάνω στο οποίο έχει οικοδομήσει την εξουσία του.

Και αυτό ίσως είναι το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό ενός πολέμου που δεν τελειώνει: όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο δυσκολότερο γίνεται για εκείνον που τον ξεκίνησε να αναγνωρίσει το πραγματικό του κόστος.

Η οικονομία που έμαθε να ζει με τον πόλεμο

Στα πρώτα χρόνια της εισβολής, αρκετοί αναλυτές προέβλεπαν ότι οι δυτικές κυρώσεις θα οδηγούσαν σχετικά γρήγορα τη ρωσική οικονομία σε κατάρρευση. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε περισσότερο σύνθετη.

Η Ρωσία αναπροσάρμοσε εμπορικές σχέσεις, ενίσχυσε τις συναλλαγές της με χώρες εκτός της Δύσης και κατεύθυνε τεράστιους δημόσιους πόρους στη στρατιωτική βιομηχανία.

Η παραγωγή όπλων, πυρομαχικών και στρατιωτικού εξοπλισμού δημιούργησε θέσεις εργασίας και ενίσχυσε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους. Για ορισμένες περιοχές, οι κρατικές στρατιωτικές παραγγελίες μετατράπηκαν σε βασική πηγή οικονομικής δραστηριότητας.

Όμως η αύξηση της παραγωγής δεν σημαίνει αυτομάτως και αύξηση της ευημερίας.

Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει υψηλή δραστηριότητα επειδή κατασκευάζει στρατιωτικό εξοπλισμό που θα καταστραφεί στο μέτωπο, χωρίς αυτό να βελτιώνει την ποιότητα ζωής των πολιτών της.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της σημερινής Ρωσίας.

Σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου του Κιέλου, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026, η ρωσική οικονομία δεν έχει καταρρεύσει, αλλά οι διαρθρωτικές της αντοχές έχουν περιοριστεί σημαντικά. Η οικονομική ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί, ενώ τα δημοσιονομικά αποθέματα έχουν εξαντληθεί σε μεγάλο βαθμό.

Η ανάλυση αναδεικνύει μια πραγματικότητα που συχνά χάνεται πίσω από τους μακροοικονομικούς δείκτες: η ανθεκτικότητα μιας οικονομίας σε συνθήκες πολέμου δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη μακροπρόθεσμης υγείας.

Το Κρεμλίνο βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με μια δύσκολη εξίσωση. Πρέπει να χρηματοδοτεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, να περιορίζει τον πληθωρισμό, να διατηρεί τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και ταυτόχρονα να αποτρέπει μια κοινωνική δυσαρέσκεια που θα μπορούσε να αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις.

Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να επιτευχθούν όλοι αυτοί οι στόχοι ταυτόχρονα.

Ο λογαριασμός φτάνει στα ρωσικά νοικοκυριά

Ο πόλεμος δεν επηρεάζει όλους τους Ρώσους με τον ίδιο τρόπο.

Για ένα μέρος της κοινωνίας, ιδιαίτερα όσους εργάζονται σε βιομηχανίες που συνδέονται με τις στρατιωτικές παραγγελίες, οι οικονομικές απολαβές μπορεί να έχουν βελτιωθεί.

Για άλλους, όμως, η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από αυξανόμενο κόστος ζωής, ακριβότερες υπηρεσίες και περιορισμένες οικονομικές προοπτικές.

Τον Οκτώβριο του 2026 τέθηκαν σε ισχύ νέες αυξήσεις στα τιμολόγια κοινής ωφέλειας, με τη μέση αύξηση να φτάνει περίπου το 15%, σύμφωνα με δημοσίευμα του Euronews.

Οι αυξήσεις αυτές έρχονται να προστεθούν στις πληθωριστικές πιέσεις που έχουν δημιουργήσει οι κυρώσεις, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι ανάγκες χρηματοδότησης της πολεμικής οικονομίας.

Παράλληλα, ο προϋπολογισμός που παρουσίασε η ρωσική κυβέρνηση για το 2027 προβλέπει ότι οι στρατιωτικές δαπάνες θα εξακολουθήσουν να απορροφούν ένα εξαιρετικά μεγάλο μέρος των δημόσιων πόρων.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η βρετανική υπηρεσία αμυντικών πληροφοριών, οι προβλεπόμενες δαπάνες για την εθνική άμυνα φτάνουν τα 17,1 τρισεκατομμύρια ρούβλια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 35% των συνολικών ομοσπονδιακών δαπανών.

Την ίδια στιγμή, προβλέπονται μειώσεις σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η κοινωνική πολιτική.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν απλώς δημοσιονομικές επιλογές.

Αποτυπώνουν τις προτεραιότητες ενός κράτους που διαθέτει ολοένα μεγαλύτερο μέρος των πόρων του στη διατήρηση της στρατιωτικής του ισχύος, περιορίζοντας τις δυνατότητες επένδυσης στο κοινωνικό του μέλλον.

Κάθε ρούβλι που κατευθύνεται στην πολεμική προσπάθεια είναι ένα ρούβλι που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναβάθμιση ενός νοσοκομείου, τη βελτίωση ενός σχολείου ή την ανάπτυξη νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Η επιλογή αυτή δεν είναι οικονομικά ουδέτερη. Διαμορφώνει τη Ρωσία της επόμενης δεκαετίας.

Η κοινωνία της σιωπής

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που συνοδεύουν τον πόλεμο είναι τι πραγματικά πιστεύουν οι Ρώσοι πολίτες.

Οι δημοσκοπήσεις σε αυταρχικά πολιτικά περιβάλλοντα απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οι πολίτες μπορεί να διστάζουν να εκφράσουν ανοιχτά τη διαφωνία τους.

Η απουσία μαζικών διαδηλώσεων δεν αποδεικνύει απαραίτητα την ύπαρξη καθολικής συναίνεσης.

Αντίστοιχα, δεν θα ήταν ορθό να θεωρήσει κανείς ότι ολόκληρη η ρωσική κοινωνία αντιτίθεται σιωπηρά στον πόλεμο.

Η πραγματικότητα περιλαμβάνει διαφορετικές στάσεις: ανθρώπους που υποστηρίζουν ειλικρινά τις επιλογές του Κρεμλίνου, άλλους που αποδέχονται την επίσημη αφήγηση, πολίτες που προτιμούν να αποφεύγουν την πολιτική και εκείνους που διαφωνούν αλλά δεν μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα.

Αυτό που έχει αλλάξει ουσιαστικά είναι το κόστος της δημόσιας διαφωνίας.

Οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης, η πίεση προς ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οι διώξεις αντιφρονούντων έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον στο οποίο η πολιτική σιωπή μπορεί να αποτελεί στρατηγική αυτοπροστασίας.

Στην έκθεσή της για το τρίτο τρίμηνο του 2026, η οργάνωση Memorial καταγράφει μια αξιοσημείωτη μεταβολή στις πρακτικές πολιτικής καταστολής.

Οι διώξεις που σχετίζονται με την υποστήριξη απαγορευμένων οργανώσεων έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι υποθέσεις που αφορούν αποκλειστικά την έκφραση απόψεων έχουν μειωθεί.

Η μεταβολή αυτή υποδηλώνει ότι η καταστολή δεν περιορίζεται στην τιμωρία όσων μιλούν δημόσια, αλλά επεκτείνεται στον έλεγχο των πολιτικών και κοινωνικών δικτύων στα οποία συμμετέχουν.

Με άλλα λόγια, το κράτος δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι λένε οι πολίτες, αλλά και για το με ποιους συνδέονται.

Και σε μια τέτοια κοινωνία, η εμπιστοσύνη γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Η νέα γεωγραφία της ανισότητας

Η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη δεν αποτελούν αντιπροσωπευτική εικόνα ολόκληρης της Ρωσίας.

Πίσω από τις μεγάλες μητροπόλεις υπάρχει μια τεράστια γεωγραφική επικράτεια, με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές ανισότητες.

Σε αρκετές φτωχότερες περιοχές, οι στρατιωτικές απολαβές και οι αποζημιώσεις προς τις οικογένειες των στρατιωτών μπορούν να αντιστοιχούν σε ποσά πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει ένας εργαζόμενος στην τοπική οικονομία.

Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο ηθικό και κοινωνικό ζήτημα.

Όταν η συμμετοχή στον πόλεμο προσφέρει σε ορισμένους ανθρώπους οικονομικές δυνατότητες που δεν θα είχαν διαφορετικά, η στρατιωτική επιλογή παύει να είναι αποκλειστικά ζήτημα ιδεολογίας ή πατριωτισμού.

Γίνεται και ζήτημα κοινωνικής ανισότητας.

Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στους ανθρώπους που βρίσκονται στο μέτωπο.

Αφορούν τις οικογένειες που ζουν με την αγωνία της επιστροφής, τις κοινότητες που χάνουν εργαζομένους, τους τραυματίες που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα και τα παιδιά που μεγαλώνουν σε μια χώρα όπου ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μόνιμο στοιχείο της δημόσιας ζωής.

Η στρατιωτικοποίηση μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των στρατιωτών της.

Μετριέται και από τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν οι προτεραιότητες, οι προσδοκίες και οι αξίες της.

Ο πόλεμος επιστρέφει στο εσωτερικό της Ρωσίας

Για μεγάλο διάστημα, το Κρεμλίνο προσπάθησε να παρουσιάσει τον πόλεμο ως μια σύγκρουση που διεξάγεται μακριά από την καθημερινότητα της πλειονότητας των πολιτών.

Η στρατηγική αυτή γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν μεταφέρει τις οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης βαθύτερα στο εσωτερικό της χώρας.

Σύμφωνα με έρευνα της Washington Post που δημοσιεύθηκε στις 11 Οκτωβρίου 2026, οι επιθέσεις σε διυλιστήρια έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην παραγωγική ικανότητα και έχουν συμβάλει σε αυξήσεις των τιμών των καυσίμων.

Η σημασία αυτών των εξελίξεων ξεπερνά την άμεση οικονομική ζημία.

Αμφισβητεί την αντίληψη ότι η γεωγραφική έκταση της Ρωσίας προσφέρει από μόνη της ασφάλεια στις κρίσιμες υποδομές της.

Ένας πόλεμος που παρουσιάστηκε ως μέσο ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας έχει δημιουργήσει νέες μορφές ευαλωτότητας στο εσωτερικό της χώρας.

Πρόκειται για μια αντίφαση που το Κρεμλίνο δυσκολεύεται να εντάξει στο επίσημο αφήγημά του.

Ο Πούτιν και η παγίδα της ιστορίας

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν αντιμετωπίζει τον πόλεμο αποκλειστικά ως μια στρατιωτική επιχείρηση.

Η πολιτική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από μια διαρκή προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της θέσης της Ρωσίας στον κόσμο και από την αντίληψη ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης αποτέλεσε ιστορική απώλεια γεωπολιτικής ισχύος.

Αυτή η αντίληψη δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει την εισβολή στην Ουκρανία, αλλά αποτελεί σημαντικό στοιχείο του πολιτικού του τρόπου σκέψης.

Για τον Ρώσο πρόεδρο, η αναγνώριση της χώρας ως μεγάλης δύναμης συνδέεται με την ικανότητά της να επηρεάζει τις εξελίξεις στον μετασοβιετικό χώρο.

Η Ουκρανία, όμως, δεν αποτελεί απλώς ένα γεωπολιτικό αντικείμενο ανταγωνισμού.

Είναι ένα ανεξάρτητο κράτος, με δική του κοινωνία, πολιτική βούληση και δικαίωμα αυτοδιάθεσης.

Η ρωσική εισβολή παραβίασε αυτή την κυριαρχία, προκαλώντας τεράστιες ανθρώπινες απώλειες και καταστροφές.

Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο πόλεμος ως αναπόφευκτη ιστορική σύγκρουση δεν αναιρεί την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας που αποφάσισε να τον ξεκινήσει.

Αντιθέτως, αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα των προσωποπαγών καθεστώτων.

Όταν η εξωτερική πολιτική συνδέεται τόσο στενά με την προσωπική ιστορική αποστολή ενός ηγέτη, η αναθεώρηση μιας απόφασης μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απειλή για το ίδιο το κύρος του.

Και τότε, ακόμη και μια εξαιρετικά δαπανηρή στρατηγική μπορεί να συνεχίζεται επειδή η πολιτική της εγκατάλειψη θεωρείται δυσκολότερη από τη συνέχισή της.

Η εξουσία που χρειάζεται διαρκώς έναν εχθρό

Η πολιτική σταθερότητα της Ρωσίας στηρίζεται σε έναν συνδυασμό κρατικού ελέγχου, θεσμικών περιορισμών, οικονομικών εξαρτήσεων και εθνικού αφηγήματος.

Ο πόλεμος έχει ενισχύσει αρκετούς από αυτούς τους μηχανισμούς.

Η επίκληση της εξωτερικής απειλής μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει περιορισμούς δικαιωμάτων, αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες και την απαίτηση πολιτικής συσπείρωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η διαφωνία κινδυνεύει να παρουσιάζεται όχι ως θεμιτή πολιτική στάση, αλλά ως αμφισβήτηση του εθνικού συμφέροντος.

Η εξουσία αποκτά έτσι ένα επιπλέον εργαλείο νομιμοποίησης.

Ωστόσο, η διαρκής επίκληση της απειλής δημιουργεί και μια εξάρτηση.

Ένα καθεστώς που οργανώνει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας γύρω από τη σύγκρουση μπορεί να δυσκολευτεί να επιστρέψει σε συνθήκες ειρήνης.

Η ειρήνη απαιτεί διαφορετικές προτεραιότητες.

Απαιτεί λογοδοσία για τις οικονομικές επιλογές, συζήτηση για τις κοινωνικές ανάγκες και απαντήσεις για το ανθρώπινο κόστος.

Και κυρίως απαιτεί να διατυπωθεί ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον, πέρα από τη διαρκή αντιπαράθεση με τη Δύση.

Μπορεί η Ρωσία να επιστρέψει στην κανονικότητα;

Ακόμη και αν οι εχθροπραξίες σταματούσαν αύριο, η Ρωσία δεν θα επέστρεφε αυτομάτως στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από τον Φεβρουάριο του 2022.

Η οικονομία της θα έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, οι σχέσεις της με την Ευρώπη θα παρέμεναν βαθιά τραυματισμένες και η κοινωνία της θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας μακράς περιόδου στρατιωτικοποίησης.

Οι άνθρωποι που εγκατέλειψαν τη χώρα δεν είναι βέβαιο ότι θα επέστρεφαν.

Οι επιχειρήσεις που προσαρμόστηκαν στις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας θα έπρεπε να αναζητήσουν νέες αγορές.

Οι οικογένειες των στρατιωτών θα συνέχιζαν να ζουν με τις συνέπειες των απωλειών.

Και η πολιτική ηγεσία θα έπρεπε να εξηγήσει τι ακριβώς επιτεύχθηκε έπειτα από τόσα χρόνια πολέμου.

Η επιστροφή στην ειρήνη, επομένως, δεν θα αποτελούσε μόνο διπλωματική διαδικασία.

Θα ήταν μια βαθιά κοινωνική και οικονομική μετάβαση.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να σχεδιαστεί σοβαρά όσο ο πόλεμος εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδες στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του κράτους.

Η Ρωσία μετά τον Πούτιν αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη σήμερα

Στην πολιτική ιστορία, οι συνέπειες των αποφάσεων ενός ηγέτη συχνά γίνονται πλήρως ορατές πολύ αργότερα από τη στιγμή που λαμβάνονται.

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει ήδη αφήσει ένα βαθύ αποτύπωμα στη μετασοβιετική Ρωσία.

Η συγκέντρωση της εξουσίας, ο περιορισμός του πολιτικού ανταγωνισμού, η αναδιάρθρωση της οικονομίας και η στρατιωτική σύγκρουση με την Ουκρανία αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας ιστορικής περιόδου.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο ακόμη θα παραμείνει στην εξουσία.

Είναι τι είδους χώρα θα παραδώσει όταν αυτή η περίοδος ολοκληρωθεί.

Μια χώρα μπορεί να διατηρεί ισχυρό στρατό, σημαντικούς φυσικούς πόρους και γεωπολιτική επιρροή, αλλά ταυτόχρονα να έχει αποδυναμώσει τις κοινωνικές και θεσμικές προϋποθέσεις της μακροπρόθεσμης ευημερίας της.

Αυτή είναι η αντίφαση που βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα της ρωσικής πραγματικότητας.

Ο Πούτιν επιδιώκει να κατοχυρώσει τη θέση της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης, όμως η πολιτική του έχει επιβαρύνει σημαντικά τις οικονομικές προοπτικές της, έχει περιορίσει τις ελευθερίες των πολιτών της και έχει οδηγήσει τη χώρα σε μια μακροχρόνια σύγκρουση με αβέβαιη κατάληξη.

Η ιστορία δεν θα αξιολογήσει αυτή την περίοδο μόνο με βάση τα εδάφη που θα ελέγχει η Ρωσία ή τις στρατιωτικές δυνατότητες που θα διατηρεί.

Θα την αξιολογήσει και με βάση τις ζωές που χάθηκαν, τις ευκαιρίες που εγκαταλείφθηκαν και το μέλλον που στερήθηκε από μια ολόκληρη γενιά.

Γιατί ένας πόλεμος δεν τελειώνει πραγματικά τη στιγμή που σταματούν οι μάχες.

Συνεχίζεται στις οικονομίες που πρέπει να ξαναχτιστούν, στις κοινωνίες που έχουν μάθει να φοβούνται και στις οικογένειες που καλούνται να ζήσουν με την απουσία.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ιστορική αντίφαση της εποχής Πούτιν: στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει το μεγαλείο της Ρωσίας, ο ίδιος διακινδυνεύει να αφήσει πίσω του μια χώρα βαθύτερα πληγωμένη από όσο είναι σήμερα διατεθειμένη να παραδεχθεί.

Σχετικά άρθρα