Γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας δυσκολεύεται να αποφασίσει για τα κανάλια
Μια ιστορία πείσματος και χαζομάρας που αποδεικνύει πως η Δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου ανεξάρτητη από την Πολιτική.- Από τον Αλέξανδρο Δράκο
Αν κανείς ήθελε να καταλάβει γιατί η Ελλάδα θέλει ακόμη αρκετά χρόνια για να μπορέσει να ξεπεράσει τα προβλήματα που την οδηγούν σε επανειλημμένες κρίσεις και χρεοκοπίες, θα έπρεπε να δει προσεκτικά αυτήν την υπόθεση με το Συμβούλιο της Επικρατείας και τη δυσκολία που έχει για να πάρει μια απόφαση για το κατά πόσο είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα ο περίφημος Νόμος Παππά.
Όπως είναι γνωστό το Σύνταγμα ορίζει ρητά πως οτιδήποτε έχει να κάνει με τα κανάλια, τον αριθμό τους και τον τρόπο της λειτουργίας τους, είναι αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Ραδιοτηλεόρασης που λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή. Η σύνθεση του Συμβουλίου αυτού έχει να κάνει με τους πολιτικούς συσχετισμούς έτσι ώστε οι αποφάσεις του να μην εξαρτώνται από την εκάστοτε Κυβέρνηση.
Πέρσι τέτοιον καιρό περίπου η Κυβέρνηση θέλησε να αλλάξει την σύνθεση του Ραδιοτηλεπτικού Συμβουλίου. Ο κύριος λόγος ήταν το ότι στην σύνθεση του συμπεριλαμβανόταν η μητέρα της Ζωής Κωνσταντοπούλου και πολλοί στην Κυβέρνηση καλώς ή κακώς νόμιζαν ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια συνεχή πηγή προβλημάτων. Η καινούργια σύνθεση όμως που πρότεινε η Κυβέρνηση δεν εύρησκε καθόλου σύμφωνη την Νέα Δημοκρατία, που είχε την άποψη πως τα περισσότερα από τα μέλη που πρότεινε η Κυβέρνηση ήταν της επιλογής του Σύριζα. Οι μήνες περνούσαν και το καινούργιο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο δεν μπορούσε να σχηματιστεί, αφού Κυβέρνηση και Αξιωματική Αντιπολίτευση δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν, παρ` όλο που όλα τα κόμματα συμφωνούσαν στην ανάγκη να δοθούν κάποια στιγμή οριστικές άδειες και να πάψει να υφίσταται αυτό το απαράδεκτο καθεστώς με τις προσωρινές άδειες.
Ο Υπουργός Επικρατείας αποφάσισε τότε να λύσει το θέμα με τσαμπουκά, ίσως και γιατί νόμιζε ότι και ο Σύριζα αλλά και ο ίδιος ήταν παντοδύναμοι. Παρήγγειλε λοιπόν μια μελέτη σε κάποιο άγνωστο παγκοσμίως ινστιτούτο της Φλωρεντίας με στοιχεία που είχε δώσει ο ίδιος ώστε τα αποτελέσματα της μελέτης να ήταν αυτά που ήθελε. Το γιατί ο Νίκος Παππάς αποφάσισε ότι τα κανάλια θα έπρεπε να είναι 4 και όχι 14, φερ` ειπείν, παραμένει άγνωστο. Πιθανόν γιατί νόμιζε πως έτσι θα μπορούσε να ελέγξει την ενημέρωση. Έτσι έφτιαξε έναν Νόμο που έδινε στον ίδιο την αρμοδιότητα για τα κανάλια παρ` όλο που το Σύνταγμα ορίζει διαφορετικά. Από εκεί άρχισαν τα προβλήματα, καθώς τα άλλα κόμματα προσέβαλαν τον Νόμο.
Το σωστό θα ήταν ο Νίκος Παππάς να περιμένει μέχρις ότου το Συμβούλιο της Επικρατείας βγάλει μια απόφαση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας όμως, όπως και ο Πρόεδρος του, Νίκος Σακελαρίου, ο οποίος συμπαθεί τον Σύριζα δεν βιαζόταν να πάρει απόφαση. Ενώ θα μπορούσε η απόφαση να έχει βγει πριν αρχίσει η διαδικασία αδειοδότησης, το ΣτΕ αποφάσιε ότι λόγω φόρτου εργασίας και καλοκαιριού θα αποφάσιζε τον Σεπτέμβριο.
Έτσι ο Νίκος Παππάς αποφάσισε να προχωρήσει, πιθανόν υποθέτοντας πως η δύναμη της θέλησης του θα ήταν αρκετή για να ξεπεραστούν όλα τα εμπόδια. Έτσι σχεδίασε μια διαδικασία, που σε γενικές γραμμές ήταν για τα πανηγύρια ώστε να προκύψουν αυτοί που θα έδιναν τα περισσότερα για να πάρουν μια από τις 4 άδειες.
Οι γελοίες καταστάσεις που δημιουργήθηκαν με τον Καλογρίτσα και τα βοσκοτόπια, είναι γνωστές και το θέμα άρχισε να προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην Κυβέρνηση. Ο Νίκος Παππάς, όπως και ο Τσίπρας εκείνον τον καιρό, δεν μέτρησαν καλά την εντύπωση που θα έκανε στην κοινή γνώμη μια απόφαση που θα είχε σαν αποτέλεσμα να κλείσουν κάποια κανάλια που λειτουργούσαν και που δεν ήταν από αυτά που πήραν άδεια και να βρεθούν γύρω στα 2.000 άτομα στην ανεργία. Επιπλέον σ` αυτούς που δεν θα έπαιρναν άδεια ήταν ο Βαρδινογιάννης και ο Κοντομηνάς, που ήταν και εκείνοι που μέσα από τα κανάλια του είχαν στηρίξει την πορεία του Σύριζα προς την εξουσία. Όλοι θυμούνται τις εκπομπές του Λάκη Λαζόπουλου και τα όσα έλεγε ο Χατζηνικολάου στις εκπομπές του.
Από εκεί και πέρα η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει και να γίνεται μια ιστορία πείσματος και τσαμπουκά. Από την πλευρά του Σύριζα έγιναν τρομερά λάθη χειρισμών καθώς από την μία μεριά, ο Τσίπρας μπροστά στα κάπως έκπληκτα μάτια της κοινής γνώμης προσπαθούσε να δελεάσει το δικαστικό σώμα υποσχόμενος ακόμη αι αυξήσεις μισθών και από την άλλη να τους εκφοβίσει με απαράδεκτες ενέργειες, όπως ήταν η αποκάλυψη της ιδιωτικής ζωής ενός εκ των Αντιπροέδρων του ΣτΕ.
Μέσα από επανειλημμένες συσκέψεις το ΣτΕ προσπαθούσε να αποφύγει να πάρει μια απόφαση. Και ο λόγος είναι απλός. Αν αποφάσιζε πως ο Νόμος Παππά είναι αντισυνταγματικός θα μπορούσε να προκληθεί μια μεγάλη πολιτική κρίση στην πιο ακατάλληλη στιγμή μια και βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος. Από την άλλη πως να βγάλει συνταγματικό έναν Νόμο που είναι αντισυνταγματικός, χωρίς να δημιουργηθούν ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.
Την περασμένη βδομάδα μέσα σε έντονα φορτισμένο κλίμα, τα μέλη του ΣτΕ αποφάσισαν να κάνουν δεκτές τις προσφυγές των τηλεοπτικών σταθμών. Ήταν και η στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας κατάλαβε για πρώτη φορά πως ο τσαμπουκάς του φίλου του Νίκου Παππά, θα μπορούσε να έχει μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ίδιο. Έτσι αντί να πάει στην Βουλή και να υποστηρίξει τον Υπουργό του, αποφάσισε να πάρει το αεροπλάνο και να πάει νωρίτερα στις Βρυξέλλες αφήνοντας τον Νίκο Παππά του να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά. Επιπλέον άρχισε να παίρνει σαφείς αποστάσεις από το θέμα, με τις δηλώσεις που έκανε γυρίζοντας και λέγοντας πως οι αποφάσεις του ΣτΕ είναι δεσμευτικές.
Κατά πάσα πιθανότητα η απόφαση του ΣτΕ θα βγει αύριο. Και αν τυχόν η απόφαση είναι αρνητική, το κόστος δεν θα πέσει στον Τσίπρα αλλά στον Παππά και στους χειρισμούς του.
Εκτός από αυτό η όποια αρνητική απόφαση του ΣτΕ δεν θα προλάβει να πάρει διαστάσεις γιατί θα καλυφθεί από τα νέα για τον ανασχηματισμό, που μάλιστα θα είναι και δομικός.
Υπάρχει όμως και μια πιθανότητα η απόφαση του ΣτΕ να είναι και μια απόφαση τύπου Ποντίου Πιλάτου, ώστε όλοι να μείνουν ευχαριστημένοι.
Δυστυχώς στην Ελλάδα παρ` όλες τις χαζομάρες που ακούγονται η Δικαιοσύνη, είναι πολύ μπλεγμένη με την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις. Είναι μια πραγματικότητα που όποιος θέλει μπορεί να κάνει πως δεν υπάρχει. Και είναι μια από τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Αλλά όχι η μόνη.