Νέα δημοσκόπηση: Από την αριστεία στην καχυποψία
Η νέα δημοσκόπηση της Interview δεν καταγράφει απλώς ένα ακόμη επεισόδιο φθοράς της κυβέρνησης. Ίσως το πιο ενδιαφέρον που καταγράφει είναι ότι το αντισυστημικό, αντικυβερνητικό και οργισμένο κοινό μετακινείται ψάχνοντας νέο φορέα έκφρασης. Ή καλύτερα νέο φορέα αγανάκτησης.
Η πρώτη ανάγνωση της νέας δημοσκόπησης της Interview είναι προφανής αλλά όχι η πιο ουσιαστική. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, υποχωρώντας ωστόσο στο 25,7 από 28,7 το Μάρτιο, ενώ το ΠΑΣΟΚ διατηρεί τη δεύτερη θέση με 13,5, σχεδόν αμετάβλητο από την τελευταία μέτρηση. Η δημοσκοπική ώθηση που κατέγραψε η κυβέρνηση λόγω του πολέμου στο Ιράν και του γνωστού φαινομένου «rally around the flag» φαίνεται να εξανεμίζεται με τη φθορά να επιστρέφει και τις φυγόκεντρες τάσεις να συνεχίζουν να ροκανίζουν το προβάδισμα της.
Το πιο ενδιαφέρον όμως εύρημα της μέτρησης αυτής βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού καταγράφεται τρίτο με ποσοστό 7,9%, την ώρα που η Ζωή Κωνσταντοπούλου με την Πλεύση Ελευθερίας υποχωρούν στο 3,3%. Με άλλα λόγια η αντισυστημική ψήφος δεν εξαφανίστηκε αλλά μετακινείται ψάχνοντας νέο φορέα έκφρασης. Ή πιο σωστά νέο φορέα αγανάκτησης.
Το momentum της δυσπιστίας
Η Μαρία Καρυστιανού -που τον τελευταίο καιρό δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας -φαίνεται να συμβολίζει αυτό το «καινούριο». Δεν κουβαλά φθορά εξουσίας, δεν προέρχεται από κομματικό μηχανισμό και έχει ταυτιστεί- μέσα από την υπόθεση των Τεμπών- με μια μορφή ηθικής αντιπαράθεσης απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Σε περιόδους κρίσεων και πολιτικής κόπωσης, τέτοια χαρακτηριστικά λειτουργούν συχνά καταλυτικά. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και το πολιτικό timing μετά την υπόθεση Μακάριου Λαζαρίδη, που επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της αξιοπιστίας των πολιτικών προσώπων και της αναξιοκρατίας. Ο παράτυπος διορισμός του βουλευτή Καβάλας μπορεί να μην εξηγεί από μόνος του την άνοδο της Καρυστιανού, χωρίς να έχουμε ακόμη μάθει κάποια βασικά στοιχεία για την ίδρυση του φορέα της, ωστόσο ενισχύει το κλίμα δυσπιστίας που συχνά λειτουργεί ως καύσιμο για τέτοιου τύπου πολιτικές κινήσεις.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου που μέχρι πρότινος έδειχνε να εκφράζει σχεδόν μονοπωλιακά το ρεύμα της έντονης αντισυστημικής διαμαρτυρίας, φαίνεται να πιέζεται αρκετά από την εμφάνιση της νέας διεκδικήτριας του ίδιου ακροατηρίου. Που έχει ένα βασικό πλεονέκτημα: την εικόνα του άφθαρτου.
Την ίδια στιγμή, οι αναποφάσιστοι περιορίζονται στο 14,8% από 17,4% τον Μάρτιο, δείχνοντας ότι ένα μέρος του εκλογικού σώματος αρχίζει να επανατοποθετείται. Αυτό σημαίνει όμως ότι στενεύει η δεξαμενή για τα υπόλοιπα κόμματα που βρίσκονται υπό διαμόρφωση. Ο Αλέξης Τσίπρας, που έχει δηλώσει ότι θα είναι παρών στις επόμενες εκλογές, αλλά και ο Αντώνης Σαμαράς που φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο επιστροφής του, θα πρέπει να υπολογίσουν ότι ο χώρος που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πεδίο υποδοχής νέων σχηματισμών δεν είναι απεριόριστος…
Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έρευνα ότι το 56% των ερωτηθέντων δηλώνει υπέρ των πρόωρων εκλογών, έναντι του 40% που επιθυμεί εξάντληση της θητείας της κυβέρνησης. Το αίτημα για κάλπες επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση, καταγράφοντας άνοδο σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις.
Είναι άλλωστε ένα αίτημα που επαναλαμβάνει συστηματικά και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επιχειρώντας να καταστήσει το κόμμα του κεντρικό πόλο ανασύνθεσης της κεντροαριστεράς. Ωστόσο η στασιμότητα των ποσοστών του δε δείχνει -τουλάχιστον προς το παρόν -να επιβεβαιώνει αυτή τη στρατηγική.
Ενδεικτικό είναι και το εύρημα για την καταλληλότητα στη διακυβέρνηση: μετά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, εξακολουθεί να προηγείται ο «Κανένας». Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει ένα ευρύτερο έλλειμα εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και ταυτόγχρονα δείχνει ότι η φθορά της κυβέρνησης δε γεννά πειστικές εναλλακτικές. Η Μαρία Καρυστιανού φιγουράρει στην τέταρτη θέση πίσω από τον «Κανένα» και το Νίκο Ανδρουλάκη.
Γιατί όσο η δυσπιστία παραμένει κυρίαρχο συναίσθημα, τόσο θα ανοίγει χώρος για νέους παίκτες που επενδύουν στην αντισυστημική ψήφο και εμφανίζονται ως «ηθική εναλλακτική» απέναντι σε μια πολιτική σκηνή που εξακολουθεί να παράγει αναξιοκρατία, αλαζονεία και φθορά.