«Evil Dead», Γούντι Άλεν ή «Ιστορίες για Αγρίους» – εσάς, ποια είναι η αγαπημένη σας κωμωδία;
«Νευρικός Εραστής»

«Evil Dead», Γούντι Άλεν ή «Ιστορίες για Αγρίους» – εσάς, ποια είναι η αγαπημένη σας κωμωδία;

Οι σκηνοθέτες της ανθολογίας «Ελλάδα 3.0» μοιράζονται με το Κλικ τις ταινίες με τις οποίες γελούν περισσότερο.

Από την Πέμπτη 4/6 συμβαίνει ένα πολύ ενδιαφέρον κινηματογραφικό πείραμα στα σινεμά. Στο «πακέτο» μίας ταινίας με τίτλο «Ελλάδα 3.0» προβάλλονται η μία μετά την άλλη τρεις μικρού μήκους ταλαντούχων και διακεκριμένων Ελλήνων σκηνοθετών. Συνδετικό νήμα τους; Το γεγονός πως όλες συνδυάζουν το φρέσκο χιούμορ με επίκαιρες θεματικές και αξιοπρόσεκτες ερμηνείες υπηρετώντας με διαφορετικές προσεγγίσεις τη μαύρη κωμωδία. Σπάνιο φαινόμενο, κιόλας, το συγκεκριμένο είδος στις εγχώριες κινηματογραφικές παραγωγές, έτσι ζητήσαμε από τους σκηνοθέτες των φιλμ που απαρτίζουν το «Ελλάδα 3.0» να μας μιλήσουν για τις δικές τους αγαπημένες κωμωδίες. Ο λόγος για τους Δημήτρη Παπαθανάση («Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει»), Ιωάννα Κρυωνά («Planet Balcony») και Μιχάλης Γιγιντής («100 Χρόνια Μπροστά»).

Δημήτρης Παπαθανάσης: «Evil Dead» & «Braindead»

Evil Dead
«Evil Dead»

«Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία; Τι να απαντήσεις τώρα σε αυτό; Μία απλή ερώτηση που μπορεί να σταθεί η αφορμή για μαραθώνιες κινηματογραφικές αναλύσεις, τσακωμούς – παρεξηγήσεις, να σφυρηλατήσει φιλίες σε σκοτεινές μπάρες που το αλκοόλ ρέει άφθονο, να χωρίσει ζευγάρια, να ενώσει παρέες! Τα top-3, top-5, top-10 μου, αλλάζουν και εύχομαι να αλλάζουν μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.

Στην ερώτηση, λοιπόν, ποια είναι η αγαπημένη σου κωμωδία, αυτή την εποχή με μία καλοκαιρινή διάθεση και για να “φλεξάρω”, θα απαντήσω με δύο ταινίες από το υπο-είδος splatter horror-comedy, το “Evil Dead” (1981) του Σαμ Ράιμι και το “Braindead” (1992) του Πίτερ Τζάκσον.

Αυτό που με γοητεύει και στις δύο είναι ότι αντιμετωπίζουν το σινεμά ως μια πράξη καθαρής ελευθερίας. Ο τρόμος, η υπερβολή και το γέλιο συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχίες. Ο Ράιμι και ο Τζάκσον μοιάζουν να ανακαλύπτουν διαρκώς νέους τρόπους για να μετατρέψουν το χάος σε κωμικό θέαμα. Οι χαρακτήρες βασανίζονται αλύπητα, τα σώματα διαλύονται, οι καταστάσεις ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο κι όμως, το αποτέλεσμα είναι βαθιά απελευθερωτικό και αστείο.

Ίσως γιατί και οι δύο ταινίες καταλαβαίνουν κάτι ουσιαστικό για την κωμωδία: ότι γεννιέται από την κατάρρευση της τάξης. Από τη στιγμή που ο κόσμος παύει να λειτουργεί λογικά, όλα γίνονται πιθανά. Και εκεί ακριβώς, μέσα στην υπερβολή, την αναρχία και την παιδική χαρά της κινηματογραφικής εφεύρεσης, βρίσκεται το είδος του χιούμορ που αγαπώ περισσότερο. Kάθε φορά μου θυμίζουν πόσο διασκεδαστικό μπορεί να είναι το σινεμά όταν δεν φοβάται να γίνει εντελώς παράλογο».

Ιωάννα Κρυωνά: «Νευρικός Εραστής»

Annie Hall 1

«Ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να απομονώσει κανείς μία και μόνο αγαπημένη. Αν έπρεπε να απαντήσω την πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, θα έλεγα το “Νευρικό Εραστή” (“Annie Hall”) του Γούντι Άλεν. Θα σας βάλω στον κόσμο της με μια σκηνή.

Σινεμά, μεγάλη ουρά για εισιτήρια. Παίζεται η “Περσόνα” του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, ο Άλεν και η Νταϊάν Κίτον, βρίσκεται σε κρίση, νεύρα και ξενέρα. Από πίσω τους ένας τύπος ξεκινά μια ανάλυση για τον Φεντερίκο Φελίνι, φλύαρη και “διανοουμενέ”, ο Άλεν τα παίρνει από τις πρώτες ατάκες. “Η τελευταία ταινία του δεν έχει συνεκτική δομή, δεν νομίζω ότι ξέρει τι θέλει να πει, πάντα τον θεωρούσα έναν τεχνικό σκηνοθέτη”. Ύβρις, έξαλλος αλλάζει το θέμα, “γιατί είσαι θλιμμένη;” ρωτάει την Κίτον. “Έχασα το ραντεβού με τον ψυχοθεραπευτή μου”, “Έχεις ιδέα πόσο εχθρικό είναι αυτό για μένα;”. Ο καυγάς ξεκινάει.

Φελίνι, Σάμιουελ Μπέκετ, “ακαδημαϊκίζουσες” αερολογίες στο φόντο, ενώ το ζευγάρι τσακώνεται για την κακή σεξουαλική του ζωή, χωρίς όμως να μένει ανεπηρέαστο από τις φανφάρες του πίσω. Δύο δράσεις, δύο επίπεδα – η πικρία μιας σχέσης που μοιάζει να τελειώνει, βαριές κατηγορίες, απογοήτευση, κι ένας εκνευριστικός εξυπνάκιας που μάλλον είναι στο πρώτο του ραντεβού και προσπαθεί να εντυπωσιάσει τη συνοδό του. Ανεπιτυχώς, κρίνοντας από την εμφανέστατη βαρεμάρα στο πρόσωπό της και εκεί ακριβώς είναι το σημείο που γεννιέται η καλή κωμωδία. Το να αφηγείσαι ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο δράμα με χιούμορ και τις σωστές δόσεις ελαφρότητας, πλάθοντας έναν κόσμο που σατιρίζει τη σοβαροφάνεια και ταυτόχρονα φωτίζει με ουσία το δυσάρεστο και το σκοτεινό».

Μιχάλης Γιγιντής: «Ιστορίες για Αγρίους»

Ιστορίες για Αγρίους

«Απολαμβάνω εκείνες τις κωμμωδίες που αφορούν κοινωνικά θέματα και τα προσεγγίζουν με μαύρο χιούμορ και σουρεαλισμό. Από τους Μonty Python μέχρι τον Χάρυ Kλύνν, από τα “Παράσιτα”’ μέχρι το “Αλλαλούμ”, είναι πολλές οι ταινίες που μπορώ να θυμηθώ, άλλες σουρεαλιστικά κωμικές και άλλες μαύρες κωμικοτραγικές ιστορίες. Θα αναφέρω όμως μια ταινία που πάντα ανακαλώ όταν πρόκειται για κωμωδία, το “Ιστορίες για Αγρίους” του Νταμιάν Σιφρόν. Αποτελείται από έξι αυτοτελείς ιστορίες από τον ίδιο σκηνοθέτη στην ίδια παραγωγή, οι οποίες πραγματεύονται τη μετατροπή φιλήσυχων και “καθημερινών” ανθρώπων σε “άγριους” και αδίστακτους, όταν αδικούνται και όταν φτάνουν στο “αμήν” είτε μέσα από την κοινωνική αδικία είτε μέσα από τη προδοσία και την απογοήτευση.

Ανάμεσα στους παραγωγούς της ταινίας βρίσκουμε τον Πέδρο Αλμοδόβαρ. Όταν διάβασα το συγκεκριμένο credit μου φάνηκε πολύ λογικό. Αργεντινο-ισπανικής παραγωγής, πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα των χαρακτήρων και τον παραλογισμό στον οποίο μπορούν να εξελιχθούν κάποιες απλές καθημερινές καταστάσεις και ταυτόχρονα μιλάει σε κάθε είδους κοινό, οπουδήποτε. Έπειτα, το χιούμορ της ταινίας προκύπτει εν τέλει από οριακά παράλογες εξελίξεις και πάντως μη συνηθισμένες, δεν βασίζεται απλά σε ευκολίες, αλλά προκύπτει οργανικά μέσα από τη πλοκή του σεναρίου και τη διαδρομή των χαρακτήρων. Στο τέλος της κάθε ιστορίας, όλα βγάζουν νόημα.

Φωτίζει κρυφές και ένοχες πτυχές μας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, μας δείχνει πως μέσα στις κατάλληλες περιστάσεις και ζυμώσεις μπορείς να γίνεις πολλά από αυτά που νομίζεις ότι δεν θα γινόσουν ποτέ, αλλά αυτό μπορεί να είναι τελικά μια εξιλέωση και μια απελευθέρωση. Θυμάμαι πολλές ωραίες σκηνές, όπως εκείνη που ο χαρακτήρας που υποδύεται αυτός ο υπέροχος ηθοποιός, ο Ρικάρντο Νταρίν, απηυδισμένος που η γραφειοκρατεία και ο παραλογισμός της καθημερινότητας του στερούν να παρευρεθεί στα γενέθλια της κόρης του (έχοντας υποσχεθεί να φέρει και τη τούρτα!), αποφασίζει να κάνει κάτι που ξέρει καλά λόγω ιδιότητας. Ανατινάζει τα τοπικά γραφεία της υπηρεσίας που κατάσχεσε επανειλημμένα το αυτοκίνητο του, απολαμβάνοντας το θέαμα και τρώγοντας κρουασάν σε slow motion, στο απένταντι καφέ! Κανένα θύμα, τίποτα μη αναστρέψιμο από την αντίδραση του αλλά ένα απόλυτο αίσθημα δικαίωσης να τον κατακλύζει και να τον δικαιώνει! Το μοντάζ, η φωτογραφία, η χρήση της μουσικής αναδεικνύουν εξαιρετικά το σενάριο. Η υποκριτική είναι απολαυστική. Μια καλογυρισμένη κωμικοτραγική ιστορία. Μια ταινία που την ξαναβλέπω ευχαρίστως».

Η ταινία «Ελλάδα 3.0» κυκλοφορεί από την Tanweer από 4 Ιουνίου στους κινηματογράφους.

Σχετικά άρθρα