KLIK at THE MOVIES Περηφάνια & Προκατάληψη & Ζόμπι
Ο Μπερ Στιρς σπαταλά την ευκαιρία να μας δώσει κάτι το γνήσια ανατρεπτικό στο είδος της παρωδίας τρόμου, σερβίροντάς μας ένα άτολμο, αμήχανο και ελάχιστα διασκεδαστικό φιλμ, με τα ζόμπι του τίτλου να περνούν σχεδόν απαρατήρητα | Από τον Χάρη Παπαπαναγιώτο
Όταν πριν από μερικά χρόνια είχε ανακοινωθεί πως το ομώνυμο best seller μυθιστόρημα του Σεθ Γκρέιαμ-Σμιθ, το οποίο παρουσιάζει μια εναλλακτική, αναπάντεχα gore εκδοχή του δημοφιλέστερου μυθιστορήματος της Τζέιν Όστεν “Περηφάνια και Προκατάληψη”, ετοιμαζόταν να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη, δεν κρύβουμε πως είχαμε ενθουσιαστεί στην σκέψη πως, με τους κατάλληλους χειρισμούς, θα μπορούσε να προκύψει κάτι το απολαυστικά… κανιβαλιστικό! Δυστυχώς, το τελικό αποτέλεσμα απογοητεύει ποικιλοτρόπως, καταλήγοντας να αποτελεί ένα φιλμικό αξιοπερίεργο που αποτρέπει σχεδόν οποιαδήποτε διάθεση για τον παραμικρό χαβαλέ μέσα στο πρώτο εικοσάλεπτο.
Βρισκόμαστε στην Αγγλία του 19ου αιώνα, όπου η επιδημία της Μαύρης Πανώλης όχι μόνο έχει αποδεκατίσει τον πληθυσμό της χώρας, αλλά απειλεί με ολικό αφανισμό τους επιζώντες, καθώς οι νεκροί επιστρέφουν στη “ζωή” διψώντας για ανθρώπινη σάρκα. Η κυρία Μπένετ, ωστόσο, δείχνει να νοιάζεται πιο πολύ για την αποκατάσταση των πέντε χαριτωμένων και καλοαναθρεμμένων θυγατέρων της, οι οποίες, για παν ενδεχόμενο, έχουν εκπαιδευτεί και στις κινέζικες πολεμικές τέχνες. Την άποψή της διόλου δεν συμμερίζεται η Ελίζαμπεθ, η μεγαλύτερη και πιο δυναμική από τις κόρες της, η οποία, από την στιγμή που συναντά τον γοητευτικό αλλά υπερόπτη κύριο Ντάρσι, διάσημο “ζομποκυνηγό”, συνειδητοποιεί πως, πέρα από τους απέθαντους θα πρέπει να αντιμετωπίσει και τις προκαταλήψεις του.
Δεν γνωρίζουμε αν η ευθύνη βαραίνει τους παραγωγούς και τις τυχόν παρεμβάσεις τους ή αποκλειστικά και μόνο τον σκηνοθέτη Μπερ Στιρς (“Igby Goes Down”, “17 Again”), ο οποίος έχει αναλάβει εξολοκλήρου και τη σεναριακή διασκευή, το – ιδιαίτερα φροντισμένο σε επίπεδο ανασύστασης της “πειραγμένης” περιόδου – κινηματογραφικό “Pride & Prejudice & Zombies” όμως είναι αδικαιολόγητα άτολμο όσο και αμήχανο ως σύνολο, με τις σεκάνς των πολεμικών τεχνών να είναι ανέμπνευστες και κακότεχνα γυρισμένες, το χιούμορ να μην βρίσκει σχεδόν ποτέ το στόχο του και τους ποικίλους σφαγιασμούς των ζόμπι είτε να συμβαίνουν εκτός κάδρου είτε να παραμένουν απελπιστικά αναίμακτοι.
Ουσιαστικά, το μόνο που λειτουργεί ως ένα σημείο είναι το ρομαντικό στοιχείο, με το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Λίλι Τζέιμς και Σαμ Ράιλι να καταφέρνουν να δώσουν μια κάποια υπόσταση στον “απαγορευμένο” έρωτα που φουντώνει ανάμεσα στους προσφιλείς χαρακτήρες που υποδύονται, με αποκορύφωμα μια εντυπωσιακά καλοστημένη σκηνή όπου οι δυο τους αναμετρώνται συγχρόνως λεκτικά και σωματικά, η οποία αποτελεί και την πιο… σέξι στιγμή ολόκληρης της ταινίας.
Κάποιες επιμέρους σεναριακές εμπνεύσεις που εμπλέκουν τους Τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης και τον Αντίχριστο παραμένουν ουσιαστικά ανεκμετάλλευτες, ενώ εκείνη που αφορά στην (προτεινόμενη) λύση της ειρηνικής συνύπαρξης των ζωντανών με τους “εξευγενισμένους” απέθαντους δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο, πέρα από το να μας αποπροσανατολίσει προσωρινά για τις προθέσεις ενός εκ των βασικών χαρακτήρων. Σχεδόν στο… ντούκου, εξάλλου, περνά και το εύρημα των ευφυών ζόμπι που μπορούν να προσποιηθούν με ιδιαίτερη πειστικότητα τους ζωντανούς, αποκτώντας έτσι πλεονέκτημα απέναντι στα υποψήφια θύματά τους (εκτός κι αν αυτά έχουν στο τσεπάκι τους μερικές… μύγες!), ενώ μάλλον ατυχείς χαρακτηρίζονται και οι περιστασιακές απόπειρες του Στιρς να ελαφρύνει κάπως την -αρκετά βαριά ένεκα του αποκαλυπτικού τοπίου- ατμόσφαιρα, στερώντας από τους θεατές μια ακόμη δυνατότητα να διασκεδάσουν έστω και λίγο.
Τα ίδια τα ζόμπι δεν είναι διόλου τρομαχτικά στην όψη (που είναι ένας Γκρεγκ Νικοτέρο όταν τον χρειάζεσαι;), ενώ παρά το γεγονός ότι αυξάνονται διαρκώς σε αριθμό σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από το – περιστοιχισμένο με τείχος και χωρισμένο με τάφρο από την υπόλοιπη χώρα – Λονδίνο, δεν υπάρχει η παραμικρή αίσθηση σασπένς, καθώς η πλοκή παραμένει πιστή στο “τζεϊνοστενικό” happy end της σχέσης ανάμεσα στην Ελίζαμπεθ Μπένετ και τον κύριο Ντάρσι. Το μόνο “τρομαχτικό” στην όλη ιστορία, είναι, τελικά, η υπόνοια για sequel που αφήνει το ανοιχτό φινάλε της ταινίας… Στις αίθουσες από τις 17 Μαρτίου 2016, σε διανομή Spentzos Film.