Ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις μιλά στο ΚΛΙΚ για την «Τελευταία Κλήση» και το έγκλημα που δεν ξέχασε ποτέ
Συζητάμε με το δημιουργό του πολύκροτου crime thriller το οποίο εμπνέεται από μια αληθινή υπόθεση που συντάραξε τη χώρα.
Το να γυρίσεις την πρώτη μεγάλου μήκους σου είναι μια έτσι κι αλλιώς απαιτητική δουλειά, όμως, ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις βρήκε τρόπο να ανεβάσει και άλλο τον πήχυ της δυσκολίας. Βλέπετε, το ντεμπούτο του με τίτλο «Τελευταία Κλήση», στο οποίο ο Φράνσις συνυπογράφει το σενάριο με την πολύπειρη Κατερίνα Μπέη («Ευτυχία», «Φόνισσα»), εμπνέεται από την πραγματική υπόθεση Σορίν Ματέι. Ξέρετε, το περιστατικό ομηρίας που εκτυλίχθηκε σε ζωντανή μετάδοση και παρακολούθησε όλη η χώρα στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Τώρα, τα γεγονότα διατυπώνονται από την αρχή ως ένα μοντέρνο crime thriller όπου, όπως γράφαμε στην κριτική μας: «Με την αφηγηματική οικονομία αμερικανικού θρίλερ και με υποβλητική αμεσότητα, η “Τελευταία Κλήση” βάζει τα πιόνια στο κινηματογραφικό σκάκι χωρίς περιττές επεξηγήσεις. Αυτό δίνει τον πλεονέκτημα στο σκηνοθέτη να κατασκευάσει στο άψε σβήσε ένα χειροπιαστό σασπένς, έχοντας στο φόντο έναν αποσαφηνισμένο καμβά διακυβευμάτων: ο αντι-ήρωας να βγει κερδισμένος, η οικογένεια να ζήσει, οι αστυνομικοί να μη γίνουν ρεζίλι πανελληνίως, οι δημοσιογράφοι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Το τελευταίο, παραδόξως, μετατρέπεται σε κομβικό στόχο σχεδόν για όλους: μπροστά στην κάμερα κανείς δεν θέλει να φανεί υποτιμημένος».
Λίγο πριν η «Τελευταία Κλήση» συμπληρώσει μία εβδομάδα παραμονής στις σκοτεινές αίθουσες, ο Φράνσις απαντά στις ερωτήσεις του Κλικ.

Ξεκινάω με μια προφανή, αλλά νομίζω σημαντική ερώτηση. Τι σας κινητοποίησε να αφηγηθείτε αυτή την ιστορία; Και επίσης, τι θυμάστε από το αληθινό περιστατικό που ενέπνευσε το σενάριο; Ήθελα πάρα πολύ να κάνω μια ταινία η οποία να εμπνέεται από αληθινά περιστατικά, γιατί πίστευα πως έτσι το κοινό θα συνδεθεί άμεσα με αυτό που θα δει. Όταν ο θεατής ξέρει ότι αυτό που παρακολουθεί στη μεγάλη οθόνη έχει συμβεί, η εμπειρία του μέσα στο σινεμά γίνεται πιο έντονη! Η κεντρική ιστορία που ενέπνευσε την ταινία ήταν αξέχαστη στη μνήμη μου, γιατί ήμουν 19 χρονών τότε, και παρακολουθούσα την ομηρία στην τηλεόραση μαζί με την μητέρα μου κι όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Στα πλαίσια της μυθοπλασίας, όμως, με την Κατερίνα Μπέη φτιάξαμε μέσα στο σενάριο και φανταστικούς χαρακτήρες.
Συναντήσατε δυσκολίες στην αναπαράσταση της εποχής; Ήμουν παρών στα γυρίσματα στο Θεμιστόκλειο Συγκρότημα και ομολογώ εντυπωσιάστηκα από την προσοχή στη λεπτομέρεια που δόθηκαν στα σκηνικά. Βεβαίως θυμάμαι που είχατε επισκεφτεί το σετ. Να πούμε για τους αναγνώστες ότι το τηλεοπτικό πλατό, το control room, το διαμέρισμα στο εσωτερικό του, αλλά και οι διάδρομοι έξω από το διαμέρισμα ήταν όλα σκηνικά σε πλατό! Με τον production designer Μιχάλη Σαμιώτη και την art director Μυρτώ Δασκαρόλη και μαζί με τις ενδυματολόγους Άννα Ζώτου και Εβελίνα Δαρζέντα δουλέψαμε εξονυχιστικά για να αποδοθεί η εποχή στα σκηνικά και τα κοστούμια. Πιστεύω πως έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά όλοι! Όσον αφορά τα εξωτερικά γυρίσματα, αν το καλοσκεφτεί κάποιος… η Αθήνα δεν έχει αλλάξει στην όψη της εδώ και πολλές δεκαετίες! Οτιδήποτε δεν ταίριαζε με την εποχή, κυρίως σε τεχνολογικό επίπεδο, υπήρχε η δυνατότητα να διορθωθεί στο post-production από τον Χρήστο Ζουμή και τη Ρένα Παπουτσή. Προσπαθήσαμε όλοι μαζί να είμαστε όσο πιο ακριβείς γίνεται στην εποχή.

Αν θέλετε, πείτε μου δύο λόγια για την αισθητική που υιοθετήσατε στην «Τελευταία Κλήση». Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον που ακολουθείτε μια άμεση προσέγγιση, χωρίς περιττές εξηγήσεις, η οποία μου θυμίζει πολύ τα αμερικανικά crime thriller και ειδικά της δεκαετίας του ’70. Με τιμά ιδιαιτέρως το ότι σας θύμισε η ταινία μας τα αμερικανικά crime thriller των ‘70s! Πάντα με γοήτευε η σκοτεινή και ρεαλιστική αισθητική τους. Με ενδιέφερε να φτιάξουμε μια ταινία που να μην είναι ξεκάθαρο ποιοι είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί». Ήθελα οι σκηνές βίας – ακόμα κι αν είναι λίγες μέσα στην ταινία – να αποδοθούν όσο πιο ωμά γίνεται. Και να υποβόσκει ένα πολιτικά φορτισμένο τοπίο που όσο περνά ο χρόνος να αλλάζει κατεύθυνση εκεί που ο θεατής δεν το περιμένει. Είμαι πολύ τυχερός που ο παραγωγός μας ο Διονύσης Σαμιώτης πίστεψε στο όραμά μου και μπόρεσα να έχω την ελευθερία να κατευθύνω την ταινία προς την αισθητική που αγαπώ και υπηρετώ. Και φυσικά αυτό δε θα γινόταν χωρίς την πολύτιμη συμβολή του διευθυντή φωτογραφίας μας, Ραμόν Μαλαπέτσα!
Κατ’ επέκταση, πώς ερμηνεύετε τον ενθουσιασμό του κοινού, εδώ και χρόνια, με ταινίες και σειρές που ανήκουν στο true crime ή τις παρυφές του; Έχετε δίκιο πως πολύς κόσμος αγαπά και βλέπει true crime ταινίες, σειρές και ντοκιμαντέρ ολοένα και περισσότερο! Νομίζω είναι κοινωνικό φαινόμενο κι έχει να κάνει με τις ψυχολογικές ανάγκες του κοινού. Έχουν την δυνατότητα να βιώσουν τρόμο και ένταση χωρίς να κινδυνεύουν. Είδαμε ότι μεγάλη απήχηση είχαν οι σειρές του Ράιαν Μέρφι βασισμένες σε αληθινούς δολοφόνους. Ας μη ξεχνάμε το «Monster» (2003) με τη Σαρλίζ Θερόν ή το «Zodiac» (2007)! Νομίζω ο κόσμος έχει ανάγκη να αναγνωρίσει το «κακό» στη ζωή και να το αντιμετωπίσει!

Όλοι οι ηθοποιοί καλούνται να ερμηνεύουν ρόλους σε υψηλή ένταση, ορισμένοι για όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ποια διαδικασία ακολουθήσατε για την προετοιμασία τους; Η προετοιμασία με τους ηθοποιούς ήταν μια διαδικασία που απόλαυσα πάρα πολύ! Γενικώς, τους δίνω λίγες και μικρές οδηγίες, ώστε να τους αφήσω να πλάσουν τον χαρακτήρα τους χωρίς να μπλοκάρω την δημιουργικότητά τους. Αναλόγως με το τί υλικό θα μου φέρουν στην πρόβα, αποφασίζω εκείνη τη στιγμή προς το που θα τους κατευθύνω. Στο γύρισμα, με ενδιαφέρει οι επαναλήψεις των λήψεων να γίνονται συνήθως από διαφορετικές γωνίες, έτσι ώστε να έχω αρκετό υλικό για να αυξομειώνω τον ρυθμό και την ένταση της ερμηνείας τους στο μοντάζ.
Μία από τις πιο φορτισμένες θεματικές της αφήγησής σας αφορά την ελληνική διαπλοκή. Και το πώς, παρασκηνιακά, οι σχέσεις εξουσίας διατρέχουν εν αγνοία μας τις κοινωνικές ισορροπίες. Τι σας οδήγησε προς τη συγκεκριμένη σεναριακή κατεύθυνση; Πιστεύω πως τέτοια θέματα δημιουργούν ισχυρά δραματουργικά στοιχεία. Με ενδιέφερε να κάνω μια ταινία έντασης που θα κρατά τον θεατή σε μόνιμη αγωνία για τα 87 από τα 90 λεπτά. Οι συγκρούσεις για το ποιος ελέγχει ποιον θεωρώ πως είναι συναρπαστικές ακόμα και για μένα τον ίδιο όταν σκηνοθετώ. Συνεπώς, θα ήθελα το κοινό να βιώσει την ιστορία που έχω να διηγηθώ με τον τρόπο που την βιώνω μέσα στο κεφάλι μου και να φύγουν από την κινηματογραφική αίθουσα με την αμφισβήτηση στη σκέψη τους για το τι είναι τελικά πολιτικά και ηθικά ορθό στην κοινωνία μας, στην καθημερινότητά μας. Βλέπουμε ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει.

(Ακολουθεί μικρό spoiler για την πλοκή) Τόσο στην πραγματική υπόθεση όσο και στην ταινία, οι αστυνομικοί χειρισμοί είναι χαρακτηριστικά ριψοκίνδυνοι. Όπως, για παράδειγμα, το γεγονός πως οι γείτονες βρίσκονται στην πολυκατοικία για τόσες ώρες με τη ζωή τους να είναι σε κίνδυνο. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσετε τις ισορροπίες ανάμεσα στην ταυτόχρονα ηθική και πρόχειρη αντιμετώπιση του περιστατικού, αλλά και αντίστοιχων περιπτώσεων; Χαίρομαι που παρατηρήσατε την συγκεκριμένη λεπτομέρεια της ταινίας κι ας κάνουμε spoil στο κοινό αυτή τη στιγμή. Ναι, το να εκκενωθεί η πολυκατοικία μετά από τόσες ώρες που ο δράστης είναι ήδη μέσα κι έχει ήδη καλέσει τον τηλεοπτικό σταθμό να ενημερώσει για την ομηρία κι η αστυνομία είναι ήδη από κάτω, είναι κάτι που ήθελα να τονίσω σχετικά με την προχειρότητα μιας αντιμετώπισης όταν κινδυνεύουν ανθρώπινες ζωές! Οτιδήποτε θα δείτε μέσα στην «Τελευταία Κλήση» είναι σχόλιο που ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει με την δική του λογική. Το να κρατήσουμε τις ισορροπίες με την Κατερίνα, ήταν μεγάλη πρόκληση και χρειάστηκε πολύ δουλειά γι’ αυτό. Γιατί δε θέλαμε να δώσουμε εμείς τις απαντήσεις στο κοινό. Θέλαμε ο κόσμος να αναπτύξει την δική του άποψη.
Η «Τελευταία Κλήση» ολοκληρώνεται με μια ευχάριστη μουσική έκπληξη. Πώς και επιλέξατε το συγκεκριμένο κομμάτι για το φινάλε; Το «Μέρες Αργίας» από τα Διάφανα Κρίνα ήταν ένα από τα αγαπημένα μου τα τραγούδια στα τέλη ‘90s! Πρόκειται για ένα από τα πιο ποιητικά και υπαρξιακά τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας. Ήμουν έφηβος όταν κυκλοφόρησε και ναι, το πιστεύω ότι τα τραγούδια της εφηβείας μας καθορίζουν όλη την υπόλοιπη ζωή μας συναισθηματικά! Ένιωθα πως ταίριαζε απόλυτα με το τέλος της ταινίας μας, για να κλείσει ο κύκλος δηλώνοντας την ανάγκη για την γαλήνη. Οπότε θα σας αφήσω με έναν στίχο του σπουδαίου Διονύση Καψάλη για τον θάνατο: «Θα ‘ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου».
Η ταινία «Τελευταία Κλήση» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από την Tanweer (19/3).