Όλες οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη στη σωστή σειρά
Μια κατάταξη της φιλμογραφίας του κορυφαίου σκηνοθέτη την οποία μπορείτε να δείτε στο Cinobo.
Έξι μεγάλου μήκους σε σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια χρειάστηκε ο Γιάννης Οικονομίδης για να εξελιχθεί σε ορόσημο του εγχώριου σινεμά. Ένα ονοματεπώνυμο που σήμερα ισοδυναμεί με αισθητικό χαρακτηρισμό, απόρροια μιας προσωπικής κινηματογραφικής ταυτότητας η οποία, μαζί, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ντόπιας λαϊκής κουλτούρας. Με περίπου ένα φιλμ ανά τέσσερα χρόνια, από το 2003 έως τώρα, ο σκηνοθέτης έχει εξελιχθεί σε χρονογράφο της Ελλάδας του πρώιμου 21ου αιώνα, αποτυπώνοντας στις ταινίες του μια εθνική ταυτότητα που συμπυκνώνει όλη τη σκοτεινιά που επιλέγουμε να αγνοούμε. Είναι κοινότοπο, αλλά ως ένα βαθμό ισχύει πως ο Οικονομίδης κάθε φορά μοιάζει σα να σηκώνει ένα καθρέφτη προς το πρόσωπό μας και κατ’ επέκταση ολόκληρης της χώρας, αποκαλύπτοντας όλα όσα κρύβονται κάτω από το χαλί.
Εκεί συνυπάρχουν αμέτρητοι αντι-ήρωες, ξεχαρβαλωμένες ηθικές πυξίδες, χαμένα όνειρα και ξοδεμένα μπινελίκια. Ταυτόχρονα, παραδόξως, από το ίδιο συλλογικό ασυνείδητο πηγάζει και η ανάγκη για συνέχεια. Το οικονομιδικό σινεμά δεν είναι ηττοπαθές ή μίζερο, βρίσκει πάντα το καύσιμο για να ανοίξει ένα μαγαζί, να «φτιαχτεί κάτι όμορφο», να υπάρξει πίστη για ανατροπή μετά από ένα σερί συντριπτικών ηττών. Εδώ, πράγματι, ο χαμένος τα παίρνει όλα, ρήση που επαληθεύεται και στην πρόσφατη «Σπασμένη Φλέβα». Η οποία, συνδυαστικά με την ανάρτηση όλων των μεγάλου μήκους του δημιουργού στην πλατφόρμα του Cinobo, μας δίνει την ευκαιρία να τις βάλουμε όλες σε σειρά. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να ομολογήσουμε πως όντας λάτρεις του υπερηχητικού οικοδομικού νεορεαλισμού, η παρακάτω ταξινόμηση κρίθηκε σε υποκειμενικές προτιμήσεις και όχι σε ζητήματα κινηματογραφικής ποιότητας. Κοινώς, δυσκολευτήκαμε αρκετά, αφού καθεμία αποτυπώνει κοφτερά το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής που τις γέννησε.
«Η Ψυχή στο Στόμα» (2006)

Η δυσφορική ασφυξία του «Σπιρτόκουτου» εδώ φτάνει σε νέα ύψη και ο Οικονομίδης οδηγεί στα όριά του το ύφος με το οποίο καθιερώθηκε. Η βρώμικη καθομιλουμένη χρησιμοποιείται σχεδόν με όρους μουσικής, όπου αντί για νότες, κλίμακες και συνθέσεις, υπάρχει ο εξευτελισμός, η ταπείνωση και η ατίμωση. Είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς από τον ασυγχώρητο μύλο των μιαρών, τοξικά μισογύνηδων αντρών που το μόνο που κάνουν είναι να περνούν στην επίθεση. Όχι άδικα, η επανάληψη που αποτελεί πυρηνικό κομμάτι της οικονομιδικής φόρμας εν προκειμένω συνθλίβει καθετί στο διάβα της, ακόμα και εάν η ταινία ως ένα βαθμό κλείνεται στον εαυτό της. Συνιστά προϋπόθεση για να εκτεθεί, πέρα από αμφιβολία, πως ο βίος έχει γίνει αβίωτος, πως η κάθε μέρα βγαίνει μόνο με τη ψυχή στο στόμα. Στα συν, μία από τις καλύτερες ερμηνείες του Βαγγέλη Μουρίκη, σε ένα ρόλο που αποπνέει ισοδύναμα βία, απειλή, τρυφερότητα και αλλόκοτο ερωτισμό, ο οποίος σε στοιχειώνει.
«Σπασμένη Φλέβα» (2025)

Εάν όλες οι αφηγήσεις του Οικονομίδη έχουν μια ροπή προς το έρεβος και μια εσωτερική λογική που λοξοκοιτάζει την αρχαία τραγωδία, εκείνη της «Σπασμένης Φλέβας» είναι η μία που ρίχνεται ολοκληρωτικά στο σκοτάδι και ας έχει την πιο εκτυφλωτική φωτογραφία στη φιλμογραφία του. Ακόμα περισσότερο, ο Θωμάς Αλεξόπουλος, ο ο άνθρωπος στο επίκεντρο που ενσαρκώνει σαν ανεξέλεγκτο rollercoaster ο Βασίλης Μπισμπίκης, είναι ένας έκπτωτος άντρας με σχεδόν τίποτα θετικό πάνω του. Ένα συνοθύλευμα προσωπικών λαθών, ένας άντρας παγιδευμένος σε έναν αμείλικτο βούρκο διαρκούς αποτυχίας. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι ένα πρόσωπο απολύτως οικείο. Ο πονηρός πλην αυτοδημιούργητος ελεύθερος επαγγελματίας, ο πολλά υποσχόμενος – ελάχιστα εκπληρούμενος, το success story της διπλανής πόρτας που εξαϋλώνεται σε ριπή οφθαλμού σαν τον Ίκαρο. Με αυτόν τον τρόπο, έμμεσα, παίρνουμε μέρος στην περιδίνησή του προς τον πάτο. Γιατί είτε έχουμε συναναστραφεί είτε γνωρίσει Αλεξόπουλους, έχουμε να κάνουμε με ανθρωπότυπους μας υπενθυμίζουν πως ο κόσμος πέρα από το νόμο δεν είναι απλά και γενικά «το περιθώριο», αλλά μια άυλη πραγματικότητα που διαχέεται στις μητροπόλεις και ενίοτε, έχει θέα την αθηναϊκή ριβιέρα.
«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» (2020)

Στο κενό ανάμεσα στο «Μικρό Ψάρι» και την «Μπαλάντα», η δημοφιλία του Οικονομίδη εκτινάχθηκε. Λίγο η arthouse αναγνώριση του πρώτου, θυμίζουμε πως διεκδίκησε Χρυσή Άρκτο, λίγο η εξοικείωση της ελληνικής πραγματικότητας με την ιντερνετική κουλτούρα, όπως επίσης το «άνοιγμα» στο θεατρικό κοινό με την αριστουργηματική παράσταση «Στέλλα Κοιμήσου» (2016), για μια περίοδο το όνομα του σκηνοθέτη ακουγόταν παντού. Τόσο ως meme όσο και ως ένας ξεχωριστός, αξιόπιστος κινηματογραφικός πυλώνας στον post-weird wave ελληνικό κινηματογράφο. Και πολύ έξυπνα, αντί να νιώσει δημιουργική αμηχανία, ο σκηνοθέτης συντονίστηκε με το κλίμα, αγκάλιασε την ταραντινική πλευρά του και έγινε, με την καλή έννοια, ποπ. Με φρέσκια προσθήκη στο πάνθεον των αντι-ηρώων του τον Βασίλη Μπισμπίκη, ακριβώς στο απόγειο της καλλιτεχνικής δημοφιλίας του χάρη στην παράσταση «Άνθρωποι και Ποντίκια», η «Μπαλάντα» συμπύκνωσε τον «οικονομιδισμό» και ταυτόχρονα τον έκανε meta. Ο οξύς αυτοσαρκασμός («τον Παρθενώνα έφτιαξες») έσμιξε με την αυθεντική κωμωδία («τα ποτά μπόμπες είναι, πιείτε να τυφλωθείτε») και το κλείσιμο του ματιού στο σινεμά είδους, με αποτέλεσμα να προκύψει ένας συνδυασμός που έκανε το φιλμ ανάρπαστο. Μόνη του κακοτυχία πως έκανε πρεμιέρα αρχές Μαρτίου του 2020, ελάχιστες μέρες πριν την ανακοίνωση της πρώτης εθνικής καραντίνας λόγω της πανδημίας…
«Το Μικρό Ψάρι» (2014)

Στις διεθνείς αγορές το «Μικρό Ψάρι» κυκλοφόρησε με το όνομα του πρωταγωνιστή του, «Stratos», διαχωρισμός που προδίδει τα δύο βασικά επίπεδα στα οποία αναπτύσσεται η ταινία. Από τη μία, αυτό του κοινωνικού κανιβαλισμού, βίωμα τραυματικό και ανεπούλωτο στην Ελλάδα των μνημονίων. Από την άλλη, αναπτύσσεται σα ψυχογράφημα ενός χρεοκοπημένου ανθρώπου, όχι τόσο χρηματικά όσο υπαρξιακά. Ο πληρωμένος εκτελεστής που βρίσκεται στο μικροσκόπιο, ένας Βαγγέλης Μουρίκης που θαρρείς κρατά όλο το βάρος του κόσμου στο βλέμμα του, δεν καλείται να εκτελέσει ένα συμβόλαιο θανάτου, αλλά ένα σχέδιο ανταπόδοσης προς τον άνθρωπο που του έσωσε τη ζωή. Έρχεται κόντρα, με έναν τρόπο, στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς εισέρχεται σε μια μεταιχμιακή φάση. Δεν ανήκει πια ούτε στον κόσμο του εγκλήματος, αλλά ούτε και σε αυτόν των πολιτών. Κινείται ανάμεσά τους σαν πνεύμα στοιχειωμένο, ανήσυχο ώσπου να εκπληρώσει την αποστολή του. Όπως λέει, εξάλλου, ο Στράτος: «Άμα σου σπάσει το τσαμπουκάς, τέλος». Και παράλληλα, ο Οικονομίδης ενορχηστρωτής ενός πένθιμου αστικού νεονουάρ, λιγομίλητου και υπόκωφου, το οποίο συμπληρώνει δεξιοτεχνικά το άψογο σάουντρακ του Μπάμπη Παπαδόπουλου.
«Μαχαιροβγάλτης» (2010)

«Εσείς πώς βλέπετε αυτό το ποτήρι; Μισοάδειο ή μισογεμάτο;», ακούγεται μια διαφήμιση να αναρωτιέται ρητορικά στην εναρκτήρια σεκάνς. Είναι μια απορία που συμπληρώνει πικρά το φινάλε της αφήγησης όπου, χωρίς spoilers, η αντιφατική έκβαση προκαλεί εξίσου λύτρωση και ματαιότητα. Δεκαπέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ο «Μαχαιροβγάλτης» μοιάζει με χρονοκάψουλα στο ζόφο της Ελλάδας της κρίσης, ενός τόπου ασπρόμαυρου, διαρκούς αδιεξόδου και πηχτού κυνισμού. Εδώ, για λίγο, ο Οικονομίδης βγαίνει έξω από τη μητρόπολη μόνο για να διαπιστώσει πως ούτε στην επαρχία υπάρχει διαφυγή από την ηθική ανομβρία. Η στιγματισμένη από λιγνίτη Πτολεμαΐδα προσφέρει το ιδανικό φόντο για μια τέτοια συνειδητοποίηση. Ο κεντρικός χαρακτήρας που ενσαρκώνει υποδειγματικά ο Στάθης Σταμουλακάτος συνιστά προϊόν της παραπάνω συνθήκης. Ένας μισάνθρωπος αλκοολικός, ένας άντρας παροπλισμένος, παρότι βρίσκεται στα «παραγωγικά χρόνια» του. Η παράδοξη ευκαιρία για χειραφέτηση που του εμφανίζεται, προϋποθέτει μία γενναία έκπτωση ανθρωπισμού και αυτοεκτίμησης, με μόνη σίγουρη κερδισμένη την ιδιοτέλεια. Σε ένα εφιαλτικό κόσμο που το ένα σκυλί τρώει το άλλο, εξάλλου, μοιάζει πράγματι να μην υπάρχει άλλη επιλογή.
«Σπιρτόκουτο» (2003)

Το πιο εκρηκτικό ντεμπούτο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά ήταν σε πλήρη δυσαρμονία με την εποχή του. Η χώρα μετρούσε αντίστροφα για την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, το χρήμα έρρεε ακόμα και τίποτα δεν υπαινισσόταν πως το μέλλον θα αποδεικνυόταν ζοφερό. Στο «Σπιρτόκουτο», όμως, βρισκόταν η Ελλάδα σε μικρογραφία, σαν ένα πανόραμα των πιο φρικτών πτυχών της, εν είδη υπενθύμισης πως ό,τι και εάν συνέβαινε τότε, ήταν σίγουρα κάτι επίπλαστο και εφήμερο. Γύρω από έναν καταπιεστικό πατριάρχη, τον οποίο ο Ερρίκος Λίτσης υποδύεται με την ορμή ενός τυφώνα, η λεκτική και ψυχολογική βία συνυπάρχουν στην πιο διαστροφική αλλά και ωμά αληθινή απεικόνιση της «αγίας» ελληνικής οικογένειας. Από κοντά, ένα ρηξικέλευθο στιλιζάρισμα στο πλαίσιο του οποίου ο λόγος, η αθυροστομία και τα στόματα μετατρέπονται σε καυτές σφαίρες που πέφτουν σα χαλάζι. Υπό αυτήν την έννοια το «Σπιρτόκουτο» είναι αυθεντικά εικονοκλαστικό, καταφέρνοντας να αφήσει ένα άμεσο πολιτισμικό αποτύπωμα και να ξεκινήσει δική του σχολή ρεαλισμού. Για αυτό και μέχρι σήμερα παραμένει μια αρυτίδωτη και ασύγκριτη βερσιόν της ελληνικότητας που εκφέρεται με άντες σε υστερία, φλέβες διογκωμένες, γουρλωμένα μάτια, χέρια έτοιμα να αρπαχτούν υποσχόμενα βία και παραλυτική δειλία, μαζί.