Τελικά τι έχει να πει σήμερα το «Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή»;
Ο Αλέξανδρος Ρήγας αναβιώνει τη θρυλική σειρά των ‘00s με ανάμεικτα αποτελέσματα.
Να συμφωνήσουμε στο εξής: ελάχιστοι έχουν υπάρξει χειροπιαστά επιδραστικοί στη διαμόρφωση της μοντέρνας ελληνικής κωμωδίας όσο το δίδυμο των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου. Ειδικά χάρη στις τηλεοπτικές δουλειές τους, από τα εμβληματικά «Ντόλτσε Βίτα» και «Δύο Ξένοι» μέχρι τα millennial classics «Το Κόκκινο Δωμάτιο» και «Οι Στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη», το έξυπνο, αυθεντικό και camp χιούμορ των δημιουργών έχει επηρεάσει τουλάχιστον δύο γενιές (τηλε)θεατών. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, μοιάζει παράδοξο πως το μείζον πρόβλημα του κινηματογραφικού «Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή; – Μέρος Πρώτο» είναι πως αγνοεί σε ποιον ακριβώς απευθύνεται.
Χωρίς τον Αποστόλου αυτήν τη φορά, ο Ρήγας μέσω του κινηματογράφου βρίσκει την ευκαιρία να ολοκληρώσει μια ιστορία που ξεκίνησε, ως γνωστόν, από τη μικρή οθόνη στις αρχές του 2000 προτού διακοπεί απότομα παρά την τρομερή επιτυχία της. Εικοσιπέντε χρόνια μετά, σαν άλλο «Twin Peaks», νέες πρωταγωνίστριες (Βασιλική Ανδρίτσου, Παναγιώτα Βλαντή, Μαρία Λεκάκη, Ελένη Ουζουνίδου) ενσαρκώνουν το κουαρτέτο γυναικών που τις συνδέει ένα κοινό τραύμα. Η κακοποίηση που βίωσαν σε παιδική ηλικία από το διευθυντή του ιδρύματος στο οποίο μεγάλωσαν (Λάζαρος Γεωργακόπουλος). Στις δεκαετίες που ακολούθησαν η καθεμιά τους διέγραψε διαφορετική πορεία, ωστόσο, οι ζωές τους διασταυρώνονται εκ νέου όταν ο ισχυρός άντρας επιστρέφει στην Ελλάδα και στο δημόσιο προσκήνιο ως ενάρετος φιλάνθρωπος. Η αλαζονεία του σε συνδυασμό με τις ανεπούλωτες πληγές που τις ενώνουν, ωθεί τις ηρωίδες να σχεδιάσουν τη δολοφονική εκδίκησή τους.
Εάν η πλοκή για τα τέλη των ‘90s ήταν τολμηρή, σήμερα μοιάζει οδυνηρά επίκαιρη και δικαίως, ο Ρήγας δεν αποφεύγει να αφήσει διακριτικά τους κοινωνικούς υπαινιγμούς του. Την τελευταία πενταετία συζητάμε πλέον ανοιχτά για γυναικοκτονίες, την ενδοοικογενειακή βία, την πατριαρχική καταπίεση κ.ο.κ., φαινόμενα τα οποία θίγονται στην ταινία στις πολυπρόσωπες, μάλιστα, εκφάνσεις τους. Οι πρωταγωνίστριες οδηγούνται στα άκρα ύστερα από συναναστροφή με ενίοτε ακραίες σεξιστικές συμπεριφορές, έτσι η έπαρση και το άνετο φέρσιμο του κακοποιητή τους απογειώνει την αδικία που έχουν υποστεί. Φυσικά, αυτή η απεικόνιση δεν εκφέρεται με όρους σοβαροφάνειας, αντίθετα, το σενάριο κρατά τη γνώριμη ισορροπία κυνικού μαύρου χιούμορ, παραλόγου και αυθεντικού μελοδράματος, την οποία θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε με τον όρο «αλμοδοβαρικό». Οι εν λόγω πτυχές, εξάλλου, συνιστούν και τις πιο ευχάριστες της βιτριολικής κωμωδίας, αφού εκτός από μια νοσταλγική επιστροφή στο οικείο ύφος του Ρήγα, προσφέρουν το πλαίσιο για διαδοχικές σπαρταριστές ατάκες.

Βέβαια, ενώ το «Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις…» ξεκινά με φρενήρη ρυθμό, σταδιακά βολεύεται στην επανάληψη κακών αστείων, τα οποία αδικούν το σύνολο, όπως επίσης στο ξεχείλωμα της αφήγησης χρησιμοποιώντας εξουθενωτικούς διαλόγους, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί το «Μέρος Πρώτο» του τίτλου. Για παράδειγμα, ένας περιφερειακός χαρακτήρας που υποδύεται ο συμπαθής, κατά τα άλλα, Λευτέρης Ελευθερίου, λέγεται Αμπντούλ και ο ηθοποιός τον ενσαρκώνει με μακιγιάζ που παραπέμπει στην αραβική καταγωγή του ρόλου. Επιπλέον, η σεναριακή χρήση του περιορίζεται σε ανεκδοτολογικού τύπου σκηνές που θυμίζουν ξεπερασμένες, αν όχι ρατσιστικές, πλάκες βγαλμένες, well, από τη δεκαετία του ‘90. Όταν στην ίδια ταινία υπάρχουν αστεία που διασκεδάζουν τα στερεότυπα, χωρίς όμως να εκμεταλλεύονται τα ίδια τα υποκείμενά τους, είναι προφανές πως εδώ μιλάμε για μια ατυχή έμπνευση. Όπως ατυχής, παρεμπιπτόντως, είναι η επιθετική τοποθέτηση προϊόντων σχεδόν με κάθε ευκαιρία, σε σημείο που να φέρνουν στο μυαλό τη σεμιναριακού επιπέδου απεικόνιση χορηγών στον «Καζαντζάκη» (Γιάννης Σμαραγδής, 2017).
Και κάπως έτσι, επιστρέφουμε στο σημείο που αναφέρθηκε νωρίτερα, εκείνο της απεύθυνσης και βασικά, της ταυτότητας. Αυτό το άτυπο reboot αστοχεί γιατί δεν αντιστοιχεί ούτε σε ποτ πουρί αναπόλησης μιας αλλοτινής εποχής της ελληνικής κωμωδίας, αλλά ούτε και σε ένα οριακό αφήγημα που εκμεταλλεύεται τον παλμό της εποχής. Ίσως, βέβαια, τα πράγματα αλλάξουν στη σύνεχεια όπου, κιόλας, αναμένεται να δοθούν κρίσιμες απαντήσεις σε ερωτήματα που έχουν μείνει αναπάντητα ήδη από τα λιγοστά επεισόδια της σειράς.