Η παράδοξη ανάκαμψη του Σον Πεν
«Μια Μάχη Μετά την Άλλη»

Η παράδοξη ανάκαμψη του Σον Πεν

Γιατί ο σταρ εξέπληξε τους πάντες με το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» και πλέον βρίσκεται για έκτη φορά υποψήφιος για Όσκαρ.

Πριν από την αξέχαστη ερμηνεία του στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» (Πολ Τόμας Άντερσον), η τελευταία κινηματογραφική εικόνα που είχα του Σον Πεν δεν ήταν και η πιο κολακευτική.

Στο ντοκιμαντέρ «Superpower», το οποίο δικαίως δε ξέφυγε πολύ μακρύτερα από το καθιερωμένο φεστιβαλικό κύκλωμα, ο χολιγουντιανός σταρ σκηνοθετεί τον εαυτό του καθώς ετοιμάζεται να ταξιδέψει ώστε να πάρει συνέντευξη από τον Ουκρανό πρόεδρο Βολόντιμιρ Ζελένσκι. Από το πουθενά, όμως, βρίσκεται ξαφνικά εγκλωβισμένος στο Κίεβο ακριβώς τη μέρα που ξεσπά ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος. Από μόνη της η αδιανόητη συγκυρία στην οποία βρέθηκε ο Πεν θα επαρκούσε για ένα συνταρακτικό φιλμ. Ωστόσο, η Ιστορία περνά σε δεύτερη μοίρα και εκείνο που «κλέβει» τις εντυπώσεις είναι η έλλειψη ενσυναίσθησης του Αμερικανού, σε συνδυασμό με δείγματα ναρκισσισμού και την ελαττωματική, για να το πούμε ευγενικά, σχέση του με το αλκοόλ είναι ελάχιστα τα πλάνα στα οποία δε φαίνεται να κρατά ή να πίνει ένα ποτό.

«Σκοτεινό Ποτάμι»

Αυτή η αμφιλεγόμενη εικόνα του ηθοποιού, για να μιλήσουμε ξανά ευγενικά, είναι εκείνη που κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα την τελευταία δεκαπενταετία εξαιτίας, κυρίως, των επαγγελματικών επιλογών του. Η τελευταία φορά που κράτησε τον κεντρικό ρόλο σε κάτι αξιοπρεπές ήταν το μακρινό 2011, όταν συμμετείχε στο «Δέντρο της Ζωής» (Τέρενς Μάλικ) που απέσπασε Χρυσό Φοίνικα και στο μελαγχολικό «Εκεί που Χτυπάει η Καρδιά μου» (Πάολο Σορεντίνο). Έκτοτε έχει εγκλωβιστεί σε έναν κύκλο μετριότητας που περιλαμβάνει τίτλους που μάλλον δε θυμάται κανείς, όπως τα «Μόνοι στη Νέα Υόρκη» (Κρίστι Χολ, 2023), «Η Πόλη της Ασφάλτου» (Ζαν-Στεφάν Σοβέρ, 2023) και «Ο Καθηγητής και ο Τρελός» (Φαρχάντ Σαφίνια, 2019). Αναπόφευκτα, πολλοί και ειδικά οι σινεφίλ νεαρότερης ηλικίας, τείνουν να ξεχάσουν ότι κάποτε δεν υπήρχε αμφιβολία πως ο Πεν ήταν μεταξύ των καλύτερων ηθοποιών της γενιάς του.

«Milk»

Μιλάμε, εξάλλου, για έναν από τους αστέρες που αναδείχθηκαν στο Χόλιγουντ μέσω των νεανικών παραγωγών της δεκαετίας του ’80 («Fast Times at Ridgemont High», «Ανήλικα Καθάρματα») και στη συνέχεια παρέδωσαν διαδοχικές εμβληματικές ερμηνείες ενσαρκώνοντας χαρακτήρες αντικρουόμενων ποιοτήτων («Υπόθεση Καρλίτο», «Θα Ζήσω», «Η Λεπτή Κόκκινη Γραμμή»). Στα ‘00s η φήμη του εκτοξεύτηκε χάρη σε πολυσυζητημένες ταινίες όπως τα «Πριν Πέσει η Νύχτα» (Τζούλιαν Σνάμπελ, 2000) και «21 Γραμμάρια» (Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου, 2003), περίοδο που θαρρείς νομοτελειακά απέσπασε δύο βραβεία Όσκαρ. Από τη μία για το, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα «Milk» (Γκας Βαν Σαντ, 2008) από την άλλη, για το μεταφυσικών αποχρώσεων crime του Κλιντ Ίστγουντ με τίτλο «Σκοτεινό Ποτάμι» (2003) που νοικιαζόταν κατά κόρον στα βίντεο κλαμπ της Λαμπρινής και όχι μόνο.

Όσα ακολούθησαν στην καριέρα του λίγο πολύ τα θίξαμε παραπάνω. Ωστόσο, η γοητεία του έχει μείνει ανεπηρέαστη για έναν πολύ βασικό λόγο. Δε συμβιβάστηκε ποτέ πλήρως με τους κανόνες της βιομηχανίας και παραμένει μια κινούμενη αντίφαση. Δεν είναι τυχαίο πως στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τη στιγμή που η δημοφιλία του εκτοξευόταν, αποφάσισε να αποτραβηχτεί για να ρίξει όλο το βάρος του στη σκηνοθεσία. Πίσω από την κάμερα αποκαλύφτηκε η ρομαντική πτυχή του, ειδικά αν δει κανείς τα ελαττωματικά πλην παθιασμένα «Ο Ινδιάνος Δρομέας» (1991) και «Τρεις Μέρες Προθεσμία» (1995).

«21 Γραμμάρια»

Γενικώς, η σχέση του με το επικοινωνιακό παιχνίδι, τη φιγούρα και τη συνολική επιφανειακότητα του Χόλιγουντ ήταν ανέκαθεν άσπονδη. Είναι ενδεικτικό πως το 1999, λίγο πριν διεκδικήσει Χρυσή Σφαίρα έχοντας ενσαρκώσει έναν αλά Τζάνγκο Ρέινχαρντ τζαζ κιθαρίστα («Συμφωνίες και Ασυμφωνίες», Γούντι Άλεν), δήλωνε σε τηλεοπτική συνέντευξη: «Δε θέλω να με λάβουν ξανά υπόψη για Χρυσή Σφαίρα για όλη την υπόλοιπη καριέρα μου». Καλώς ή κακώς η Ένωση Ξένων Ανταποκριτών του Χόλιγουντ δεν υπάκουσε και τον επέλεξε ως υποψήφιό της ακόμα τέσσερις φορές (κέρδισε τη μία). Η δυσθυμία του Αμερικανού, πάντως, μπορεί να συμπυκνωθεί επίσης στο παρακάτω σχόλιο που έκανε στο Guardian: «Όταν μεγάλωνα κάθε ταινία με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο ήταν ένα πολιτισμικό γεγονός. Γιατί απέπνεε τέτοια αυτοπεποίθηση και αίσθημα καθήκοντος που σου δημιουργούσε οικειότητα. Άπαξ οι άνθρωποι αρχίζουν να χρησιμοποιούν τους εαυτούς τους σαν εργαλεία του καταναλωτισμού (“consumerist mosh pit” στο πρωτότυπο), τότε βοηθούν στο να επικρατήσει αυτή η αντίληψη. Μπορείς να είσαι είτε μαζί είτε ενάντιά της. Αυτό είναι όλο».

Η επιστροφή του, λοιπόν, στην arthouse επικαιρότητα δε θα συνέβαινε χωρίς μία πολύ ξεχωριστή αφορμή. Και το όνομά της είναι Πολ Τόμας Άντερσον. Ο σπουδαίος σκηνοθέτης αφού τον επέλεξε για ένα περίπου βασισμένο πάνω του ρόλο στο «Πίτσα Γλυκόριζα» (2021), τον διάλεξε να ενσαρκώσει το μοχθηρό συνταγματάρχη Λόκτζο στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη». Σε ένα φιλμ γεμάτο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες, εκείνος του Πεν είναι με διαφορά πιο περίπλοκος. Στρατιωτικός, ακροδεξιός, βίαιος, κεραυνοβόλα ερωτευμένος με την Αφροαμερικανή ηρωίδα της Τεγιόνα Τέιλορ, παθιασμένος όσο και εμμονικός, ο Λόκτζο έχει όλα τα αντιπαραθετικά στοιχεία που μόνο ένας ηθοποιός σαν τον Αμερικανό θα μπορούσε να τα ψηλαφήσει. Η ισάξια τραγελαφική και απειλητική ερμηνεία του τον έχει φέρει μια ανάσα πριν το τρίτο Όσκαρ, έκτη φορά συνολικά υποψήφιος από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, όσο δύσκολο και εάν είναι να το κερδίσει φέτος. Με βεβαιότητα, όμως, μπορούμε να πούμε πως η ανάκαμψή του ήταν μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις της τρέχουσας κινηματογραφικής σεζόν.

Σχετικά άρθρα