Υπάρχει χώρος για το ποιητικό σινεμά της Κλόι Ζάο στο Χόλιγουντ;
Η οσκαρική σκηνοθέτρια επιστρέφει με το «Άμνετ» πλασάρεται ως φαβορί στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Υπάρχουν πολλές προβολές που δε θα ξεχάσω ποτέ, αλλά η παρακάτω έχει ξεχωριστή θέση στις αναμνήσεις μου. Ήταν το Μάιο του 2021, στο θερινό σινεμά Αθηναία (με την τοπ τυρόπιτα), όταν παίχτηκε η «Χώρα των Νομάδων». Ενδεχομένως να καταλάβατε πού το πάω, εννοώ τη μέρα που άνοιξαν ξανά οι κινηματογράφοι μετά από μήνες καραντίνας κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Εκείνο το βράδυ το σινεμά ήταν γεμάτο, ως το 75% της χωρητικότητας όπως απαιτούσαν τα υγειονομικά μέτρα, έτσι σίγουρα είχα ήδη επηρεαστεί συναισθηματικά από την ενέργεια τόσων ανθρώπων. Αλλά και από το απλό γεγονός πως επαναλάμβανα μια τελετουργία που μου είχε λείψει για μήνες. Έτσι, η ταινία της Κλόι Ζάο που μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε αποσπάσει τρία Όσκαρ, είχε εκ προοιμίου μια υπερβατική δυναμική που έγινε πραγματικότητα μόλις ξεκίνησε να παίζεται στον προβολέα.
Η «Χώρα…» αποδείχθηκε ένα υπόκωφων συναισθημάτων και αφοπλιστικής ευαισθησίας road movie που αναδεικνύει την αφανή πτυχή της εργατικής τάξης των ΗΠΑ η οποία ζει σε τροχόσπιτο, σα νομάς. Και μόνο η θέα, τότε, του ανοιχτού ορίζοντα και του ανεμπόδιστου από το τσιμέντο πεδίου ήταν αρκετά για να συγκινήσουν. Ωστόσο, χρειάζεται και η δεξιοτεχνία ενός πραγματικά ταλαντούχου σκηνοθέτη για να «φωλιάσουν» αυτές οι εικόνες μέσα σου. Η Ζάο είναι ακριβώς αυτό το πρόσωπο.

Από πολύ νωρίς στη φιλμογραφία της, η γεννημένη στο Πεκίνο δημιουργός εμπνεόταν από τα βιώματα των μη προνομιούχων και από φωνές αποσιωπημένες στη δημόσια σφαίρα. Εξ ου και το πρώιμο στιλ της ήταν εμποτισμένο στο ρεαλισμό και την ντοκιμαντερίστικη αισθητική. Στο έξοχο ντεμπούτο της «Songs My Brother Taught Me» (2015) οι πρωταγωνιστές είναι νεαροί μη επαγγελματίες ηθοποιοί, ιθαγενείς Αμερικανοί, οι οποίοι ενσαρκώνουν μια οικογένεια που οδηγείται σε οδυνηρό σταυροδρόμι ζωής όταν ο πατέρας τους πεθαίνει. Κοντινό, αλλά με σαφώς πιο μεστωμένο ύφος, το σπαρακτικό «Καλπάζοντας με το Όνειρο» (2017) μπορεί να περιγραφεί ως ένα αποδομημένο γουέστερν, το οποίο περιστρέφεται γύρω από ένα ανερχόμενο ταλέντο του ροντέο που καλείται να διαπραγματευτεί από την αρχή ποιος είναι μετά από ένα σχεδόν φονικό ατύχημα. Σε αμφότερες της περιπτώσεις το όριο μεταξύ μύθου και ντοκουμέντου θολώνει, όμως εκείνη που μένει απαράλλακτη είναι η ειλικρίνεια των εικόνων της Ζάο και η διακριτική ποιητικότητα που τις διέπει. Υπάρχει πάντα η τάση για μια επουλωτική λυρωτικότητα, διάθεση που σήμερα σπανίζει μεταξύ των εν ενεργεία δημιουργών.

Μετά το σερί του «Καλπάζοντας…» και της «Χώρας…», η σκηνοθέτρια τόλμησε κάτι που ελάχιστοι συνάδελφοί της θα αναλογιζόντουσαν σοβαρά, τουλάχιστον όσοι θεωρούν εαυτόν μέρος ενός arthouse και όχι τελείως εμπορικού κινηματογράφου. Δηλαδή, ανέλαβε να γυρίσει μια περιπέτεια για λογαριασμό της Marvel. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το αποπροσανατολισμένο «Eternals» (2021), το οποίο αν μάλλον το θυμάται κανείς, το θυμάται γιατί ήταν η πρώτη ταινία του στούντιο που απεικόνιζε μια σκηνή σεξ. Το πρόβλημα είναι πως στις λίγες καλές στιγμές της η παραγωγή ξεχωρίζει ακριβώς για όσες επιλογές τολμά να πάρει ώστε να σπάσει την υπερηρωική συνταγή. Παραδόξως, βέβαια, είναι εξίσου εμφανές ότι οι ιθύνοντες της Marvel δύσκολα θα επέτρεπαν ένα μπλοκμπάστερ τους να «παρεξηγηθεί» για… auteur cinema.

Μετά την εμπειρία του «Eternals» και ένα διάλειμμα μερικών ετών, η Ζάο επιστρέφει στον παλιό καλό εαυτό της με το «Άμνετ». Το φιλμ, στους κινηματογράφους από 22 Ιανουαρίου, βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο (εκδ. Ψυχογιός) της Μάγκι Ο’Φάρελ, όπου πραγματοποιείται μια εμβάθυνση στο πένθος που βίωσε ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας Ουίλιαμ Σαίξπηρ και η σύζυγός του Άγκνες Χάθαγουεϊ μετά την τραγική απώλεια του παιδιού τους. Η ταινία έχει ήδη πολλαπλά βραβεία στο ενεργητικό της, εκ των οποίων δύο Χρυσές Σφαίρες, και έχει φόρα μεγάλου φαβορί στα προσεχή Όσκαρ όπου διεκδικεί οκτώ βραβεία. Ανάμεσά τους, εκείνο του α’ γυναικείου ρόλου για τη συγκλονιστική Τζέσι Μπάκλεϊ. Συνολικά, η Ζάο φαίνεται να δικαιώνεται για τις καλλιτεχνικές επιλογέ της, αφού δεν έχει λειάνει τις γωνίες του στιλ της, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται, ολόψυχα, στο διαφορετικό και την ποίηση που λείπει από τη μεγάλη οθόνη.