Δημήτρης Αρβανίτης: “Τα κανάλια είναι νεκρά”
Δημιουργικός, κοφτερό μυαλό, εκκεντρικός από τη φύση του. Ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της ελληνικής τηλεόρασης, που το κοινό τού χαρίζει απλόχερα την αγάπη του σε ό,τι κι αν κάνει και τον ορίζει πρωταγωνιστή.
Τόσα χρόνια στην τηλεόραση…
32
Μια σειρά μεγάλων επιτυχιών.
Πάντα.
Ποιος είναι ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από αυτές τις επιτυχίες;
Δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα μικρό παιδί.
Σε ποιον τομέα;
Σε όλους τους τομείς. Στο μόνο σημείο που είμαι ώριμος, πιστεύω, είναι στον επαγγελματικό χώρο. Σε όλα τα άλλα έχω πλήρη παιδικότητα. Σε όλους τους τομείς, με μόνη εξαίρεση τη δουλειά μου. Στη δουλειά μου δεν έχω παιδικότητα, αλλά εφαρμόζω την παιδικότητα.
Έχετε τη φήμη ότι είστε ένας πάρα πολύ απαιτητικός άνθρωπος στη δουλειά σας. Οι άνθρωποι που είναι πετυχημένοι, πάντοτε είναι και απαιτητικοί. Αν δεν είσαι απαιτητικός δεν μπορείς να κερδίσεις τίποτα. Στην Ελλάδα με την ευγενική της αναρχία όπου ο καθένας έχει τη δικιά του άποψη, θα πρέπει όταν κάνεις τηλεόραση να συγκλίνουν οι άνθρωποι και για να συγκλίνουν πρέπει πρώτα απ’ όλα να είσαι απαιτητικός και να μπορείς να επιβάλλεις τη δικιά σου θέση. Επίσης οφείλεις να είσαι δεκτικός και να ακούς τους πάντες. Έτσι και δεν ακούς, είσαι πάντα χαμένος. Και, αν αυτά που ακούς, δεν μπορείς να τα κρίνεις και να τα αξιολογήσεις, τότε επίσης είσαι χαμένος. Ποια είναι η διαδρομή που κάνατε μέχρι να φτάσετε σε αυτό επίπεδο; Ένα μεγάλο τόξο. Ένα τεράστιο τόξο με πολλές παλινδρομήσεις, γιατί ήμουν από παιδί πολύ ανήσυχο πνεύμα. Παραδείγματος χάριν, ενώ δεν είχα καμία οικονομική ανάγκη, στα 18 μου άνοιξα μια ντισκοτέκ στις Σπέτσες. Χωρίς να έχω καμία ανάγκη. Όταν στα 23 μου κατάλαβα -ενώ συγχρόνως είχα μπει στο πανεπιστήμιο, στη Φαρμακευτική- ότι αυτό ήταν τελείως έξω από μένα -να έχω δηλαδή νυχτερινά κέντρα- μέσα σε μία νύχτα τα πούλησα και δεν ξανασχολήθηκα ποτέ στη ζωή μου. Έχω ένα πολύ καλό φίλτρο εσωτερικό που μου λέει τι να κάνω και τι να μην κάνω. Αυτή η διαίσθηση που έχω, όμως, δεν έρχεται μόνη της, αλλά προκύπτει από την πείρα της ζωής και από τις γνώσεις. Ήμουν πολύ τυχερός. Είχα μια εξαιρετική παιδεία στα νιάτα μου και αυτή μου άνοιξε τους ορίζοντες. Και εγώ, επειδή τους θέλω ακόμη ανοιχτότερους, δεν τους άφησα εκεί, αλλά τους ανοίγω ακόμη. Τι θυσιάσατε για να φτάσετε εδώ που φτάσατε; Αντίθετα, κέρδισα για μένα. Πιστεύω ότι δεν θυσίασα απολύτως τίποτα. Θυσιάστηκα ίσως μερικά χρόνια στη ζωή μου όταν έκανα πράγματα για τα οποία δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος. Αναφέρομαι στους γάμους μου. Παντρεύτηκα δύο γυναίκες, απέκτησα δύο παιδιά, έβγαλα δύο διαζύγια. Μετάνιωσα για τους γάμους και σαφώς όχι για τα παιδιά. Δεν θα το πω όπως λένε όλοι οι άλλοι πατεράδες «είναι εξαιρετικά τα παιδιά μου»… Δεν μετάνιωσα για τα παιδιά γιατί τα δύο μου παιδιά είναι μέσα στο ίδιο επάγγελμα, έχουν πάρει την τρέλα τη δική μου και είναι και φίλοι. Βγαίνουμε τα βράδια μαζί, σπάμε πλάκα… Δεν νιώθω σαν να έχω παιδιά. Ίσως αυτό με έχει κάνει να διατηρώ και την παιδικότητα. Τα παιδιά μου μερικές φορές είναι πιο μεγάλα από μένα. Αυτή η αντίληψη λοιπόν έχει περάσει μέσα στο DNA μου πια. Γιατί πιστεύω ότι το DNA είναι κληρονομικό, αλλά πολλά από τα στοιχεία του ενσωματώνονται στις επόμενες γενιές. Εγώ ενσωμάτωσα στο δικό μου DNA πράγματα που τα βλέπω στην επόμενη γενιά και δεν τα είχε η προηγούμενη. Αυτή είναι η εξέλιξη η φυσική. Με την ίδια φιλοσοφία έρχεται και στη δουλειά μου η εξέλιξη. Πώς γεννιούνται οι ιδέες μέσα σε αυτό το μυαλό; Έχετε κάνει μεγάλες επιτυχίες και τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες από τις δουλειές σας είναι δικές σας ιδέες. Τα τελευταία χρόνια είναι όλα δικές μου ιδέες. Θα απαντήσω σε αυτό… Παρθενογένεση δεν υπάρχει, πρώτον. Δεύτερον, σας συστήνω να διαβάσετε ένα τεράστιο βιβλίο που έγραψε ο τελευταίος μεγάλος οραματιστής του αιώνα που έφυγε, ο Κέσλερ, όπου λέει ότι, πριν και μετά από έναν επιστήμονα, υπάρχει πρώτα η φαντασία του και αυτή είναι που δημιουργεί. Θα δώσω ένα παράδειγμα: Αν ο Αϊνστάιν δεν είχε φαντασία, θα είχε μείνει ένας μέτριος μαθηματικός, όπως όλοι οι άλλοι. Άρα λοιπόν προηγείται το όραμα και αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι η παιδεία: πρέπει να έχεις ευρύτατους ορίζοντες. Είναι το σε τι βαθμό έχεις φαντασία και πόσο η φαντασία σε συνδυασμό με τις γνώσεις μπορούν να δημιουργούν καινούργιους κόσμους. Και φυσικά, πόσο ανάγκη έχεις να δημιουργείς καινούργιους κόσμους. Αν δεν έχεις ανάγκη να δεις καινούργιους κόσμους, δεν θα φτιάξεις κάτι ποτέ. Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους συνεργάτες σας; Με δύο. Το ένα είναι παλαιολιθικό. Είναι ο τρόπος που και οι πρωτόγονοι άνθρωποι λειτουργούσαν. Ανάμεσα στις γενιές των πιθήκων, ο άνθρωπος εξελίχθηκε. Άρα λοιπόν έχω μέσα μου μια βαθιά εικόνα της εξελικτικής βιολογίας και όποια από τα αρσενικά και θηλυκά με πλησιάζουν -στον επαγγελματικό χώρο το διευκρινίζω- μπορώ και διακρίνω αν το DNA τους έχει τροφή για μένα. Και εγώ τους δίνω επίσης τροφή. Άρα λοιπόν αυτή η διαίσθηση, η DNAϊκή, η οποία μας οδηγεί πολλές φορές στην κατάλληλη «λεία», την κατάλληλη επιλογή του συντρόφου, εμένα με οδηγεί και στον επαγγελματικό χώρο. Οι σύντροφοί μου, λοιπόν, στην πορεία την επαγγελματική, είναι καμιά 15αριά, και έχουμε πίσω μας μία δεκαετία συνεργασίας. Δεν με αποχωρίζονται και δεν τους αποχωρίζομαι. Δεν είμαι ένας αυστηρός άνθρωπος που κάθε πρωί που ξυπνάω, λέω στον εαυτό μου: «αυτούς τους έχω, τώρα βαρέθηκα και θα τους διώξω, ούτε από την άλλη μεριά γιατί να τους κρατήσω;». Μου αποδεικνύουν κάθε χρόνο ότι γίνονται μαζί μου καλύτεροι. Και αυτό είναι η πολύ επιθετική και δυναμική ομάδα που έχουμε στην D port, μια δική μου εταιρεία, που στην ουσία αποτελείται από μία ομάδα ανθρώπων. Όλοι μαζί κάνουμε την ανάπτυξη μιας ιδέας και φτιάχνουμε την αρχική πρόταση, έτσι ώστε να πάει στο κανάλι. Είμαστε οι μόνοι που το κάνουμε στον ελληνικό χώρο. Συνήθως ένας γράφει, το στέλνει στο σταθμό και όποιον πάρει ο χάρος… Εμείς δεν κάνουμε αυτό. Κάνουμε μια πολύ πιο ουσιαστική δουλειά, η οποία κρατάει κάνα δυο χρόνια πριν ξεκινήσει η παραγωγή. Η D port είναι μια φανταστική εταιρεία, που έχει βέβαια υπόσταση πραγματική, γιατί αποτελείται από ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι ένα ιδεώδες για εμάς τους 15 ανθρώπους που δουλεύουμε πριν με πάθος μέχρι να φτάσει κάτι να πάρει σάρκα και οστά. Άρα λοιπόν στο ερώτημα «τι διαλέγω;», η απάντηση είναι «και τι με διαλέγει;». Αυτοί οι άνθρωποι με έχουν διαλέξει και τους έχω διαλέξει. Έχετε τεράστια εμπειρία στην τηλεόραση και είστε ο ιδανικός για να μας πείτε αυτή τη στιγμή σε τι φάση βρίσκεται η τηλεόραση στην Ελλάδα. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρχει ανάπτυξη στο μέλλον; Θα απαντήσω σε αυτό με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στις προηγούμενες ερωτήσεις. Εδώ θα βάλω μπροστά τον πραγματισμό μου και τι έχω πει κατά καιρούς και δυστυχώς επαληθεύτηκα. Πολύ πριν από την κρίση, έλεγα ότι τόσα πολλά κανάλια, σε μια τόσο μικρή χώρα, δεν είναι βιώσιμα. Τότε υπήρχε ένα φανταστικό χρήμα που έρρεε από όλες τις μεριές, υπήρχε τεράστια αγοραστική ικανότητα και φυσικά υπήρχε διαφήμιση. Αυτό το ψεύτικο χρήμα έφτιαξε ψεύτικα κανάλια, θνησιγενή. Η Ελλάδα στατιστικά, με 10 εκατομμύρια πληθυσμό, πρέπει να έχει ένα κρατικό -ξεκινάω από αυτό- και όχι επτά που ξαναέχει, και επίσης δύο ιδιωτικά. Για να είναι υγιή. Όπως είχε άπειρα περιοδικά και εφημερίδες, με τον ίδιο τρόπο έφτιαξε και άπειρα κανάλια. Μέσα στην κρίση πάλι δεν βάλανε μυαλό, έτσι ώστε τα κανάλια να συνενωθούν και να δημιουργηθούν πλέγματα από κανάλια. Παρέμειναν ο καθένας αυτοκέφαλος και επομένως υπάρχει μια ανικανότητα να χειριστεί διαφημιστικά πακέτα. Η κρίση λοιπόν τα διέλυσε τα κανάλια. Βγήκαν όλα τα προβλήματα στην επιφάνεια. Ποια είναι αυτά τα προβλήματα; Μερικά από αυτά είναι η υποχρηματοδότηση, η λανθασμένη αντίληψη στο τι θέλουμε να κάνουμε και η έλλειψη εξειδίκευσης των καναλιών. Για παράδειγμα, αν το Mega ξέρει τα σίριαλ, πρέπει να κάνει σίριαλ, εάν το άλλο κανάλι ξέρει να κάνει μουσικές εκπομπές, να τις κάνει. Να είναι πετυχημένο ένα κανάλι σε όλα είναι ουτοπικό σήμερα, γιατί ο ίδιος ο θεατής είναι εξειδικευμένος. Επίσης πρέπει να κοιτάξουν πώς σε λίγο καιρό όλοι εμείς θα μπορέσουμε να μπούμε στον καινούργιο ιντερνετικό κόσμο. Σε λίγο καιρό θα είμαστε όλοι ψηφιακοί. Το μέλλον λοιπόν το βλέπω ζοφερό αν συνεχίσουν να σκέπτονται με τόσο παλαιολιθικές και όχι DNAϊκές σημερινές απόψεις. Και επειδή έχουμε βάλει σαν θέμα μας το DNA, το DNA των καναλιών είναι νεκρό. Είναι ένα πτώμα που προσπαθούν να αναστήσουν. Και γίνεται παντού. Πάρτε παράδειγμα το πτώμα της ΕΡΤ που έβαλαν 2.500 «πτώματα» για να το εξυπηρετήσουν. Βάλτε επίσης και τα πτώματα της ιδιωτικής τηλεόρασης που προσπαθούν με δάνειο και με ο,τιδήποτε να επιζήσουν. Δυστυχώς δεν γίνεται να επιζήσει αυτό το μοντέλο. Και τι μπορεί να γίνει; Μπορώ να σας πω γιατί πρέπει να έχουμε και προτάσεις. Είναι εύκολο να κάνουμε αρνητική κριτική. Όλες οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα στηρίζουν την εξουσία τους στην αρνητική κριτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Κανένας δεν έχει θετική εικόνα για το μέλλον. Άρα λοιπόν το να βρίζεις τους προηγούμενούς σου δεν έχει νόημα αν δεν έχεις να διατυπώσεις μια πρόταση. Θα σας πω μια πρόταση που μπορεί να φανεί «τρελή», αλλά νομίζω ότι θα ήταν η δέουσα. Αντί για τους 2.500 χιλιάδες -αποδεδειγμένα και κατά την κυβέρνηση ανίκανους να δουλεύουν στην ΕΡΤ- διόριζαν με τα ίδια λεφτά 5.000 παιδιά αμολημένα μέσα στην ΕΡΤ, θα δημιουργούταν ένα καινούργιο κανάλι, μία καινούργια ΕΡΤ. Τι θα κάνουν αυτοί οι 2.500 που δεν έκαναν τόσα χρόνια τίποτα; Το «τίποτα» θα συνεχίσουν να κάνουν. 5.000 παιδιά άνεργα που θα έμπαιναν μέσα στην ΕΡΤ, θα έφτιαχναν ένα εκρηκτικό μείγμα. Αλλά ποιος πολιτικός δεν φοβάται, όταν μπαίνει η νεολαία στα πράγματα, ότι δεν θα μπορέσει να την τιθασεύσει; Επομένως ξαναδιορίζει τους άχρηστους για να αποδείξει στον εαυτό του ότι μια χαρά τα κατάφερε και έχει τους ψηφοφόρους, γιατί υπάρχει ο φόβος ότι οι άλλοι θα ξεφύγουν. Και στα ιδιωτικά κανάλια; Τι πρέπει να γίνει στα ιδιωτικά κανάλια; Να κλείσουν επιτόπου τα μισά, τα υπόλοιπα να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους, να έχουν πολύ πιο ελεύθερο περιθώριο ελιγμών, να κοιτάξουν τη σημερινή πραγματικότητα. Όχι πλέον με γνώμονα το ποιο πολιτικό γίγνεσθαι μπορούμε να εξυπηρετήσουμε, αλλά τι μπορούμε να προσφέρουμε. Να σημειώσω ότι το ιδιωτικό κανάλι έχει μια μεγάλη διαφορά από το κρατικό: Το κρατικό οφείλει από την κατασκευή του να έχει νέες ιδέες και να βλέπει την ελληνική πραγματικότητα και από την άλλη πλευρά να παράγει εθνικό προϊόν και εθνικές λέξεις, να μιλάει ελληνικά. Δυστυχώς όλα αυτά τα χρόνια στην ΕΡΤ αυτό δεν γινόταν, γιατί το 95% από τον προϋπολογισμό της ήταν εσωτερικές δαπάνες λειτουργίας και μόνο με το 5% προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα. Τα ιδιωτικά κανάλια, επίσης, έκαναν λάθος και έπαιρναν δάνεια που δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν. Άρα, εάν τα ιδιωτικά κανάλια δεν προσφέρουν θέαμα, και καλό θέαμα και μέτριο θέαμα, δεν υπάρχουν ισορροπίες. Ισχύει σε αυτή την περίπτωση αυτό που έλεγε ο Μέρκιουρι: «Let me entertain you», δηλαδή «αφήστε με να σας διασκεδάσω με καλό τρόπο». Τότε δημιουργείς ισορροπίες. Για να πω κάτι και για εμάς που δουλεύουμε στα ιδιωτικά κανάλια τόσα χρόνια… Όλα αυτά τα χρόνια θα είχαμε πνιγεί στα τούρκικα, στα γιαπωνέζικα και δεν ξέρω τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε ξενόγλωσσο, αν εμείς δεν είχαμε κρατήσει τα ελληνικά σίριαλ. Σίριαλ που δεν είχαν τα κρατικά κανάλια, αλλά τα ιδιωτικά όλα αυτά τα χρόνια. Από την άλλη, βέβαια, και τα ιδιωτικά θα πληρώσουν τα σφάλματά τους. Αν δεν θέλουν να τα πληρώσουν τώρα, και πάλι θα τα πληρώσουν σε ένα δύο χρόνια. Και χωρίς την κρίση θα τα πλήρωναν. Πρέπει να έρθει ένας ορθολογισμός στη λειτουργία όλου αυτού του συστήματος. Επιμένω ότι είναι πολύ σωστό να δοθούν κανονικές συχνότητες. Αρκεί η συχνότητα να μη γίνει εκμετάλλευση για να βγάλουν λεφτά, να γίνει για την τακτοποίηση αυτών οι οποίοι πρέπει να έχουν κανάλια.