Ελεάνα Βραχάλη: Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας

Ελεάνα Βραχάλη: Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας

Η γνωστή στιχουργός μιλάει στο Klik.gr για το δεύτερο βιβλίο της -το πρώτο πεζογράφημα- όπου μιλάει για την μοναξιά και την αλήθεια. Τη δική της αλήθεια.

Αγαπημένη της μέρα είναι αυτή που θα περάσει καλά. Η μελαγχολία της ομορφιάς τη συγκινεί αρκετά, τόσο όσο να κλάψει μία φορά όταν πήγε στο Πήλιο και μαγεύτηκε από την ομορφιά του. Δεν την ένοιαξε ποτέ να είναι κοσμική γι’ αυτό οι φίλοι της είναι λίγοι και καλοί, ακόμη κι αν έχει συνεργαστεί έως τώρα με τους περισσότερους γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες. Πιστεύει στην οικογένεια – «οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να είναι μόνοι τους». Έχει γράψει εκατοντάδες τραγούδια και ένα βιβλίο: Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 

Γενικά δεν δίνετε συνεντεύξεις; Γιατί;  Ναι. Για να δώσεις μια συνέντευξη πρέπει να ‘χεις και κάτι να πεις, άμα με παίρνει ο άλλος στο άσχετο για να ξαναπώ για τη συνεργασία μου με τον Χατζηγιάννη και την Παπαρίζου, δεν μπορώ. Είναι και λίγο βαρετό. Ενώ άμα υπάρχει ένας λόγος, άμα ξέρω ότι θα βγει κάτι, δεν έχω πρόβλημα.

Πώς από τη μουσική πήγατε στη συγγραφή; Προφανώς γράφατε πριν βγάλετε το πρώτο σας βιβλίο. Το πρώτο μου βιβλίο Αποσιωπητικά δεν είναι πεζό, είναι όλη η δισκογραφία μαζεμένη και κάποια ποιήματα που έγραφα πιτσιρίκι. Το Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας είναι το πρώτο πεζό.

Αυτό πώς αποφασίσατε να το εκδώσετε; Να φανταστώ έχετε γράψει πολλά άλλα. Όχι. Πεζά; Ποτέ. 

Γιατί; Δεν μου έβγαινε σε πεζό. Σκέψου και στις εκθέσεις ξεκινούσα με ένα δίστιχο ή τετράστιχο και μετά πήγαινα στο θέμα της έκθεσης… μέσω Λαμίας. Για εμένα έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο οι καθηγητές που είχα. Πάρα πολύ σημαντικό. Πέτυχα κάποιους, οι οποίοι απλά διεκπαιρέωναν και κάποιους που αγαπούσαν πολύ αυτό που έκαναν. Θυμάμαι τον τρόπο που έκανε Αρχαία Κείμενα ή η ανάλυση των κειμένων ένας αγαπημένος μου φιλόλογος. Σκέψου ότι ο άνθρωπος ήταν με 500 πτυχία. Μας έκανε γλωσσολογική ανάλυση στα κείμενα και στα ποιήματα. Έμπαινε μες στην τάξη κι έλεγε: «Όποιος δεν θέλει να παρακολυθήσει ας βγει έξω», οπότε έβγαιναν οι 15. Εγώ ήμουν στους 15 που έμεναν. Καθόμουν γιατί το γούσταρα. Αυτός μου έβαζε πάντα 20 στις εκθέσεις, αλλά μου είχε πει ότι στις Πανελλήνιες δεν θα πας καλά. Είχα γράψει 17.

Το 17 δεν είναι κακό. Γι` αυτό που ήθελα να μπω εγώ ήταν στην έκθεση.

Πού θέλατε να μπείτε; Ήθελα να μπω ψυχολογία.

Αν δεν κάνω λάθος, έχετε σπουδάσει ψυχολογία; Στο Deere για λίγο. Έκανα μουσικολογία και έκανα για λίγο doublemagure, που λένε. Έκανα 1,5 χρόνο ψυχολογία. Αλλά ουσιαστικά μουσικολογία τελείωσα.

Την ψυχολογία γιατί δεν την τελειώσατε; Δεν σας ενδιέφερε τελικά; Όχι, με ενδιέφερε πολύ, έκανα μετά και σεμινάρια, αλλά ήμουν 5 χρόνια στο Deree, και σκέφτηκα «μη μείνω και για πάντα» επειδή απλώς μου αρέσει. Αλλά μετά παρακολουθούσα σεμινάρια, όπου έβρισκα κάτι που με ενδιέφερε – ας πούμε, πήγαινα και στο Πάντειο και παρακολουθούσα μαθήματα της Τσαλίκογλου και γενικά όποτε έβρισκα κάτι ωραίο πήγαινα.

Γιατί δεν γίνατε ψυχολόγος; Αν δεν έκανα αυτό που έκανα, νομίζω ότι θα κατέληγα εκεί. Μάλιστα ήθελα να πάω και στα βαριά – εγώ ήθελα να κάνω εγκληματολογία.

Γιατί αυτό; Γιατί μ’ αρέσει πάρα πολύ, μ’ αρέσει επειδή γενικά όλοι οι άνθρωποι -κάποιοι σε πολύ ακραίο βαθμό, κάποιοι σε πολύ ήπιο- έχουν τις ακραίες πλευρές τους. Το σκοτάδι με το φως παίζει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά εμένα με ιντριγκάρει η γραμμή που ενώνει αυτά τα δύο. Δηλαδή μ’ αρέσει πάρα πολύ να την ψάχνω και να την καταλάβω και να την περιγράψω. Η ψυχολογία δεν είναι εύκολη και δυστυχώς στην Ελλάδα το μεγάλο ελλάτωμα, από αυτούς που ασκούν αυτό το επάγγελμα, είναι ελάχιστοι αυτοί οι οποίοι έχουν κάνει ψυχοθεραπεία. Εγώ πιστεύω αν δεν έχεις κάνει τουλάχιστον μια 10ετία δεν το εξασκείς. Δεν είσαι κατάλληλος, είναι πολύ σημαντικό. Αν δεν ήμουνα αυτό που είμαι, κάτι προς τα ‘κει θα έκανα..

Στην παρουσίαση του βιβλίου, είπατε πως είναι αληθινά γεγονότα. Γιατί στην αρχή του βιβλίου γράφει ότι «Τα γεγονότα είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι απλά συμπτωματική»; Γιατί ουσιαστικά το πιστεύω ότι μπορεί να είμαστε δύο άνθρωποι που θα ζήσουμε το ίδιο γεγονός και εσύ να το περιγράψεις τελείως διαφορετικά κι εγώ τελείως διαφορετικά. Που σημαίνει ότι από μόνη της η αντίληψή μας και η φαντασία μας μετά, που εγώ έχω άπλετη, το κάνει μύθο, το κάνει μια μυθοπλασία.

Ήταν δική σας επιλογή να το γράψετε δηλαδή; Ναι. Εγώ το έγραψα γιατί το πιστεύω.

Παρ’ όλο που διάβασα αυτό στην αρχή του βιβλίου, όταν άρχισα να το διαβάζω δεν πίστεψα πως τα γεγονότα ήταν ψεύτικα, επειδή ήταν τόσο λεπτομερές, είχε τόσο συναίσθημα. Το συναίσθημα είναι δικό μου, οπότε είναι αληθινό. Πραγματικά είναι όλα στο μυαλό. Αυτό το βιβλίο, για εμένα, τα λέει όλα. Έχει την αλήθεια του, αλλά από εκεί και πέρα έχει και μυθοπλασία. Όλα είναι στο μυαλό. Ας πούμε το σκεφτόμουνα και προχθές ένα γεγονός που έρχεται στα αυτιά μου και το πρώτο που μου προκαλεί είναι να κλαίω γιατί με πιάνει κατευθείαν στο συναίσθημα, μετά από 2 μέρες που το ξανασκέφτηκα και απομόνωσα το συναίσθημα από το γεγονός, γέλαγα. Και λέω «κοίτα να δεις πως μπορεί το ίδιο γεγονός να σου προκαλέσει δύο τελείως διαφορετικές αντιδράσεις». Άρα η αντίδραση και πώς θα τη μεταφέρω εγώ μετά αυτήν την αντίδραση είναι δικό μου. Είναι αλήθεια, αλλά είναι δική μου αλήθεια, δεν σημαίνει ότι είναι μια αντικειμενική αλήθεια. Και το ίδιο γεγονός διαπίστωσα ακόμη και σε εμένα ότι μου προκάλεσε δύο διαφορετικές αντιδράσεις και ήταν και οι δύο αληθινές, απλά στη μία απομόνωσα το συναίσθημα.

Σας είναι εύκολο να απομονώσετε το συναίσθημα; Όχι. Απλά μετά από αυτό το βιβλίο και μετά από όλην αυτήν τη διαδικασία που έκανα για να το γράψω και για να κάνω όλο αυτό το πέρασμα από τη μια πλευρά στην άλλη, που είναι και οι πτυχές του ανθρώπου που με ενδιαφέρουν, αυτό το πράγμα από το σκοτάδι στο φως, σκέφτηκα ότι το συμπέρασμα που βγήκε είναι απόλυτα αληθινό. Δηλαδή όντως όλα είναι στο μυαλό, παρ’ όλο που είναι πολύ δύσκολο αυτό το πράμα να το κατευθύνεις. Όλο ξεκινάει από εκεί. Για εμένα το συναίσθημα είναι και η αντίδραση του σώματος και της ψυχής μας σε αυτό που σκεφτόμαστε. Άμα σκεφτείς τελείως διαφορετικά, μετά επηρεάζονται όλα τα υπόλοιπα. Όταν φτάσεις και δεχτείς ότι όλα είναι στο μυαλό μετά λειτουργείς λίγο πιο φυσικά. Εγώ αυτό που σου λέω δεν θα μπορούσα να το κάνω πριν 5 χρόνια. Αλλά τώρα το κάνω, και λίγο μηχανικά.

Τι άλλαξε σε αυτά τα 5 χρόνια; Αυτή η διαπίστωση. Ήρθε μπροστά μου αυτό. Όσο δύσκολο κι αν είναι, μετά αρχίζεις και το αφομοιώνεις. Περνάει μέσα σου δηλαδή, βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα. Χάνεις λιγότερο χρόνο. Όταν φτάνεις να το αντιμετωπίσεις, διαπιστώνεις ότι δεν έχει καμία σχέση με το μέγεθος που περίμενες να έχει. Σκέψου ότι εγώ την ψυχολογία την αγάπησα όταν μπήκα μια μέρα σ’ ένα μάθημα στο Deree και είχε ένα κεφάλαιο για τις φοβίες στο μάθημα της Γενικής Ψυχολογίας. Εγώ είχα μια εφηβία αρκετά δύσκολη, αρκετά μοναχική, αρκετά σκοτεινή με πολύ έντονα γεγονότα και συναισθηματικά και με πολλές, πάρα πολλές, φοβίες. Ξαφνικά μπαίνω σε αυτό το κεφάλαιο το οποίο χωρίζει τις φοβίες σε κατηγορίες και λέει στατιστικά πόσοι άνθρωποι έχουν αυτές τις φοβίες. Με το που διάβασα αυτό το κεφάλαιο αυτόματα έφυγε το 30% των φόβων μου. Εκεί διαπιστώνεις ότι πρώτον, δεν είσαι μόνος σου, είναι κάτι το οποίο συμβαίνει και δεύτερον, είναι κάτι τελικά που δεν έχει την αξία που του έχεις δώσει. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. 

Εσείς νιώθετε μόνη; Στο βιβλίο σας ο ήρωας, που προφανώς είστε εσείς, περιγράφει κάποιες περιόδους μοναξιάς. Ναι, δεν γίνεται να μην περάσεις κι από αυτό.

Την επιλέξατε εσείς ή απλώς συνέβη; Ναι, ήταν κάτι που το επέλεξα εγώ. Την επέλεξα για να την αγαπήσω και να μη με φοβίζει μετά. Με έκανε μετά κι έκανα πιο ισορροπημένες επιλογές και ένα πολύ μεγάλο ξεκαθάρισμα στους κοντινούς μου ανθρώπους, στους φίλους μου. Σταμάτησα να βγαίνω με έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή δεν μπορώ να κάτσω μόνη μου στο σπίτι. Δεν με φοβίζει η μοναξιά. Αυτή η διαδρομή μού έκανε πάρα πολύ καλό, γιατί τώρα ξέρω ότι έχω φίλους. Πάντα καταλαβαίνεις τους ανθρώπους που αξίζει να ‘ναι δίπλα σου. Απλά καμιά φορά μπορεί να μη θες να το δεις. 

Είπατε προηγουμένως ότι η εφηβεία σας ήταν δύσκολη. Για ποιο λόγο; Πολλές απώλειες. Οι άμυνές μου ήταν αδύναμες. Περνούσαν όλα μέσα μου. Έχω χάσει και τον κολλητό μου από ναρκωτικά. Είχαμε μεγαλώσει μαζί, από μικρά μέναμε απέναντι. Η εφηβεία μου ήταν τίγκα στις φοβίες.

Στο βιβλίο αναφέρετε και την απώλεια του παππού σας. Επίσης και για το «κρυφτό που έπαιζε» η μητέρα σας μαζί σας. Οι γονείς σας είναι χωρισμένοι; Ο παππούς μου ήταν η πρώτη απώλεια. Ναι είναι χωρισμένοι.

Σας επηρέασε ή σας στοίχισε ο χωρισμός των γονιών σας όταν ήσασταν μικρή; Όχι. Γενικά πιστεύω όταν δυο άνθρωποι δε μπορούν να είναι μαζί, πρέπει να χωρίσουν. Επιβάλλεται. Είναι το καλύτερο και για το παιδί. Από μια «μάχη» είναι καλύτερο να χωρίζεις και να χωρίζεις με πολιτισμένο τρόπο.

Το Φυλακή Υψίστης Ασφαλείας  απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα; Πιστεύω πως αυτό το βιβλίο απευθύνεται σε μια πλευρά του εαυτού σου που θες να υπάρξει κάποια στιγμή ένας άνθρωπος που θα ταυτιστεί. Φυσικά και απευθύνεται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι απευθύνεται κάπου συγκεκριμένα. Ουσιαστικά είναι ένας μονόλογος για όποιον ταυτιστεί μαζί του και για όποιον θελήσει να γίνει διάλογος, αυτή είναι η πρόθεση.

Μου κάνει εντύπωση που λέτε πως αυτό είναι το πρώτο σας βιβλίο. Περίμενα όντως να έχετε αρκετά στα συρτάρια και τον υπολογιστή σας. Ούτε αυτό το πίστευα. Όταν έγραψα την πρώτη σελίδα του βιβλίου -και το έγραψα 5 η ώρα το πρωί στο κινητό, γιατί δεν ήθελα να ανοίξω φως- την επόμενη μέρα είδα πως ήταν ένα κείμενο πεζό. Και μετά ξεκίνησα και βγήκε σαν νερό. Σταμάτησα στη μέση, εκεί που το τελειώνει το 1ο μέρος και το άφησα 1,5 χρόνο στο συρτάρι μου, ούτε το άνοιξα. Ήθελα να σταματήσει εκεί. Όταν έγραφα το 2ο μέρος ήμουν πιο καλά. Γι’ αυτό έχει και διαφορά το ένα με το άλλο. Ακόμα και στον τρόπο γραφής.

Τον τρόπο γραφής τον διαμορφώσατε από μικρή ή αλλάζετε καθώς μεγαλώνετε; Όχι, δεν αλλάζω διαμορφώνω. Λίγο συμπυκνωμένος ήταν πάντα, απλά διαμορφώνεται ανάλογα με τις επιρροές, αυτά που διαβάζω – κι εγώ διαβάζω πάρα πολύ. Τα πάντα. Ό,τι πέσει στα χέρια μου. Είμαι λίγο βιβλιοφάγος. Ό,τι πέσει στα χέρια μου. Από μουσική και βιβλία, τα πάντα. Και μουσική ακούω τα πάντα. Από ένα κομμάτι με ένα πιάνο μέχρι ένα soundtrack.

Γιατί όλα σας τα τραγούδια είναι στενάχωρα;  Δεν είναι όλα στενάχωρα. Συναισθηματικά η αλήθεια είναι ότι τα ζω τα πράγματα στην υπερβολή τους. Δεν είναι πάντα η κατάσταση που βιώνω το τραγούδι. Έχει τύχει να είμαι σε σχέση και να έχω γράψει τα πιο εσωστρεφή μου κομμάτια. Είναι αυτό που λέγαμε και πριν, η αντικειμενική πραγματικότητα. Πολλά από αυτά που ‘χω γράψει τα ‘χω ζήσει μετά και πολλά από αυτά είπα «Τώρα αυτό πώς το ‘γραψα;». Έχει και μια μεταφυσική όλο αυτό το πράγμα. Αλλά δεν είναι στενάχωρα, είναι συναισθηματικά φορτισμένα.

Τα δικά σας τα ακούτε; Σπίτι μου όχι. Μες στο αυτοκίνητο μπορεί. Μετά από ένα δίσκο μ’ αρέσει να κάνω μια εκδρομή να τον ακούσω. Μ’ αρέσει ο τρόπος που ακούγεται μες στο αυτοκίνητο.

Η Ελεάνα προσέχει πλέον πιο πολύ τις συνεργασίες της.Τώρα θέλει αυτά που θα την ευαισθητοποιήσουν και τα εναύσματα που θα έχει να έχουν κάποιο κίνητρο. Να έχει και ο άλλος. Τότε δεν την ένοιαζε, τα έδινε όλα αυτή. Για αυτήν η επίσκεψη σε ψυχολόγο είναι σαν την επίσκεψη στο γιατρό όταν είσαι άρρωστος. Αγαπάει τις γάτες. Έχει μεγαλώσει με αυτές. Τώρα έχει δύο. «Πρέπει να πάω να τους αγοράσω φαγητό. Θα με περιμένουν στην πόρτα να γυρίσω.» Ανηφόρισε το δρόμο για το σούπερ μάρκετ. Φεύγοντας γύρισα να την κοιτάξω άλλη μία φορά. Είδα αυτό που περίμενα, μια ήσυχη δύναμη. 

Σχετικά άρθρα