Love Letters: “Απόψε εφημερεύεις πάνω μου”…
" Μην με αποπαίρνεις για τα γράμματα, δεν αγαπώ τα κόκκινα στυλό Δεν ξέρω τίποτα. Μα- Σε αγαπώ. - Τα βράδια που ζέσταναν, μεγάλωσαν για εσένα".
Μίλια σαρανταπέντε. Κύκλος ομόκεντρος το αλερετερούρ, και τα εισιτήρια, ρόδα στα πόδια σου. -Άσε με, να τα μαζεύω ένα ένα, το χω για σίγουρο πως ότι γίνεται ανάμνηση μες το παλιό κουτί των παπουτσιών, χαρίζει και μια στάλα μέλλον. Δικό μας. – Πρώτη σου φράση αρχέγονη, ακανόνιστη, δίχως το σφυρήλατο που βαράει αδιάκοπα για σένα ο Δαίδαλος του εγκεφάλου σου: -Εσύ θα με καταστρέψεις. Σου ξέφυγε νύχτα καθώς τα χέρια μου έπλεκαν μια φωλιά γύρω από εσένα, για να χωράς. Εγώ γιατί; -Έχω αφεθεί. Στο λέω: Kι` εγώ. Έχω ξεχάσει πως μετράνε. Δυο μήνες τωρα, δήλωσα παραίτηση. Προσέλαβε με. Της εργατιάς ο μόνος μόχθος που λαχταρώ, βρίσκεται εντός σου. Να φεύγω και να έρχομαι, μέχρι το “μαζί” να βρει κουκκίδα σε έναν χάρτη. “Δήλωση τοποθεσίας” σε όλα, -για όλα- σε κάθε γωνιά σου εντός-εκτός, και επι τα αυτά. Στο εκατόν τέσσερα. Δωμάτιο και δρόμος, δίχως θέα. Μια διασταύρωση πιο κάτω, και κάτι κλάματα μωρού ξεχύνονται από τα γειτονικά μπαλκόνια, τότε που απλώνομαι στη γεωγραφία του κορμιού σου. Τα βράδια δίχως βάρδιες, όταν εξαργυρώνουμε την μοναξιά σε ένα χρηματιστήριο κοινό, ποντάρουμε ζυγά μήπως και πιάσουμε ευτυχία. Κι άλλωστε τι σημαίνει «μαζί»; Μια τσόχα πράσινη. Ότι δεν ξέρεις να βαστάς σε κάνει αδύνατο, και οι χαμένοι πάντα θα φεύγουν με το κεφάλι κάτω κι` όλο ευθεία. Αλλά όχι απόψε. Απόψε, εφημερεύεις πάνω μου. Τίποτα πιο (κατ)επείγον, από το “εδώ” μου.- Κοίτα να δεις. Κοιτώ ξανά τα μάτια μου. Έχεις καθίσει μέσα τους, κι` έχεις και διάγνωση για αυτά: “Μυδρίαση”. Έτσι το λένε γιατρικά, όταν απλώνεις χρώμα, όταν παλμοί εκατόν τέσσερις γρονθοκοπούν τις φλέβες σου, όταν φοράς χαμόγελου τρελού- τρελού για σένα-, όταν απ` τα πάντα χάνεσαι και θες ξανά, όταν δυο τρία σχέδια κάθονται στο συρτάρι, με post it στα κίτρινα ένα -Αν; Κάθε που κοιμάσαι, γράφω ότι δεν μπορώ να πω. Σου άφησα χαρτάκι στο συρτάρι με τις κάλτσες. Δες το, έχει όνομα. Κι` ας πάνε μέρες. Το βάφτισαν τα χείλη σου, κι` αναβοσβήνει. Ταμπέλα με “νέον” σε δρόμο δικό σου, κάτω δεξιά, με υστερόγραφο: “Αντέχω”. Εσένα Για εμένα. Το εδώ, για εμάς. Παράτα τα όλα, κι` έλα να φύγουμε. Στη θάλασσα. Μάτι ανθρώπου να μην μας δει. Μόνο να ακούνε. Πόσες σειρήνες, κρύβω μέσα μου για εσένα. Κι` εγώ άοκνος τότε, να περιέλθω στην κατοχή του εαυτού σου. Δίχως τα ντριν και ντριν του τηλεφώνου, τα πότε και που, η ώρα οχτώ στα λεωφορεία, με σάκο μαύρο και τρία ξενύχτια. Μόνο με αυτιά που προσδοκούν, και μάτια που ανοίγουν-φώτα ορθάνοιχτα, για να σε καταπίνουν. Ολόκληρο, μήπως χορτάσουν. Απληστία είναι να σε έχω και να μην αρκεί. Να πίνω την αλμύρα απ` το δέρμα σου, να γίνομαι ένα με τον ιδρώτα σου, να σε φιλώ και να κολλάς. Και να διψώ ξανά. Ξέρω γελάς, Μα βιάσου. Μην αργείς. Σου χω καφέ -τρεις κουταλιές- , πρώτο τσιγάρο και θερμοσίφωνα ανοιχτό. Παραδώσου στην ιεροτελεστία της μέρας. Σαν το χορό, που βήμα βήμα το μαθαίνεις, απ` τη αρχή. Καθε φορά, πρώτη φορά. Και όταν το κάνεις, βάστα στα χέρια το χαρτάκι αυτό: Μην με αποπαίρνεις για τα γράμματα, δεν αγαπώ τα κόκκινα στυλό Δεν ξέρω τίποτα. Μα- Σε αγαπώ. –
Τα βράδια που ζέσταναν, μεγάλωσαν για εσένα.
Θωμάς Τσιναφορνιώτης.