Klik at the Movies – Victoria

Klik at the Movies – Victoria

Μια σπάνια κινηματογραφική εμπειρία που ξεχειλίζει από φρεσκάδα και αδρεναλίνη, εντυπωσιάζει με την τόλμη και την εφευρετικότητά της και μάς παρασύρει σε ένα φρενήρες ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά της νιότης. | Από τον Χάρη Παπαπαναγιώτου

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Το “Victoria” είναι ένα γνήσιο κινηματογραφικό επίτευγμα, από εκείνα που τα βλέπεις και αναρωτιέσαι “μα πως το έκαναν αυτό;”. Μιλάμε για μια αγωνιώδη δραματική περιπέτεια διάρκειας 138 λεπτών εξολοκλήρου γυρισμένη σε ένα μονοπλάνο, με κάμερα στο χέρι και χωρίς το παραμικρό μοντάζ. Μια ταινία που εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο και διαδραματίζεται στο σημερινό Βερολίνο, μια από τις πιο δημοφιλείς όσο και ζωντανές μεγαλουπόλεις του πλανήτη. Με τους ήρωές της να κινούνται διαρκώς (με ποικίλες επιμέρους στάσεις) και την κάμερα να τους ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής, καθώς βιώνουν στο έπακρο την πιο έντονη (και για κάποιους από αυτούς τελευταία, ένεκα απρόβλεπτων εξελίξεων) νύχτα της ζωής τους.

Ο Νορβηγός διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας Στούρλα Μπραντ Γκρέβλεν τιμήθηκε για την αξιοθαύμαστη δουλειά του με την Αργυρή Άρκτο Εξαιρετικού Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος στην 65η Berlinale, ενώ και ο σκηνοθέτης Σεμπάστιαν Σίπερ υποκλίθηκε στη δεξιοτεχνία του, αφιερώνοντάς του το πρώτο credit στους τίτλους τέλους. Το “Victoria”, όμως, καταφέρνει να κερδίσει τις εντυπώσεις και για το γεγονός πως είναι και μια ταινία που παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα, κι ας είναι το σενάριό της (το οποίο ο Σίπερ συνυπογράφει με την Ολίβια Νέεργκαρντ-Χολμ και τον Έικε Φρέντερικ Σουλτς) ο αδύναμος κρίκος του όλου επιτεύγματος.

Η Βικτόρια του τίτλου είναι μια νεαρή Σπανιόλα από τη Μαδρίτη που μετακόμισε στο Βερολίνο πριν από 3 μήνες, εργάζεται σε ένα cafe το οποίο ανοίγει η ίδια καθημερινά στις 7 το πρωί και βγαίνει μόνη της για clubbing μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις της γνωρίζεται με τον συμπαθή Βερολινέζο Σόνε και τους τρεις σαματατζήδες κολλητούς του, Μπόξερ, Μπλίνκερ και Φους, με τους οποίους και αποφασίζει να περάσει το διάστημα που απομένει μέχρι να επιστρέψει στη δουλειά. Διψασμένη για απλή ανθρώπινη επικοινωνία, αλλά και για νέες, έντονες εμπειρίες και αδιαφορώντας για τις συνέπειες κάποιων βεβιασμένων επιλογών της, η Βικτόρια θα βιώσει στο πλευρό τους μια σχεδόν “εξωσωματική” εμπειρία, που θα την αλλάξει για πάντα.

Αν το πρωτοφανές σε σύλληψη και εκτέλεση – σχεδόν – δυομισάωρο μονοπλάνο είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο κάποιος θα επιλέξει να δει το “Victoria”, σύντομα θα διαπιστώσει πως το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Λάια Κόστα (Βικτόρια) και Φρέντερικ Λάου (Σόνε) είναι εκείνο που με τη χημεία του, χάρη στις θαυμάσιες, ευπρόσδεκτα αληθοφανείς – μια και είναι βασισμένες κατά κύριο λόγο σε αυτοσχεδιασμούς – ερμηνείες του συμβάλλει τα μέγιστα στο να “βυθιστεί” ο θεατής στην ιστορία και να θέλει να την παρακολουθήσει μέχρι τέλους. Κι αυτό δεν αλλάζει, ακόμη κι όταν η πλοκή αρχίζει σταδιακά να συγκρούεται με το νόμο των πιθανοτήτων, καθώς ως εκείνο το σημείο σε έχει ήδη συνεπάρει η όλη φάση της πενταμελούς παρέας που βολτάρει στο νυχτερινό Βερολίνο πίνοντας μπύρες, κουβεντιάζοντας σε σπαστά Αγγλικά περί ανέμων και υδάτων, σπάζοντας πλάκα, αλλά και φλερτάροντας διακριτικά, απολαμβάνοντας μέχρι το μεδούλι τη (φαινομενική) ανεμελιά της νιότης τους.

Από την πλευρά του ο Σίπερ, εμφανώς επηρεασμένος από την εμπειρία του ως ένας εκ των βασικών πρωταγωνιστών στο φρενήρες “Lola Rennt” του Τομ Τίκβερ, φρόντισε να φορτίσει την ταινία του με αμείωτη ένταση (υπάρχει, άλλωστε, και η δικαιολογημένη καχυποψία ως προς τις προθέσεις τεσσάρων αγνώστων ανδρών που προσεγγίζουν μια μοναχική κοπέλα), ανεβάζοντας ρυθμούς όσο οδηγούμαστε προς το αναπάντεχα εκρηκτικό φινάλε. Μια ταινία την οποία γύρισε 3 φορές, κινηματογραφώντας 22 διαφορετικούς εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους και συντονίζοντας όσο το δυνατόν ιδανικότερα όλους τους συμμετέχοντες, προτού αποφασίσει να βάλει το τελικό φινίρισμα στην τρίτη λήψη, που ήταν και εκείνη που τον άφησε περισσότερο ικανοποιημένο ως συνολικό αποτέλεσμα.

Μια σπάνια κινηματογραφική εμπειρία που ξεχειλίζει από φρεσκάδα και αδρεναλίνη, εντυπωσιάζει με την τόλμη και την εφευρετικότητά της και μάς παρασύρει σε ένα φρενήρες ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά της νιότης, με μουσική υπόκρουση το ονειρικό soundtrack του πολυτάλαντου Nils Frahm.

Στις αίθουσες από τις 3 Μαρτίου 2016, σε διανομή Seven films/Spentzos film.

Σχετικά άρθρα