Μενέλαος Λουντέμης  |  Όλοι χρωστάμε κάπου ένα σ`αγαπώ και μια συγνώμη…

Μενέλαος Λουντέμης | Όλοι χρωστάμε κάπου ένα σ`αγαπώ και μια συγνώμη…

Αποφθέγματα & αποσπάσματα από έργα του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα που έλεγε ότι αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ...Το τί κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά..-Aπό τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

“Όλοι χρωστάμε κάπου ένα σ`αγαπώ και μια συγνώμη…” Μια απλή φράση αλλά τόσο αληθινή. Νομίζω πως το “σ`αγαπώ” και το “συγνώμη”, είναι δύο από τις πιο σπουδαίες λέξεις που υπάρχουν. Και πόσο υπέροχο είναι όταν τις λέει κάποιος να τις νιώθει πραγματικά…

Αυτά τα λόγια έχουν γραφτεί από το Μενέλαο Λουντέμη. `Εναν από τους σπουδαιότερους και πολυγραφότερους `Ελληνες συγγραφείς που άφησε πίσω του σημαντική πνευματική κληρονομιά.

Ανήκει στους Έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Το έργο του θεωρείται ιδιότυπο λόγω του “ερασιτεχνικού” τρόπου γραφής του συγγραφέα, τον οποίον υπηρέτησε με πλήρη συνείδηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη. Κύριος σκοπός του ήταν η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και  χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία. Στο Μενέλεαο Λουντέμη άρεσε να στρέφεται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει  καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα, δίνοντάς την προσωπική οπτική του ανεκπλήρωτου έρωτα,  της μοναξιάς, αλλά και της δυστυχίας του κόσμου.

`Εγραφε με ιδιαίτερο  λυρισμό, αμεσότητα, δύναμη και ρεαλισμό. Πολλά από τα μυθιστορήματά του – ανάμεσά τους :  «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ` άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τους νέους, τις δεκαετίες του `50, του `60 και του `70.

Επέλεξα κάποια από τα σπουδαιότερα αποφθέγματά του καθώς και αποσπάσματα από έργα του και σας τα παραθέτω:

“Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα. Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει. Κοίταξέ με προσεκτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Εκείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω. Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς; («Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»)

Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.

Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;

Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.

Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του!

Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται;

Εάν βυθισθώμεν, ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!

Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.

Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.

Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος.

(η πρώτη φράση από το “Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα”)

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.

Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;

Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα, ήρθαν τα γηρατειά…

(“Θυμωμένα Στάχυα”)

Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.

Και περνούσα τις μέρες μου, με τα χρώματά μου τακτοποιημένα. Με τα όνειρά μου συγυρισμένα. Με τα ποιήματά μου καθαρογραμμένα… Γιατὶ έτσι τα ῾βλεπα. Ἔτσι νόμιζα.

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης ένας αποσταμένος περπατητής που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων. Κι αν θέλεις, έλα να τ᾿ ακούσουμε μαζί.

Σχετικά άρθρα