Bob Dylan: 64 χρόνια από την εποχή που ένας νεαρός από τη Mινεσότα άλλαξε την ιστορία της μουσικής
Από τον Robert Zimmerman των μικρών καφέ στον θρύλο που έκανε τους στίχους τραγουδιών να θεωρούνται λογοτεχνία και έξι δεκαετίες μετά συνεχίζει να εμπνέει.
Με αφορμή την επέτειο από την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου, θυμόμαστε πώς ο νεαρός Robert Zimmerman από τη Μινεσότα εξελίχθηκε στον πιο επιδραστικό τραγουδοποιό της αμερικανικής μουσικής, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε οι στίχοι τραγουδιών να αντιμετωπίζονται ως λογοτεχνία.
Τον Μάρτιο του 1961 ο Bob Dylan ξεκίνησε να ηχογραφεί τον ομώνυμο και πρώτο δίσκο του, ο οποίος κυκλοφόρησε τελικά τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου. Από εκείνη την ημέρα μέχρι και σήμερα, ο Dylan ήταν, είναι και παραμένει ο πιο επιδραστικός Αμερικανός μουσικός όλων των εποχών. Για πρώτη φορά στίχοι τραγουδιών θεωρούνται λογοτεχνία και γίνονται τόσο γνωστοί ώστε μνημονεύονται από πολιτικούς, από τον Jimmy Carter μέχρι τον Vaclav Havel.
Οι φολκ μελωδίες του Dylan καθιερώνουν την εικόνα του τραγουδιστή – τραγουδοποιού. Ο χαλαρός τρόπος που ερμηνεύει τα ποιητικά τραγούδια του και η τριβή του με τον ηλεκτρικό ήχο τον κάνουν ποπ, και εκατοντάδες μουσικοί τον μιμούνται. Ηχογραφεί με βετεράνους μουσικούς από το Tennessee και επανασυνδέει τη ροκ με την κάντρι μουσική, δημιουργώντας τις βάσεις για το κάντρι ροκ. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, σχεδόν μισό αιώνα μετά είναι ακόμα εδώ, το ίδιο δυνατός, το ίδιο ενοχλητικός και πάντα γεμάτος εκπλήξεις.
Ο Robert Allen Zimmerman (ή στα Εβραϊκά Zushe ben Avraham) γεννήθηκε στις 24 Μαΐου του 1941 στο Duluth της Minnesota. Όπως έχει γράψει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, που κυκλοφόρησε το 2004 με τον τίτλο Chronicles, η μητέρα του πατέρα του, η γιαγιά του δηλαδή, ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ο παππούς του από την Τραπεζούντα. Η πρώτη του επαφή με τη μουσική ήταν στο γυμνάσιο, όταν ξεκίνησε να παίζει κιθάρα και φυσαρμόνικα και έφτιαξε το πρώτο του συγκρότημα, τους Golden Chords. Γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, στο τμήμα καλών τεχνών, και ξεκίνησε να παίζει σε μικρά καφέ ως Bob Dylan, εξαιτίας της αγάπης που είχε για τον Dylan Thomas.

Το 1962 άλλαξε και επίσημα το όνομά του, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα είχε μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, σε μια προσπάθεια να γνωρίσει το ίνδαλμά του, Woody Guthrie, ο οποίος νοσηλευόταν με μια σπάνια νευρολογική πάθηση. Συναντήθηκαν αρκετές φορές και τον ίδιο Απρίλιο ο Dylan έπαιξε μαζί με τον θρυλικό John Lee Hooker, κερδίζοντας την παράσταση αλλά και ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με την Columbia.
Το καυστικό χιούμορ του και οι στίχοι διαμαρτυρίας που διέκριναν τα τραγούδια του τον έκαναν σχεδόν αμέσως μια θρυλική φυσιογνωμία της art σκηνής του Greenwich Village, ενώ τα πρώτα του κιόλας τραγούδια, «Blowin’ in the Wind», «A Hard Rain’s a-Gonna Fall» και «Masters of War», θεωρούνται κλασικά.
Η μεγάλη Joan Baez, καθιερωμένη την εποχή εκείνη ως η κορυφαία τραγουδίστρια διαμαρτυρίας, ηχογραφεί τραγούδια του Dylan αλλά και γίνεται ερωμένη του. Το 1964 γνωρίζει τους Beatles και τους μυεί στον κόσμο της μαριχουάνας, χωρίζει με την Baez και γνωρίζει την Sara Lowndes, ένα 25χρονο μοντέλο με την οποία παντρεύεται.
Είναι τα χρόνια όπου ο Dylan δεν επαναστατεί μονάχα εναντίον των πολιτικών και του πουριτανισμού αλλά επαναστατεί απέναντι και στη φολκ μουσική. Αρχίζει να χρησιμοποιεί ηλεκτρικές κιθάρες, να παίζει με ροκ μπάντες και για κάποιο διάστημα να γιουχάρεται στις συναυλίες του, αφού οι παραδοσιακοί φαν του θεωρούν ότι έχει αποστατήσει. Το «Like A Rolling Stone» κλείνει τα στόματα των επικριτών του αφού φτάνει στο νούμερο 2 των charts και γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία του μέχρι εκείνη την ημέρα, ανοίγοντάς του παράλληλα την πόρτα σε ακροατήρια εκτός φολκ σκηνής.

Μέχρι το 1966 έχει πουλήσει πάνω από 10 εκατομμύρια δίσκους και τα τραγούδια του έχουν διασκευαστεί και ηχογραφηθεί από τουλάχιστον 150 καλλιτέχνες. Τον Ιούλιο του ’66 ο Dylan πέφτει με τη μηχανή του και παραμένει σε κρίσιμη κατάσταση για μία εβδομάδα και στο κρεβάτι για έναν μήνα. Το ατύχημα του αφήνει κουσούρια την αμνησία και μια ελαφριά παράλυση, ενώ απομονώνεται για τους επόμενους 9 μήνες. Η επιστροφή του όμως χτυπά το κοινό σαν κεραυνός, καθώς το John Wesley Harding είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους όλων των εποχών και μια εντελώς διαφορετική πρόταση στην ποπ ψυχεδέλεια των Beatles, που κυριαρχούσε μετά την κυκλοφορία του Sgt. Pepper’s.
Στα 70s ο Dylan χαμηλώνει τους τόνους και δοκιμάζει διάφορα πράγματα. Τραγουδά μερικά τραγούδια άλλων, πειραματίζεται με την κάντρι, γίνεται επίτιμος διδάκτορας μουσικής στο Princeton, συνεργάζεται με τον George Harrison των Beatles, εμφανίζεται στη συναυλία για τη διάσωση του Μπαγκλαντές, γράφει μουσική για την ταινία του Sam Peckinpah, Pat Garrett and Billy the Kid, γράφει, ζωγραφίζει, μετακομίζει στο Malibu και φυσικά αντιμετωπίζει σφοδρή κριτική από τους δημοσιογράφους και το κοινό που θεωρεί ότι έχει «μαλακώσει».

Η κριτική, η γκρίνια, τα ατελείωτα επικριτικά άρθρα και οι φωνές διαμαρτυρίας όμως σιωπούν όταν ο Dylan κυκλοφορεί το Blood on the Tracks αρχικά και το Desire, τα οποία γίνονται νούμερο 1 σε ένα βράδυ. Στο Desire μάλιστα επιστρέφει δριμύτερος αφού το έπος «Hurricane» αποτελεί μια κραυγή διαμαρτυρίας κατά του συστήματος που έχει φυλακίσει χωρίς αποδείξεις έναν μαύρο πρωταθλητή του μποξ, τον Rubin Carter.
Μάλιστα χάρη στις διαμαρτυρίες του Dylan, ο Carter ξαναδικάστηκε, ενώ η Patty Valentine, μια μάρτυρας στην υπόθεση, έκανε μήνυση κατά του Dylan επειδή αυτός χρησιμοποίησε το όνομά της στο τραγούδι του.
Κάπου εκεί τον χωρίζει η γυναίκα του, παίρνει την κηδεμονία των πέντε παιδιών τους και ο Dylan δηλώνει ότι είναι ένας ξαναγεννημένος Χριστιανός, χωρίς όμως την εποχή εκείνη να καταφέρει να κάνει έναν δίσκο που να θυμίζει τις παλιές καλές εποχές του, αφού τα «ξαναγεννημένα» τραγούδια του είναι κατά κύριο λόγο αδιάφορα. Τραγουδά μόνο νέο υλικό στις συναυλίες του, εξοργίζοντας τον κόσμο με την ξαφνική «Χριστιανοσύνη» του, ταξιδεύει στο Ισραήλ και για ένα μεγάλο διάστημα δεν θυμίζει σε τίποτα τον χαρισματικό μουσικό που εμπνέει, καθοδηγεί τις μάζες και τα μουσικά ρεύματα.

Για ένα μεγάλο διάστημα δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα αξιόλογο στο βιογραφικό του, πέρα από κάποιες γραφικότητες όπως ο δίσκος Infidels (βλέπε Άπιστοι) το 1983. Το 1989 γίνεται μέλος του πρεστιζάτου Rock ‘n’ Roll Hall Of Fame και το 1990 ονομάζεται Commandeur dans l’Ordre des Arts et des Lettres, που είναι ο ύψιστος τίτλος του γαλλικού καλλιτεχνικού κόσμου.
Το 1991 βραβεύεται με Grammy και, με τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο να μαίνεται, τραγουδά μια απαράδεκτη βερσιόν του «Masters Of War», διχάζοντας το κοινό αφού οι μισοί ξύνουν το κεφάλι τους αμήχανα και οι υπόλοιποι χειροκροτούν επειδή πιστεύουν ότι ο Dylan τραγούδησε τόσο άσχημα σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
Στα μέσα των 90s, όμως, ο Dylan αποφασίζει να αναγεννηθεί μουσικά και φτιάχνει ένα από τα καλύτερα rock ’n’ roll συγκροτήματα της καριέρας του. Σταματά να κακοποιεί τα τραγούδια του, ισορροπεί μεταξύ κάντρι και ροκ, χρησιμοποιεί έγχορδα και βγαίνει σε τουρνέ. Γνωρίζει, δικαίως, την αποθέωση στο Woodstock του 1994, ενώ είχε σνομπάρει το αυθεντικό φεστιβάλ το 1969, και αργότερα βγαίνει στο MTV Unplugged, δείχνοντας στον κόσμο ότι ακόμα μετράει.
Το 1997 κυκλοφορεί τον δίσκο Time Out of Mind και μετά από 20 ολόκληρα χρόνια ξαναμπαίνει στο top-10 των charts. Τα χρόνια έχουν περάσει αλλά ο Dylan παραμένει στο προσκήνιο σαν μια σεβάσμια διαπλανητική μουσική αξία υπεράνω πάσης υποψίας. Παίζει για τον Πάπα Ιωάννη Παύλο, βραβεύεται από τον Bill Clinton στον Λευκό Οίκο (και μετέπειτα από τον Μπαράκ Ομπάμα), παίρνει Όσκαρ, παίρνει Grammy, παίρνει Polar Prize και φυσικά γίνεται ταινία.

Ο Bob Dylan, παρότι έχει φτάσει τα 84, παραμένει ενεργός καλλιτεχνικά τα τελευταία χρόνια, αλλά με έναν διαφορετικό ρυθμό και προσανατολισμό σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Η δραστηριότητά του από το 2020 και μετά περιστρέφεται κυρίως γύρω από συναυλίες, εικαστικά έργα και επιλεκτικές κυκλοφορίες μουσικής.
Η τελευταία του κυκλοφορία στη δισκογραφία είναι το 2020, όταν ο Bob Dylan κυκλοφόρησε το άλμπουμ Rough and Rowdy Ways, το οποίο σηματοδότησε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά με πρωτότυπο υλικό έπειτα από αρκετά χρόνια. Ο δίσκος απέσπασε ιδιαίτερα θετικές κριτικές και θεωρήθηκε από πολλούς μια από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες της ύστερης καριέρας του.
Ταυτόχρονα, από το 2021 και μετά ο Dylan επέστρεψε δυναμικά στη σκηνή με την περιοδεία Rough and Rowdy Ways Tour, πραγματοποιώντας δεκάδες συναυλίες κυρίως σε θέατρα και μικρότερους χώρους σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Τα live αυτής της περιόδου χαρακτηρίζονται από πιο λιτές ενορχηστρώσεις, με τον ίδιο να παίζει κυρίως πιάνο και να δίνει έμφαση στο νέο υλικό του.
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί περισσότερο και στις εικαστικές τέχνες, παρουσιάζοντας εκθέσεις ζωγραφικής σε διάφορες χώρες, ενώ το 2022 κυκλοφόρησε και το βιβλίο The Philosophy of Modern Song, μια ιδιότυπη μελέτη πάνω στην ιστορία και την αισθητική του τραγουδιού.
Έτσι, η περίοδος μετά το 2020 βρίσκει τον Dylan ενεργό, αλλά με πιο επιλεκτικές εμφανίσεις και με μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία παρά στη δημοσιότητα, καθώς, κακά τα ψέματα, είναι πλέον και μιας ηλικίας…