Ο Τελευταίος Πειρασμός: Η συνάντηση Καζαντζάκη, Σκορσέζε και Γκάμπριελ που έγραψε ιστορία

Ο Τελευταίος Πειρασμός: Η συνάντηση Καζαντζάκη, Σκορσέζε και Γκάμπριελ που έγραψε ιστορία

Από τις απαγορεύσεις και τις θυελλώδεις αντιδράσεις, στο αριστουργηματικό soundtrack της ταινίας, «Passion», που σύστησε στον πλανήτη την world μουσική

Ο Νίκος Καζαντζάκης και «Ο Τελευταίος Πειρασμός του Χριστού» έχουν υπάρξει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης από το 1955 όταν και εκδόθηκε για πρώτη φορά το βιβλίο, οδηγώντας ακόμη και στον αφορισμό του από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε με τον ίδιο τίτλο προκάλεσε παρόμοια θρησκευτική κατακραυγή, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών βίαιων διαμαρτυριών από χριστιανικές ομάδες σε όλο τον κόσμο που διαφωνούσαν με την ανθρώπινη απεικόνιση του Ιησού.

Παρά τον θόρυβο, η ταινία θεωρείται σήμερα ένα σπουδαίο έργο τέχνης, καθώς σε καμία περίπτωση δεν προσβάλλει την πίστη, αλλά αντίθετα, μέσα από τον αγώνα του Ιησού να νικήσει την ανθρώπινη φύση του, καταλήγει να τονίζει τη θυσία του.

Ο Χριστός «ξυπνά» από το όραμα, αποδέχεται τη θεϊκή του ιδιότητα και πεθαίνει στον Σταυρό, έχοντας νικήσει και τον τελευταίο πειρασμό. Είναι μια ταινία για την πάλη μεταξύ σάρκας και πνεύματος, ένα θέμα που απασχόλησε όλο το έργο του Καζαντζάκη και που οδήγησε τον Μάρτιν Σκορσέζε στην υποψηφιότητα για Όσκαρ Σκηνοθεσίας.

Ταυτόχρονα, η μουσική της ταινίας «Ο Τελευταίος Πειρασμός του Χριστού» είναι ένα κεφάλαιο από μόνη της. Δημιουργήθηκε από τον Πίτερ Γκάμπριελ και κυκλοφόρησε το 1989 με τον τίτλο «Passion». Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους δίσκους στην ιστορία της κινηματογραφικής μουσικής και ένας από τους πυλώνες αυτού που ονομάζουμε σήμερα World Music.

Ο Σκορσέζε είχε προσεγγίσει τον Γκάμπριελ για να γράψει τη μουσική της ταινίας από το 1983. «Ο Μάρτιν ήθελε να παρουσιάσει τον αγώνα μεταξύ της ανθρώπινης και της θεϊκής φύσης του Χριστού με έναν ισχυρό και πρωτότυπο τρόπο» έγραψε ο Γκάμπριελ στις σημειώσεις του Passion.

Η μουσική επιτυγχάνει αυτόν τον στόχο, με ένα μείγμα από δυναμικούς ρυθμούς, αιθέρια ηχοχρώματα της Μέσης Ανατολής και ευρωπαϊκές χορωδιακές επιρροές. Ωστόσο, η σύγκλιση των μουσικών στυλ δεν αποτελεί απλώς ένα κολάζ που προέκυψε από τα ακούσματα του Γκάμπριελ στο British Library Sound Archive (το οποίο αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα ηχητικά αρχεία στον κόσμο) όπου πέρασε εβδομαδες κάνοντας έρευνα πριν συνθέσει το soundtrack.

Ο στόχος του για τον «Τελευταίο Πειρασμό του Χριστού» ήταν να δημιουργήσει κάτι που να παραπέμπει σε εκείνη την εποχή και σε εκείνη την περιοχή του κόσμου αλλά ταυτόχρονα να έχει τον δικό του χαρακτήρα και να είναι διαχρονικό.

Το κυρίαρχο ύφος του άλμπουμ είναι ένας συνδυασμός μεσανατολικών και βορειοαφρικανικών οργάνων και φωνών – με τους Youssou N’Dour και Nusrat Fateh Ali Khan να ξεχωρίζουν στο ομότιτλο κομμάτι. Παράλληλα, αναπτύσσονται ατμοσφαιρικοί ήχοι που δημιουργεί ο Γκάμπριελ με τη χρήση των synthesizers Prophet 5 και Fairlight, καθώς και του sampler Audioframe.

Ο συνδυασμός του παλιού και του σύγχρονου προσδίδει στη μουσική μια διαχρονική ποιότητα, την οποία ο Γκάμπριελ επιδίωκε συνειδητά, σε συνεργασία με τον Σκορσέζε.

«Ο Μάρτιν ήθελε μια μουσική πολύ διαφορετική, που να δίνει στους ανθρώπους μια αίσθηση του πώς μπορεί να ήταν να ζεις την εποχή του Χριστού» είπε ο Γκάμπριελ στην εφημερίδα The New York Times. «Δεν θεωρούσε απαραίτητο η μουσική να είναι ιστορικά ή γεωγραφικά ακριβής, αρκεί να διατηρεί μια μεσανατολική αίσθηση. Ήταν απολύτως εντάξει με τη χρήση βραζιλιάνικων, τουρκικών, πακιστανικών ή ιρανικών στοιχείων».

Η καθυστέρηση της κυκλοφορίας του soundtrack δεν σχετιζόταν με την αντιπαράθεση που προκάλεσε η ταινία, αλλά με έναν συνδυασμό παραγόντων. Το πρόγραμμα του Γκάμπριελ, που εκείνη την περίοδο συμμετείχε στην περιοδεία Human Rights Now! της Amnesty International, και τον περιορισμένο χρόνο παραγωγής που είχε θέσει η Universal για το soundtrack καθώς η εταιρεία μείωσε τον χρόνο ηχογράφησης από 10 σε μόλις 3 εβδομάδες. Αυτό άφησε ελάχιστο χρόνο για να ολοκληρωθούν όλα τα κομμάτια που είχε συνθέσει.

«Αφού ολοκληρώσαμε τη μίξη της ταινίας» έγραψε ο Γκάμπριελ, «υπήρχαν ιδέες που έμεναν ανολοκλήρωτες και χρειάζονταν περαιτέρω ανάπτυξη, οπότε πήρα λίγο περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσω το άλμπουμ». Αυτός ο «λίγος περισσότερος χρόνος» αποδείχθηκε ότι ήταν περίπου τέσσερις μήνες. Όπως δήλωσε στους The New York Times, «συνέχισα να δουλεύω πάνω σε συνθέσεις και να εξελίσσω τις ηχητικές υφές. Ήθελα το Passion να λειτουργεί ως ένα αυτόνομο έργο».

Το Passion το πετυχαίνει αυτό καθώς πρόκειται για ένα πλήρως ανεπτυγμένο άλμπουμ, όπου κάθε κομμάτι λειτουργεί ως ολοκληρωμένη σύνθεση και αποτυπώνει την αγάπη του Γκάμπριελ για τη μουσική του κόσμου.

Το έργο αυτό αποτέλεσε επίσης τη βάση για την ίδρυση της δισκογραφικής του εταιρείας Real World, με στόχο την ανάδειξη καλλιτεχνών της world music στο διεθνές κοινό, ενώ το 1990 τιμήθηκε με βραβείο Grammy για το Καλύτερο Άλμπουμ New Age. Με τα χρόνια, το Passion διατήρησε τη διαχρονικότητά του, λειτουργώντας τόσο ως σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του κινηματογράφου όσο και ως κορύφωση της προσπάθειας του Γκάμπριελ να αναδείξει τη δύναμη της μουσικής να εκφράζει το θείο, ενώ ακόμα και σήμερα, κομμάτια από το soundtrack, όπως το Feeling Begins ή το It Is Accomplished, χρησιμοποιούνται συχνά σε ντοκιμαντέρ και εκπομπές λόγω της υποβλητικής τους ατμόσφαιρας.

Σχετικά άρθρα