Phil Collins: Ο άνθρωπος που «κατέστρεψε» τους Genesis
Από το μυθικό σύμπαν του Peter Gabriel στη δημιουργική έκπτωση και τη θυσία στο βωμό των charts της εποχής Collins
Είναι μια άποψη για την οποία έχω τσακωθεί αρκετές φορές με ανθρώπους που ασχολούνται με τη μουσική, κυρίως ερασιτεχνικά, αλλά στην οποία επανέρχομαι σήμερα ακούγοντας τον Phil Collins να εκθειάζει την Taylor Swift. Το θεωρώ απόλυτα λογικό ο άνθρωπος που μετέτρεψε τους Genesis από μια εκλεπτυσμένη prog rock art μπάντα με εκπληκτική σκηνική παρουσία, χάρη φυσικά στο ταλέντο και το ταμπεραμέντο του Peter Gabriel, σε μια μηχανή παραγωγής εμπορικών ποπ τραγουδιών να είναι φαν της Taylor Swift.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Όταν ο Gabriel έφυγε από τους Genesis για να ακολουθήσει προσωπική καριέρα το 1975, τα υπόλοιπα μέλη (Banks, Rutherford, Hackett) δεν ήθελαν να διαλύσουν το συγκρότημα. Άρχισαν να ψάχνουν αντικαταστάτη και πέρασαν από οντισιόν εκατοντάδες τραγουδιστές (λέγεται ότι άκουσαν πάνω από 400 δοκιμαστικές κασέτες και έκαναν ζωντανές δοκιμές σε περίπου 30 άτομα).

Κανένας όμως δεν ταίριαζε με το ύφος των Genesis. Ο Phil Collins, που ήταν ο ντράμερ του γκρουπ από το 1970, συμμετείχε ενεργά στις οντισιόν. Μάλιστα, επειδή ήξερε τα τραγούδια απέξω, δίδασκε στους υποψήφιους τραγουδιστές πώς να ερμηνεύουν τα κομμάτια, κάνοντας ο ίδιος τα βοηθητικά φωνητικά.
Ενώ το συγκρότημα βρισκόταν στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον δίσκο A Trick of the Tail, ακόμα δεν είχαν βρει τραγουδιστή. Αποφάσισαν να ηχογραφήσουν τις ορχηστρικές βάσεις και ο Phil πρότεινε να δοκιμάσει να τραγουδήσει ο ίδιος το κομμάτι “Squonk”. Μόλις τον άκουσαν, τα υπόλοιπα μέλη διέκριναν μια σχετική ομοιότητα με τη φωνή του Gabriel, πράγμα που βοηθούσε στη συνέχεια του ήχου.
Ο Phil Collins ανέλαβε επίσημα τα κύρια φωνητικά για όλο το άλμπουμ A Trick of the Tail, το οποίο κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1976. Η επιτυχία του δίσκου ήταν μεγάλη, αποδεικνύοντας ότι οι Genesis μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς τον Gabriel, και μέχρι εδώ όλα καλά.

Και για να μην παρεξηγηθώ, να κάνω μια παρένθεση και να τονίσω ότι σαν ντράμερ ο Collins ήταν πραγματικά σπουδαίος. Αυτό είναι κοινά παραδεκτό, αν εξαιρέσουμε την άποψη που είχε γι’ αυτόν ίσως ο σπουδαιότερος ροκ ντράμερ όλων των εποχών, ο μεγάλος John Bonham των Led Zeppelin. Η ιστορία αυτή, όπως την έχει αφηγηθεί ο ίδιος ο Jason Bonham (ο γιος του θρυλικού ντράμερ των Led Zeppelin), είναι ένα από τα πιο απολαυστικά παρασκήνια της rock ιστορίας:
«Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’70, πρέπει να ήμουν γύρω στα δέκα μου χρόνια. Ο πατέρας μου με πήρε μαζί του για να πάμε να δούμε τους Genesis σε μια συναυλία τους. Για μένα, εκείνη την εποχή, ο Phil Collins ήταν ένας ήρωας – ο τρόπος που έπαιζε ντραμς ήταν μοναδικός. Μετά το τέλος της συναυλίας, ο πατέρας μου, με τον γνωστό πληθωρικό του τρόπο, με πήρε από το χέρι και κατευθυνθήκαμε προς τα παρασκήνια. Ο Phil Collins, μόλις είδε τον John Bonham να μπαίνει στο καμαρίνι του, κόντεψε να λιποθυμήσει. Ήταν φανερό ότι τον είχε ως πρότυπο, ήταν το απόλυτο είδωλό του. Ο Phil τον υποδέχτηκε με τεράστιο σεβασμό, σχεδόν τρέμοντας. Άρχισαν να μιλάνε για το live και για τα ντραμς. Κάποια στιγμή, η κουβέντα πήγε στο “The Knife”, το κομμάτι με το οποίο έκλειναν τότε τις συναυλίες τους και είχε ένα πολύ δυνατό, επιθετικό drumming. Ο πατέρας μου, αφού άκουσε τον Phil να εξηγεί πόσο απαιτητικό ήταν το παίξιμο σε εκείνο το σημείο, γύρισε, με κοίταξε και μετά κοίταξε τον Phil με ένα ειρωνικό χαμόγελο. “Ωραίο είναι, Phil”, του είπε ο πατέρας μου, “αλλά ξέρεις… ο γιος μου εδώ, ο Jason, έμαθε να παίζει το ‘The Knife’ μέσα σε δέκα λεπτά σήμερα το πρωί!”. Εγώ ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Ήθελα να ανοίξει το πάτωμα και να με καταπιεί. Από τη μία ήταν ο πατέρας μου που με “διαφήμιζε” με τον πιο προκλητικό τρόπο, και από την άλλη ο Phil Collins, που με κοίταζε με ένα μείγμα έκπληξης και αμηχανίας. Χρόνια αργότερα, όταν πια έγινα κι εγώ επαγγελματίας και έπαιξα με τον Phil, γελούσαμε με εκείνη την ιστορία. Αλλά εκείνη τη στιγμή, στα παρασκήνια, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν: Πατέρα, σε παρακαλώ, σταμάτα!»

Στην εποχή του Gabriel, οι Genesis ήταν ένας ζωντανός οργανισμός που τρεφόταν από τη φαντασία, την αγγλική εκκεντρικότητα και τον σουρεαλισμό. Με αριστουργήματα όπως το Selling England by the Pound ή το επικό The Lamb Lies Down on Broadway, η μουσική δεν ήταν απλώς ένα συνοδευτικό άκουσμα, αλλά μια πνευματική εμπειρία. Οι πολυεπίπεδες συνθέσεις, οι συνεχείς εναλλαγές ρυθμών και η θεατρικότητα του Gabriel –που μεταμορφωνόταν στη σκηνή σε πλάσματα όπως ο «Slipperman» ή ο «Old Henry»– προσέφεραν ένα βάθος που η ροκ μουσική σπάνια άγγιξε ξανά. Ήταν η εποχή που η κιθάρα του Steve Hackett και το φλάουτο δημιουργούσαν ηχοχρώματα που παρέπεμπαν σε αναγεννησιακά τοπία και σκοτεινά παραμύθια, μακριά από τις εύκολες λύσεις της βιομηχανίας.

Η σταδιακή ανάληψη των ηνίων από τον Phil Collins σήμανε την απομάκρυνση από αυτό το μαγικό σύμπαν. Αυτό που ξεκίνησε ως μια ανάγκη επιβίωσης μετά την αποχώρηση του Gabriel, εξελίχθηκε σε μια συστηματική απλούστευση του ήχου. Η αποχώρηση και του Steve Hackett το 1977 άφησε το πεδίο ελεύθερο για μια πιο «συμμαζεμένη», αλλά ταυτόχρονα φτωχότερη αισθητική. Οι δαιδαλώδεις δομές των 20 λεπτών έδωσαν τη θέση τους σε τρίλεπτα ραδιοφωνικά hits, και η οργανική, ζεστή ατμόσφαιρα των 70s αντικαταστάθηκε από την ψυχρή κυριαρχία των synthesizers και του περίφημου «gated reverb» στα τύμπανα – ενός ήχου που, αν και καινοτόμος, έκανε τα πάντα να ακούγονται βιομηχανικά και «γυαλιστερά».
Το μεγαλύτερο πλήγμα, ωστόσο, ήταν η απώλεια της ταυτότητας. Καθώς προχωρούσαν τα 80s, τα όρια ανάμεσα στους Genesis και τη σόλο καριέρα του Phil Collins άρχισαν να θολώνουν επικίνδυνα. Το συγκρότημα που κάποτε τραγουδούσε για αρχαίους μύθους και κοινωνική αλληγορία, κατέληξε να παράγει pop ύμνους όπως το Invisible Touch, που αν και γέμιζαν στάδια, στερούνταν το καλλιτεχνικό ρίσκο και το μυστήριο του παρελθόντος. Οι Genesis μετατράπηκαν από μια κολεκτίβα οραματιστών σε μια καλοκουρδισμένη μηχανή παραγωγής επιτυχιών.

Αντίστοιχα, η σόλο καριέρα του Collins αναλώθηκε σε γλυκανάλατες μπαλάντες όπως τα “Against All Odds” ή “Another Day in Paradise” αλλά και τραγούδια πραγματικές ανοησίες όπως το “Sussudio”. Πήρε βέβαια το Oscar για το “You’ll Be in My Heart” για τον Ταρζάν. Η νίκη του Collins το 2000 κόντρα στο “Blame Canada” πυροδότησε μια απίστευτη «βεντέτα», με τους δημιουργούς του South Park να τον ειρωνεύονται ανελέητα σε ολόκληρα επεισόδια. Ο Trey Parker και ο Matt Stone εμφανίστηκαν στα Όσκαρ φορώντας γυναικεία φορέματα (μιμούμενοι τη Jennifer Lopez και τη Gwyneth Paltrow), διαμαρτυρόμενοι για την επικράτηση του «γλυκανάλατου» Tarzan. Στη σειρά, ο Collins απεικονίζεται ως ένας εγωπαθής που κρατάει παντού το αγαλματίδιο, αποτελώντας για εκείνους το απόλυτο σύμβολο της εμπορικής «βαρεμάρας» των 80s και 90s.
Εν τέλει όμως, η εποχή του Gabriel αντιπροσωπεύει το απόγειο της μουσικής δημιουργίας: την ελπίδα, το όραμα και την πολυπλοκότητα. Η εποχή του Collins, παρά την τεράστια εμπορική της επιτυχία, παραμένει για τους πιστούς μια περίοδος «δημιουργικής έκπτωσης», όπου η τέχνη υποχώρησε για να δώσει τη θέση της στην ψυχαγωγία, μετατρέποντας ένα μοναδικό πολιτιστικό φαινόμενο σε ένα ακόμα αναλώσιμο προϊόν της δεκαετίας του ’80.
Για τους καθαρόαιμους λάτρεις της μουσικής, η ιστορία των Genesis δεν είναι απλώς η διαδρομή ενός συγκροτήματος, αλλά η χρονική αποτύπωση μιας καλλιτεχνικής «πτώσης» από το πνευματικό και το μυθικό στο εφήμερο και το εμπορικό. Για τους λάτρεις της αυθεντικής δημιουργίας, η περίοδος του Peter Gabriel παραμένει η μοναδική στιγμή που το συγκρότημα λειτούργησε ως μια πραγματική avant-garde δύναμη, ικανή να μετατρέψει τη ροκ μουσική σε υψηλή τέχνη, πριν αυτή θυσιαστεί στον βωμό των charts και της μαζικής κατανάλωσης.