Η ιστορία πίσω από το Killers και τη γέννηση της «αυτοκρατορίας» των Iron Maiden
© Ελίνα Γιουνανλή

Η ιστορία πίσω από το Killers και τη γέννηση της «αυτοκρατορίας» των Iron Maiden

Περιοδείες, καταχρήσεις, εσωτερικές εντάσεις και το πως οδηγηθήμαμε στην πιο καθοριστική αλλαγή στην ιστορία των Iron Maiden.

Το Killers κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1981 και, παρά το ότι την εποχή οι κριτικοί δεν το υποδέχτηκαν με θέρμη (σπανίως βέβαια οι κριτικοί καταλαβαίνουν τι ακούν, καθώς στην πλειοψηφία τους είναι άνθρωποι που ήθελαν να γίνουν μουσικοί αλλά δεν είχαν αρκετό ταλέντο), αυτό δεν ήταν αρκετό για να αλλάξει την πορεία της ιστορίας.

Σήμερα, 45 χρόνια μετά, δεν είναι απλά ο δεύτερος δίσκος των Iron Maiden ή το έναυσμα για τη νέα αποχή τους, αλλά είναι και ένα σύμβολο απενοχοποίησης της συγκεκριμένης σκηνής, καθώς το μπλουζάκι από το εξώφυλλο του δίσκου είναι πλέον fashion statement και φοριέται ακόμη και από ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα ποιοι είναι οι Iron Maiden ή που θέλουν να πείσουν ότι ήταν ανέκαθεν φαν τους.

Ο δεύτερος δίσκος των Iron Maiden αποτέλεσε ορόσημο και για ακόμη έναν λόγο, καθώς πρόκειται για τον τελευταίο με βασικό τραγουδιστή τον Paul Di’Anno, με αποτέλεσμα να γίνει το μεταβατικό στάδιο για την έλευση του Bruce Dickinson και την κυκλοφορία του The Number of the Beast, που έφερε την «επανάσταση» στο Heavy Metal και οδήγησε τους Maiden στο επόμενο επίπεδο.

Κάνοντας μια βουτιά στο παρελθόν, στις αρχές των 80s, οι Iron Maiden, στον απόηχο της εντυπωσιακής επιτυχίας του ντεμπούτου άλμπουμ τους, είχαν ήδη εμφανιστεί σε μεγάλα venues ως support των Judas Priest στην περιοδεία British Steel και πλέον ξεκινούσαν την πρώτη τους περιοδεία ως headliners, συμπεριλαμβανομένων και των πρώτων τους ευρωπαϊκών ημερομηνιών. Υπήρχε επίσης το θέμα μιας ευρωπαϊκής περιοδείας με τους KISS και μιας εμφάνισης ως «special guests» στο Reading Festival, το πρώτο τους μεγάλο φεστιβάλ και η μεγαλύτερη συναυλία που είχαν δώσει μέχρι τότε.

Οι Iron Maiden δεν ήταν ακόμη η καλοκουρδισμένη metal μηχανή που γέμιζε στάδια δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και πουλούσε εκατομμύρια δίσκους. Ο Dennis Stratton δεν «έδενε» με τα υπόλοιπα μέλη και αποχώρησε τον Οκτώβριο του 1980, με τις καθιερωμένες «μουσικές διαφορές» να προβάλλονται ως αιτία. Τη θέση του πήρε ο Adrian Smith, ο οποίος σχημάτισε έναν ισχυρό δεσμό με τον Dave Murray σε αυτό που σήμερα θεωρείται ως η «κλασική» κιθαριστική μορφή του συγκροτήματος.

Μεγαλύτερη ανησυχία, ωστόσο, προκαλούσαν τα καμώματα του Paul Di’Anno, ο οποίος ήταν ανέκαθεν το wild child του συγκροτήματος. Καθώς οι περιοδείες εντάθηκαν, ο τρόπος ζωής του, γεμάτος καταχρήσεις με αλκοόλ και ναρκωτικά, άρχισε να έχει συνέπειες, με τον τραγουδιστή να χάνει συχνά τη φωνή του.

«Ήμουν παιδί – 22 ετών – και βρισκόμασταν στην πρώτη μας μεγάλη περιοδεία ως headliners και δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ», παραδέχτηκε ο Paul Di Anno. «Και φυσικά έπαιρνα speed και διάφορα άλλα για να αντέξω. Μπορεί να έμενες ξύπνιος για μέρες, αλλά παράλληλα να ένιωθες πραγματικά άρρωστος. Και κάποιες νύχτες δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρω», είχε αποκαλύψει σε μια συνέντευξή του, πριν πεθάνει από ανακοπή τον Οκτώβριο του 2024.

Ο Di Anno τα κατάφερε προς στιγμήν μέχρι τον επόμενο δίσκο. Το συγκρότημα ήταν αποφασισμένο να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη με τους παραγωγούς και αποφάσισε να συνεργαστεί με τον καταξιωμένο παραγωγό Martin Birch, ο οποίος παρέμεινε στο τιμόνι της παραγωγής και της ηχοληψίας μέχρι το Fear Of The Dark του 1992. Ο ήχος ήταν πλέον πιο καθαρός και πιο ευκρινής και ο Adrian Smith έβαλε τη σφραγίδα του.

Oι Iron Maiden to 1980, με τον Paul DiAnno να φιγουράρει στο κέντρο

Όπως είπαμε και παραπάνω, όταν κυκλοφόρησε το Killers έλαβε μικτές κριτικές. Το περιοδικό Sounds, μέχρι τότε υποστηρικτής του συγκροτήματος, δημοσίευσε μια καυστική κριτική, δίνοντάς του μόλις ένα αστέρι και χαρακτηρίζοντάς το «περισσότερο αποτυχία παρά θρίαμβο», με «πολύ λίγα δυνατά κομμάτια» και το μεγαλύτερο μέρος των τραγουδιών «αρκετά προβληματικό».

«Ο κριτικός υπονόησε ότι σπρώξαμε το πρώτο άλμπουμ στα charts μέσω μάρκετινγκ», αντέδρασε ο αρχηγός της μπάντας Steve Harris σε μια συνέντευξή του στο ίδιο έντυπο. «Αλλά το μάρκετινγκ δεν έκανε τον δίσκο ασημένιο. Δεν μπορείς να πείσεις 63.000 ανθρώπους να το αγοράσουν λόγω μάρκετινγκ. Και έχει γίνει χρυσός δίσκος στην Ιαπωνία. Είναι κι αυτό μάρκετινγκ;».

Παρά τις διαμαρτυρίες του Steve, φαινόταν πως είχε ξεκινήσει μια άτυπη κόντρα απέναντι σε ένα συγκρότημα που είχε πετύχει πολλά, πολύ γρήγορα, που περνούσε περισσότερο χρόνο εκτός Αγγλίας και που θεωρούνταν μέρος ενός κινήματος – του «new wave of British heavy metal» – το οποίο ήδη κάποιοι χαρακτήριζαν ξεπερασμένο.

Iron Maiden Killers live 1980(Paul Di’Anno)

Αν και ο Τύπος αποδεικνυόταν ευμετάβλητος, οι οπαδοί παρέμεναν πιστοί. Το Killers μπήκε στα charts στο Νο 12. Οι ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος συνέχισαν να «απογειώνονται». Ωστόσο, για ακόμη μία φορά, ο Paul Di’Anno άρχισε να καταρρέει και το συγκρότημα αναγκάστηκε να ακυρώσει μια σειρά εμφανίσεων.

Άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι το συγκρότημα έκανε οντισιόν για πιθανούς αντικαταστάτες. Όταν το Kerrang! συνάντησε τους Maiden στη Νέα Υόρκη, όπου έπαιζαν support στους Judas Priest, η ερώτηση τέθηκε ευθέως στο συγκρότημα.

«Πείτε τους ότι λένε ανοησίες», απάντησε ο τραγουδιστής. Ο Steve και ο μάνατζερ της μπάντας Rod Smallwood επανέλαβαν τα ίδια. Παρά τις διαψεύσεις, οι Maiden δεν μπορούσαν να αποφύγουν το «μοιραίο» για πολύ ακόμη και τελικά ο Paul απολύθηκε.

«Δεν είναι μυστικό, ήμουν εκτός ελέγχου σε εκείνη την περιοδεία», παραδέχτηκε ο τραγουδιστής. «Δεν ήταν μόνο ότι έπαιρνα κόκα, απλώς ζούσα στα άκρα, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Πίστευα ότι έτσι έπρεπε να κάνεις όταν ήσουν σε μια μεγάλη, επιτυχημένη rock μπάντα».

Ο Di’Anno ήταν πλέον εκτός και, ενώ οι Iron Maiden θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη κρίση της μέχρι τότε πορείας τους, υπήρχε ήδη κάποιος που περίμενε στα παρασκήνια και που άλλαξε ριζικά την ιστορία τους.

1982: Οι «νέοι» Iron Maiden με τον Bruce Dickinson να παίρνει πλέον θέση «μάχης»

Ο Bruce Dickinson έδωσε στο συγκρότημα μια δραματική, πολυδιάστατη φωνή με μεγάλο εύρος και θεατρικότητα, που απογείωσε τον ήχο τους. Με την έλευσή του το 1982 και το άλμπουμ The Number of the Beast, οι Iron Maiden πέρασαν από ανερχόμενο heavy metal σχήμα σε παγκόσμιο φαινόμενο.

Η παρουσία του Dickinson έδωσε πόντους στη στιχουργική και θεματική ταυτότητα του γκρουπ (ιστορικές, λογοτεχνικές, υπαρξιακές αναφορές), ενισχύοντας το επικό τους ύφος, ενώ ως frontman καθιέρωσε μια εκρηκτική, σχεδόν θεατρική παρουσία στις συναυλίες τους, που έγινε σήμα κατατεθέν των Maiden.

Με λίγα λόγια, ο Dickinson δεν ήταν απλώς τραγουδιστής· ήταν ο καταλύτης που μετέτρεψε τους Iron Maiden στο κορυφαίο όνομα του παγκόσμιου Heavy Metal.

Σχετικά άρθρα