Είδαμε τους Underground Youth, Humour και Deftera σε ένα live απ’ τα παλιά
© Argiris Liosis

Είδαμε τους Underground Youth, Humour και Deftera σε ένα live απ’ τα παλιά

Τέσσερις όμορφοι συντάκτες του Κλικ παρακολούθησαν την επιστροφή της αγγλικής μπάντας στην Αθήνα και καταγράφουν τις εντυπώσεις τους.

Οι Underground Youth έχουν μία αγάπη για το ελληνικό κοινό που δεν μπορεί να κρυφτεί. Από τότε που το σόλο πρότζεκτ του Κρεγκ Ντάιερ μεγάλωσε, με τη σύζυγό του, Όλια Ντάιερ να παίρνει θέση πίσω από τα ντραμς, η μπάντα έχει επισκεφθεί πολλές φορές την Ελλάδα. Πριν λίγες μέρες, η μπάντα, που πλέον συμπεριλαμβάνει τον Λέοναρντ Κάγκε στην κιθάρα και τη Σαμίρα Ζαχίδη στο μπάσο, αποφάσισε να επιστρέψει για τέσσερις συναυλίες σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και Ιωάννινα, με αφορμή τον δωδέκατο δίσκο τους, το σκοτεινό «Décollage»

Από την αθηναϊκή πλευρά, οι συντάκτες του ΚΛΙΚ βρέθηκαν στο «Arch Club Live Stage» την Παρασκευή 20 Μαρτίου, για να παρακολουθήσουν την ποστ-πανκ μπάντα, με τους Deftera και τους Humour να ανοίγουν τη συναυλία. Τελικά, το βράδυ τελείωσε με τη συνειδητοποίηση πως τα παλιά κολλήματα επιστρέφουν με νέους τρόπους, τα σέτλιστ είναι για να τα αρπάζουμε και ίσως για να ζητάμε από τις μπάντες να τα υπογράφουν ως δικαιολογία για να τους καλέσουμε για μπύρες και πως η καλύτερη εμπειρία είναι η κοινή. Ή, αλλιώς:

Παλιές αγάπες και νέα κολλήματα

Είναι μάλλον πολύ κουλ που φεύγω από το γραφείο και ανυπομονώ να συναντήσω ξανά σε λίγες ώρες τις συναδέλφους που, μέσα στα χρόνια και μετά από κάμποσες συναυλίες, έχουν γίνει καλές φίλες. Το ραντεβού έχει δοθεί στο μπαρ του «Arch Club» στην Πέτρου Ράλλη για κρύες μπύρες και post-punk νοσταλγία, μιας και είναι το βράδυ που θα ξανακούσουμε live — αλλά και γενικά, στη δική μου περίπτωση, τους Underground Youth.

Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι να χάνεσαι στις ατμόσφαιρες του Κρεγκ Ντάιερ, που από την ένταση μοιάζει με τεντωμένο καλώδιο σε όλη τη διάρκεια του σετ. Το «Morning Sun» ακούγεται σαν να μην πέρασε μια μέρα από την τελευταία συνάντηση στο «Fuzz» το ’19, και τα τραγούδια από το πρόσφατο «Decollage», που στάθηκε αφορμή για το μίνι τουρ των Βρετανών στην Ελλάδα, σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς στο καλό έχασες την επαφή σου με αυτό το συναίσθημα. Δεν θα ξανασυμβεί.

Σημειωτέον, η έκπληξη της βραδιάς ήρθε από τη Γλασκώβη με τους Humour και το avant-punk album τους «Learning Greek». Το γεγονός δε ότι ο frontman έχει ελληνική καταγωγή από τον πατέρα του έδινε ένα μικρό, αστείο connection στην επικοινωνία του με το κοινό. Ήταν θορυβώδεις, περίεργοι, καμιά φορά λίγο ανυπόφοροι και, ακριβώς γι’ αυτό, φοβεροί. Φοβερό, επίσης, να θυμάσαι τη χαρά να ανακαλύπτεις νέες μπάντες ακριβώς εκεί που πρέπει: στη σκηνή. Β.Χ.

The Underground Youth
© Argiris Liosis

Underground ναι, Youth ναι (για την ώρα)

Τον Οκτώβριο του 2012, στη σκηνή του «six d.o.g.s.», οι Underground Youth επισκέφτηκαν για πρώτη φορά την Αθήνα. Δεν παίρνω όρκο, αλλά θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά να λέει ο frontman Κρεγκ Ντάιερ σε κάποια φάση πως αυτή ήταν και η πρώτη συναυλία τους, γενικά, μακριά από την πατρίδα τους, το Μάντσεστερ. Τη συγκεκριμένη πληροφορία δεν μπόρεσα να τη διασταυρώσω, παρότι το ίντερνετ ήταν καλό μαζί μου και με βοήθησε να βρω δυο – τρεις ανταποκρίσεις από τότε, αλλά και το setlist της εμφάνισής τους. Δεκατέσσερα χρόνια πριν, λοιπόν, ήμουν στο «six d.o.g.s.» ως πρωτοετής Παντείου και πρωτοπωρωμένος με ό,τι είχε να κάνει με το τρίπτυχο νουβέλ βαγκ – Jesus and Mary Chain – ερωτική απογοήτευση. Επομένως, οι Underground Youth ανταποκρίνονταν απόλυτα στον «tumblrοπομοιημένο» ψυχολογικό μεταβολισμό μου, έτσι ήταν αυτονόητο πως θα βρισκόμουν στο στενό της Αβραμιώτου μαζί με την κολλητή μου – το βράδυ που γεννήθηκε μια μακροχρόνια φιλία, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. 

Στο λάιβ του «Arch» συνειδητοποίησα πως έχω τόσα χρόνια να δω τους Άγγλους από κοντά, παρότι εξ αποστάσεως απολάμβανα την αυξανόμενη απήχησή τους στην Ελλάδα. Ένα χαζό συναίσθημα σα να βλέπεις το παιδί σου να μεγαλώνει και να αυτονομείται. Τελοσπάντων, στο στενό Κρήτης και Υψηλάντου αυτήν τη φορά τα δεδομένα είχαν αντιστραφεί. Ο Ντάιερ είναι πλέον πατέρας, το «six d.o.g.s.» έχει κλείσει και εγώ δεν είμαι μάταια ερωτευμένος. Οι σταθερές που παρέμειναν είναι η κολλητή και η ικανότητα της μπάντας να παίζει τα πιο απλά μελαγχολικά riffs σαν οι Birthday Party να προσπαθούν νηφάλιοι να παίξουν Joy Division. Και γαμώ δηλαδή. Σε συνδυασμό με τσέχικη μπύρα βαρέλι με των €6, το «Arch» παρείχε το τέλειο πλαίσιο για μια συναυλία μες τη θαλπωρή, τη νοσταλγία για το ανεπιτήδευτα οικείο – δεν είπαμε ποτέ πως οι Youth είναι σπουδαίο συγκρότημα, αλλά και την ομορφιά του να μεγαλώνεις ξέροντας ποιος είσαι. Γ.Κ.Π.

Κάτι σαν «ας ξανασυστηθούμε»

Φτάνω στο ραντεβού στο «Arch» σκεπτόμενη πως δεν έχω ακούσει ούτε τους Deftera, ούτε τους Humour, ούτε τους Underground Youth ξανα ζωντανά. Ή, τέλος πάντων για τους τελευταίους, αν το έχω κάνει, ήταν σε μία άλλη ζωή. Όλοι όμως έχουν έρθει στη ζωή μου σε περίεργες στιγμές, με περίεργους τρόπους. Οι Deftera μέσα από τη λίστα ενός πρώην φίλου, μετά μέσα από μια επανεκτέλεση του «When Your Number Isn’t Up» του Mark Lanegan και την ταινία που σκηνοθέτησε ο ένας εκ των δύο μελών, Γιώργου Αθανασίου, «Το Οτιδήποτε», η οποία βγήκε στους κινηματογράφους τον Φεβρουάριο. Το άλλο μισό της μπάντας είναι ο Κρις Σκοτ, ο οποίος και τραγουδά όταν φτάνει στα χέρια μας η πρώτη παγωμένη μπύρα. Με τον καλύτερο τρόπο, το αυτοσχεδιαστικό σύμπαν των Deftera μου θυμίζει τραγούδια που ξεκινούν και ξεχνούν να τελειώσουν. Αυτή την Παρασκευή είχαν φέρει στον χώρο την πιο ροκ (αλλά ακόμη χορευτική) ενέργειά τους. 

Οι Humour έφτασαν σε μένα μέσω της Βασιλείας: μου είχε στείλει το «Learning Greek», το περσινό τους ντεμπούτο, λίγες μέρες πριν, αρκετές βέβαια ώστε να μάθω απ’ έξω τα τραγούδια τους και τελικά να φύγω από τη συναυλία κρατώντας ένα από τα CD τους. Μετά τα πρώτα αμήχανα λεπτά, η μπάντα βρήκε την ενέργειά της και εμείς αρχίσαμε λίγο να χορεύουμε, ανταλλάξαμε με τη Βικτώρια δύο λέξεις για το πόσο καλοί είναι και μερικά «να ζήσει η Σκωτία», στιγμιότυπα που την επόμενη μέρα τα χάζεψα στο Instagram της μπάντας χαμογελώντας. 

Οι Underground Youth ήταν μία μπάντα με την οποία ένιωθα πως είχα χάσει κάθε επαφή. Στα φοιτητικά μου χρόνια, σχεδόν μία δεκαετία πριν, έχασα μία συναυλία τους – ίσως επειδή εκείνοι βγήκαν πολύ νωρίς, ίσως επειδή εγώ έφτασα πιο αργά, οι απόψεις διίστανται. Τελικά, η παρουσία τους ήταν μαγνητική, η ποστ-πανκ θλίψη που θυμόμουν ακόμη παρούσα σε ένα βαθμό, αλλά αυτή τη φορά όχι ισοπεδωτική, συνοδευόμενη από κάτι άλλο, λίγο πιο ανάλαφρο και ακόμη απτό. Αυτό είναι το περίεργο πράγμα με τη σύνδεση, ότι, σαν τους νευρώνες που συνεχώς ψάχνουν νέα μονοπάτια και συνάψεις μέσα στους εγκεφάλους μας, μπορεί να επιστρέψει απροσδόκητα. Ας ζήσει και το Βερολίνο, λοιπόν! Μ.Β.

Πανκ μαθήματα ελληνικών και λίγη ακόμα «νεότητα»

Στο γραφείο στο Μαρούσι, Αύγουστος του ’24. Σε ένα ποστ-πανκ τριπ, προσπαθούσα να διαχειριστώ τον καύσωνα και το μυαλό μου που έπρεπε να κατεβάσει λέξεις ενώ έλιωνε. Το Spotify μου πέταξε το «yeah, mud!» των Humour και, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, το τραγούδι μπήκε στην επανάληψη κι εγώ αντί να γράφω κείμενα ξεκίνησα να ψάχνω την μπάντα. Σκωτσέζοι με βάση τη Γλασκώβη, ο τραγουδιστής τους ελληνικής καταγωγής. «Ενδιαφέρον», σκέφτηκα. Μέχρι εκεί. Εκείνη τη μέρα δεν ήμουν στη θάλασσα και σχεδόν δε με πείραζε. Ήμουν με καλή παρέα – στα ακουστικά και γύρω μου.

Δύο χρόνια αργότερα, έναν χειμώνα που δείχνει να μην έχει τέλος, βρίσκομαι σε ένα άλλο γραφείο. Δουλεύω με τα ίδια άτομα, είμαι πάλι με καλή παρέα (τι τύχη), και οι Humour με ξαναβρίσκουν – αυτήν τη φορά στο Facebook event των The Underground Youth οι οποίοι ξαναέρχονται στην Αθήνα για δυο βράδια. Λέω στα παιδιά «πάμε Παρασκευή, ανοίγουν οι Deftera και Humour». Μπαίνω να ξαναψάξω τους Σκωτσέζους, έχουν βγάλει καινούργιο άλμπουμ (κολλάω με το «Memorial»). Το λιώνω και σκέφτομαι πως βαριέμαι λίγο Underground Youth, τους ακούμε τόσα χρόνια, τους έχουμε δει – πάω κυρίως για τους openers.

Φεύγουμε από τη δουλειά για να συναντηθούμε 2 ώρες αργότερα στο «Arch». Είμαστε κουρασμένα, μας παρασέρνουν οι Deftera και τα σώματά μας βρίσκουν σιγά σιγά κουράγιο. Στους Humour η παρέα μεγαλώνει και συγχρονίζεται. Τα σώματά μας τώρα ξεσπούν – ήταν μάλλον ανάγκη συλλογική. Η ένταση του σετ διακόπτεται ενδιάμεσα από το μονόλεπτο «Learning Greek» του ομότιτλου νέου άλμπουμ, ένα ηχογραφημένο ποίημα-μετάφραση. Οι στίχοι ίσα ίσα που ακούγονται και είμαι να σκάσω που δεν τους διακρίνω, αλλά το ξεπερνάω. Δίπλα δίπλα με τη Μάντυ, λέμε λίγο για το «τι ωραίο πράγμα είναι η μουσική» και εννοούμε με αυτήν την απλή φράση τα πάντα – ξέρει και ξέρω. Οι Humour αποχωρούν, ο Γιάννης απλά πιάνει το σετ λιστ και μου το δίνει. Όλα τα «απλά» μοιάζουν ρομαντικά και μάλλον είναι.

Χορτασμένη, είμαι απόλυτα οκ ως εδώ. Το τελευταίο σετ με βρήκε απροετοίμαστη όπως αυτού του είδους οι συγκινήσεις που σου θυμίζουν ότι είσαι ζωντανή. Οι Underground Youth βγαίνουν κι εγώ αντιστέκομαι, μέχρι να μας λυγίσει το «Half Poison, Half God». Η Βικτώρια θυμάται να τους ακούει χρόνια πριν στην Πορτογαλία, εγώ θυμάμαι να τους ακούω χρόνια πριν στην Αγγλία. Τότε δε γνωριζόμασταν, τώρα τους μοιραζόμαστε, αυτούς και άλλα πολλά, πόσες στιγμές μπροστά σε λάιβ σκηνές («έτσι μας θέλω μέχρι τα 50»). Υπάρχουμε εδώ μαζί και οι σκέψεις μας τρέχουν και νιώθω πως η έκσταση της μνήμης και της κίνησης είναι το μόνο πράγμα που συγκρατεί κάποια δάκρυά μας. Κλείσιμο με το «Hope & Pray» να μας θυμίζει όσα μας έχει κάνει αυτή η μπάντα να νιώσουμε – είναι πάλι εκεί για εμάς, είμαστε πάλι εκεί για εκείνους.

*Στο τέλος της νύχτας, Ζακύνθου με Σπετσών, πάνω από τις μπύρες σε πλαστικά και μέσα στο κρύο, πήρα την απάντησή μου: στο «Learning Greek» ακούμε τον μπαμπά του τραγουδιστή, Αντρέα, να μεταφράζει την «Οδό Φιλελλήνων» του Εμπειρίκου. Στο τέλος της νύχτας, ο ψυχαναγκασμός μου ικανοποιήθηκε, οι φίλοι μου αγάπησαν τους φίλους μου, κι εγώ έκανα καινούριους και πολλές αγκαλιές. Γύρισα σπίτι με τον χειρότερο πονοκέφαλο και την αίσθηση πως αφήνω πίσω μου μια μέρα που δε θα ξεχαστεί ανάμεσα στις τόσες που σαν να έχουν αρχή και τέλος, αλλά σαν τίποτα στ’ αλήθεια να μη συμβαίνει στο ενδιάμεσο.  

Σχετικά άρθρα