Ανταπόκριση από το Λονδίνο: Το πάρτι του Bad Bunny θα συνεχίζεται για πάντα
© Getty Pictures

Ανταπόκριση από το Λονδίνο: Το πάρτι του Bad Bunny θα συνεχίζεται για πάντα

Η συναυλία του Bad Bunny στο Λονδίνο δεν είχε μόνο μουσικό αλλά και σημειολογικό ενδιαφέρον.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του `70 το BBC, δηλαδή η εθνική ραδιοτηλεόραση του Ηνωμένου Βασιλείου, άρχισε να μεταδίδει την κωμική σειρά Fawlty Towers, όπως και το ομώνυμο ξενοδοχείο σε μια γραφική παραθαλάσσια πόλη, το Torquay του Devon. Ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου και πρωταγωνιστής της σειράς, ο γνωστός σε όλους μας ως ιδρυτικό μέλος των Monty Python, John Cleese, ένας χαρακτήρας μονίμως εκνευρισμένος, αλαζόνας και αγενής, που προσπαθούσε, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία, να λειτουργήσει μια επιχείρηση όπου όλα πήγαιναν στραβά. Ένας από τους άλλους βασικούς πρωταγωνιστές της σειράς ήταν ο Andrew Sachs στο ρόλο του Μανουέλ, ενός υπαλλήλου του ξενοδοχείου από τη Βαρκελώνη, με πολύ περιορισμένα αγγλικά. Ένας ρόλος ανθρώπου της καρπαζιάς, ο μοναδικός μετανάστης υπάλληλος της επιχείρησης στον οποίο οι Βρετανοί ιδιοκτήτες και θαμώνες φέρονται με σκαιότατο, κακοποιητικό τρόπο, κοροϊδεύουν για τα περιορισμένα του αγγλικά και οι σεναριογράφοι του επιφυλάσσουν στιγμές ανοργανωσιάς, γκάφας και χαζομάρας.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Στο Ηνωμένο Βασίλειο της δεκαετίας του ‘70, με τη Βρετανική Αυτοκρατορία να καταρρέει γύρω γύρω, αλλά ακόμα ζωντανή στις καρδιές, το υποσυνείδητο και συνειδητό πολλών Βρετανών, είχε τεράστια πλάκα ένας μετανάστης από «υποδεέστερη», ισπανόφωνη χώρα που ποτέ δεν κατάφερνε να κάνει καλά τη δουλειά του, να είναι στην ώρα του και να μιλάει σωστά αγγλικά. Και ακόμα μεγαλύτερη πλάκα όταν γινόταν ο αποδιοπομπαίος τράγος για κάθε πρόβλημα και σάκος του μποξ για τον αριστοκράτη Βρετανό προϊστάμενό του. Η σειρά έγινε τεράστια επιτυχία της εποχής, και όχι μόνο: θα ακολουθούσαν πολλές επαναλήψεις τις επόμενες δεκαετίες, θεατρικές παραστάσεις στο West End με εξαντλημένα εισιτήρια και ατάκες που έχουν μείνει στο συλλογικό υποσυνείδητο.

Στη λονδρέζικη casita του Bad Bunny

Είναι Ιούνιος του 2026 και η ζέστη στο Βόρειο Λονδίνο είναι ανυπόφορη. Η υγρασία των ποταμιών, λιμνών και της ποτισμένης από τόσες και τόσες βροχοπτώσεις γης, μαζί με το άπλετο τσιμέντο και άσφαλτο δημιουργεί ένα κλίμα αποπνικτικό. Το πολύχρωμο πλήθος προχωρεί αργά, νωχελικά προς το τεράστιο στάδιο των Tottenham Hotspurs, το μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο στάδιο του Λονδίνου. Οι κοπέλες ντυμένες με στρας, μακριές αέρινες φούστες και πλαστικά λουλούδια στα μαλλιά, τα αγόρια με το παραδοσιακό ψάθινο καπέλο pava του Πουέρτο Ρίκο ή με φανέλες εθνικών ομάδων από διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής, και όλοι με ένα ανεμιστηράκι χειρός ή πιο πατροπαράδοτη βεντάλια να συμπληρώνει το λατινοαμερικάνικο λουκ. Η λαοθάλασσα παίρνει τις θέσεις της στις κερκίδες και την αρένα και οι βεντάλιες συνεχίζουν να κινούνται σαν ένα σμήνος από τεράστιες εξωτικές πεταλούδες που προσγειώθηκε μέσα στο στάδιο. Η ανυπομονησία αυξάνεται κάθε λεπτό, το πλήθος ζητωκραυγάζει και μια παραδοσιακή ορχήστρα από το Πουέρτο Ρίκο κάνει την εμφάνισή της: άνδρες και γυναίκες με τα αξιοπρεπέστατα κουστούμια τους και τα παραδοσιακά τους όργανα, περήφανοι που φέρνουν μαζί τους τον πολιτισμό τους σε μια μακρινή ήπειρο. Και ξαφνικά εμφανίζεται στη σκηνή ο πρωταγωνιστής της βραδιάς, αυτός που όλοι ήρθαν να δουν: με ένα κρεμ κουστούμι, μοκασίνια και γυαλιά ηλίου, ο Bad Bunny αποτίει φόρο τιμής στους κλασικούς τραγουδιστές σάλσα των περασμένων δεκαετιών, αυτούς τους ρομαντικούς λαϊκούς ήρωες που έκαναν τη γη του διάσημη ανά τον κόσμο, πριν από αυτόν γι’αυτόν: Hector Lavoe, Ruben Blades, Juan Gabriel. Ακολουθεί το απόλυτο πανδαιμόνιο. Ούτε και ο ίδιος φαίνεται να το πιστεύει, αν και κανείς θα νόμιζε πως μέχρι τώρα θα ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες σχεδόν θρησκευτικού τύπου αντιδράσεις. Μόλις που καταφέρνουμε να ακούσουμε τους πρώτους στίχους του πρώτου τραγουδιού.

Μετά το πρώτο τραγούδι, ο Bad Bunny συστήνεται στο κοινό του με το πραγματικό του όνομα: «είμαι ο Μπενίτο Αντόνιο Μαρτίνες Οκάσιο». Ελάχιστοι από τους παρευρισκόμενους θα αγνοούσαν αυτό το στοιχείο της ταυτότητας του, αυτές οι συστάσεις όμως δίνουν τον τόνο για ό,τι θα ακολουθήσει. Είναι σημειολογία, που ίσως βοηθάει και τον ίδιο να έρθει σε καλύτερη επαφή με τον εαυτό του και το κοινό του, και να δηλώσει δημόσια ότι πίσω από ένα αστείο αγγλικό παρατσούκλι κρύβονται πολλές άλλες πτυχές ενός καλλιτέχνη και ανθρώπου. Και δίνει το στίγμα της γλώσσας, προετοιμάζοντας την επόμενη ερώτηση: “καλησπέρα Λονδίνο! Αν έχω την άδειά σας, μπορώ να σας μιλάω απόψε στα ισπανικά;” Το κοινό ζητωκραυγάζει πως ναι. Και κάπως έτσι ξεκινάει να γράφεται μια νέα σελίδα μουσικής ιστορίας.

Η συναυλία που ακολούθησε ήταν χωρισμένη σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος ήταν μια παραδοσιακή πορτορικάνικη συναυλία πάνω σε μια κλασική σκηνή, με την ορχήστρα της παραταγμένη, τα σόλο της, τους βιρτουόζους της, τα κοστούμια της. Ο Bad Bunny τραγούδησε κομμάτια από τον τελευταίο πολυβραβευμένο του δίσκο «Debi Tirar Mas Fotos», και ξεδίπλωσε το φωνητικό ταλέντο του, που είχε κάπως υποτιμηθεί τα προηγούμενα χρόνια του ρεγκετόν και του λάτιν τραπ. Σάλσα, πλένα, ρυθμοί Καραϊβικής ξεσήκωσαν μια και καλή το γήπεδο. Μετά από κάθε τραγούδι, απαρεγκλίτως ευχαριστούσε το κοινό του για τη θερμή υποδοχή και συμμετοχή και έλαβε την ευκαιρία πολλές φορές να κάνει λόγο για ζητήματα κοντά στην καρδιά του: τον ξενιτεμό, τη νοσταλγία για την πατρίδα, τον πόνο αλλά και τη χαρά της ζωής που φέρνει η μουσική, ο χορός και οι στιγμές με αγαπημένα μας πρόσωπα. Άλλωστε και το ομώνυμο κομμάτι Debi Tirar Mas Fotos αυτό πραγματεύεται: «έπρεπε να είχα τραβήξει περισσότερες φωτογραφίες τότε που σε είχα / έπρεπε να σου είχα δώσει περισσότερες αγκαλιές και φιλιά τότε που σε είχα / μακάρι η οικογένειά μου να μην φύγει ποτέ μακριά / και αν σήμερα μεθύσω ας είναι εδώ να με βοηθήσουν». Ήξερε σε ποιους μιλούσε: το κοινό, γεμάτο με σημαίες χωρών της Λατινικής Αμερικής, και όχι μόνο, να κυματίζουν, από το Πουέρτο Ρίκο ως τη Βραζιλία, από την Αργεντινή ως το Μεξικό, από την Κολομβία και τη Τζαμάικα ως τη Βενεζουέλα και την Αστούριας της Ισπανίας. Μίλησε για τους Λατίνους μετανάστες που συναντάει μπροστά του σε όποια χώρα του κόσμου και να βρίσκεται, είπε πως ξέρει καλά πόσο οδυνηρό είναι να φεύγεις από τη χώρα σου, αλλά τους ζήτησε να αισθάνονται υπερήφανοι γι’αυτό που είναι. Έστειλε δύναμη και υποστήριξη στη Βενεζουέλα, που εκτός από όλα τα προϋπάρχοντα πρόβληματά της, δοκιμάζεται ακόμα μια φορά κάτω από τα συντρίμμια ενός φρικτού σεισμού. Ρουά ματ, Μπενίτο.

Καλό κουνελάκι

Οι ρυθμοί είχαν ανέβει και είχε έρθει πλέον η ώρα για το δεύτερο μέρος της συναυλίας. Είχε έρθει η ώρα για να θυμηθούμε όλοι τι έχει κάνει τον Bad Bunny αυτό που είναι σήμερα: είχε έρθει η ώρα για το μεγαλύτερο πάρτυ reggaeton και latin trap στον πλανήτη. Το πάρτυ μεταφέρεται στην άλλη άκρη της αρένας όπου έχει στηθεί, όπως σε όλες τις συναυλίες αυτής της περιοδείας ανά τον κόσμο, μια παραδοσιακή πορτορικάνικη casita, δηλαδή ένα μικρό σπίτι, με τοίχους βαμμένους ροζ και κίτρινο τροπικό, τα παράθυρα καλυμμένα με στόρια για να κρατάνε έξω τον ανελέητο ήλιο και μια βεράντα για να αποσταίνει τις πιο ζεστές ώρες ο κόσμος από την ζέστη, περιτριγυρισμένη από εξωτικά φυτά. De Puerto Rico pal mundo, όπως είναι και το σλόγκαν της περιοδείας, από το Πουέρτο Ρίκο για όλο τον κόσμο. Ο Bad Bunny επανέρχεται με διαφορετική εμφάνιση και διάθεση, με μια φόρμα και κορδέλα τρεξίματος στα μαλλιά, urban, street, και όλα τα σχετικά επίθετα. Η βεράντα πλέον κατοικείται από ένα έξοχο μπαλέτο ρεγκετόν, άντρες και γυναίκες κάθε φυλετικής προέλευσης, που για την επόμενη μια ώρα ξεσηκώνουν τους πάντες, με κάθε τους αισθησιακή κίνηση να μεταδίδεται σε μια γιγαντο-οθόνη.

Πρωταγωνιστής του χορού το perreo, ή αλλιώς twerking – και αν δεν ξέρετε τι είναι αυτό, σίγουρα θα είχατε σταματήσει να διαβάζετε προ πολλού – με τα αντίστοιχα κοντινά πλάνα των οπερατέρ να προβάλλονται close-up στη γιγαντο-οθόνη, σαν ρεπορτάζ του Star Channel από ελληνική παραλία τον Αύγουστο (άλλωστε, Ελλάδα – Πουέρτο Ρίκο, ένα τσιγάρο δρόμος). Πίσω από τους χορευτές, η γνωστή ομάδα-μιξ από σελέμπριτις-υποσελέμπριτις-ανθυποσελέμπριτις και ίνφλουενσερ, κυρίως γυναίκες, κυρίως κορμιά θανατηφόρα, να λικνίζονται νωχελικά στο ρυθμό κρατώντας ένα ποτό σαν σε αληθινό πάρτυ. Προσωπικά δεν γνώριζα καμία/κανέναν καθώς οι Α’ κατηγορίας σελέμπριτιζ του Ηνωμένου Βασιλείου σίγουρα είχαν μείνει σπίτι για να παρακολουθήσουν τον αγώνα της Αγγλίας στο Μουντιάλ, διότι it’s coming home – it’s coming casita 1-0 όπως και να το κάνουμε. Το πάρτυ στις εξέδρες και στην αρένα πέρα από την καζίτα όμως ήταν πέρα για πέρα αληθινό, με το ένα μπαντμπανικό, χορευτικό χιτ να διαδέχεται το άλλο: Titi me pregunto, Safaera, Dakiti, φωτορυθμικά, λέιζερ, πυροτεχνήματα, πανζουρλισμός, και το twerking να συνεχίζεται αμείωτο.

Ο Bad Bunny ανεβοκατεβαίνει από τη βεράντα στην ταράτσα του σπιτιού με τρελό κέφι, όπου μόνο για μικρά διαλείμματα κάθεται να τραγουδήσει για λίγα λεπτά σε μια εξωτερική μονάδα κλιματιστικού, γνώριμη σε όσους παρευρισκόμενους προέρχονται από πολύ ζεστή χώρα. Και κάπου εκεί το πάρτυ κάνει μια παύση πολύ ουσιαστική. Ακολουθώντας μια τελετουργία που επαναλαμβάνεται πλέον σε κάθε συναυλία του, ο Bad Bunny σταματάει το σόου και κατευθύνεται προς τις ράμπες δίπλα στην καζίτα όπου βρίσκονται κυριολεκτικά στοιβαγμένοι μέσα στη ζέστη και στην υγρασία οι πιο φανατικοί του θαυμαστές και θαυμάστριες. Αυτοί που είχαν να δώσουν τα λιγότερα χρήματα, αυτοί που προτίμησαν να καθίσουν για ώρες όρθιοι σε μια αρένα, αυτοί που με το που μπήκαν στο στάδιο σχεδόν έτρεξαν για να βρεθούν μπροστά μπροστά ελπίζοντας σε μια τέτοια στιγμή. Αυτούς λοιπόν χαιρετάει δια χειραψίας, αγκαλιάζει και φιλάει, βγάζει φωτογραφίες, δίνει αυτόγραφα και ω ναι, πιάνει και τη συζήτηση με κάθε έναν για λίγα λεπτά, σαν πραγματικός αριστοκράτης της μουσικής. Και όλα αυτά χωρίς ήχο για εμάς τους υπόλοιπους, κάνοντας τις στιγμές αυτές οικείες, προσωπικές. Το πάρτυ είναι έτοιμο να ξαναξεκινήσει ακολουθώντας ακόμα μια τελετουργία: ένας επώνυμος καλεσμένος επιλέγεται για να βροντοφωνάξει το στίχο “acho, PR es otra cosa”, σε ελεύθερη μετάφραση, “άλλο πράγμα το Πουέρτο Ρίκο αδερφέ μου”. Σε ένα ρόλο που στο παρελθόν έχουν παίξει σταρ όπως η Πενέλοπε Κρουζ, ο Πέδρο Πασκάλ και η Σάλμα Χάγιεκ, αυτή τη φορά έκπληκτοι διακρίνουμε ανάμεσα στις καλλονές που λικνίζονται ψιλο-ξενέρωτα, τον καθόλου ξενέρωτο – και Αθηναίο βέρο πλέον! – Νόβακ Τζόκοβιτς, που με τη βαριά βαλκανική προφορά του, και αρκετά συνεσταλμένα, απαγγέλλει τον αναμενόμενο στίχο.

Το πάρτυ στην casita κλείνει σε πιο χαμηλούς τόνους με την παραδοσιακή μπάντα Los Pleneros de la Cresta, μόνιμοι συνεργάτες του Bad Bunny και συνδημιουργοί της μεγάλης επιτυχίας από τον τελευταίο του δίσκο CAFé CON RON. Τραγουδούν ένα τραγούδι για τη σημαία του Πουέρτο Ρίκο, με όλες τις άλλες σημαίες χωρών της Λατινικής Αμερικής να κυματίζουν μέσα στο στάδιο και κάπως έτσι να δημιουργούν μια γέφυρα με το τρίτο και τελευταίο κομμάτι της συναυλίας. Το σόου μεταφέρεται και πάλι στην αρχική σκηνή στην άλλη άκρη του γηπέδου για μια εμφάνιση πιο λάτιν ποπ, πιο ρομαντική, πιο νοσταλγική. Την τιμητική τους έχουν οι μπαλάντες, Callaita, Ojitos Lindos, και φυσικά ξανά το νοσταλγικό Debi Tirar Mas Fotos του ομώνυμου δίσκου, με φωτογραφίες από τον κόσμο της συναυλίας που τραβήχτηκαν νωρίτερα να προβάλλονται στις γιγαντοοθόνες: φίλοι και φίλες, νέοι και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, μαμάδες και κόρες, γονείς με παιδιά, και ο τραγουδιστής να υπενθυμίζει σε όλους ότι όσο μπορούν πρέπει να αγκαλιάζουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, να αγαπάνε, να χορεύουν, να γελάνε, να κλαίνε αν χρειαστεί, να ζουν κάθε στιγμή. Τα φώτα κλείνουν και πολλοί νομίζουν ότι το πάρτυ τελείωσε. Αλλά όχι: σε ένα ξεσηκωτικό encore, οι ρυθμοί ξανα-ανεβαίνουν και χορεύουμε για μια τελευταία φορά το EoO, με τον τραγουδιστή να κλείνει με το δικό του τρόπο τη συναυλία αφήνοντας στο πάτωμα το μικρόφωνο. Mic drop, το πάρτυ όμως θα συνεχίζεται για πάντα.

Bad Bunny Λονδίνο
© Getty Pictures

Ο Bad Bunny γράφει ιστορία

Η νύχτα συνέχιζε να είναι ζεστή, τροπική, και το χρωματιστό πλήθος κινούνταν άλλοτε αργά, άλλοτε εύθυμα, άλλοτε χορεύοντας προς την έξοδο του γηπέδου. Γύρω από αυτό το τεράστιο γήπεδο, το Τότεναμ, μια γειτονιά της εργατικής τάξης, μια γειτονιά μεταναστών. Τα φώτα από τα αυτοκίνητα και τα λεωφορεία μπλέκονταν με τις φωτεινές επιγραφές των μαγαζιών, κεμπάπ, τηγανητό κοτόπουλο Καραϊβικής, αιθιοπικά καφέ με μέλη της κοινότητάς τους να παίζουν χαρτιά στα έξω τραπεζάκια και ζωγραφιές από μακρινά τοπία της Αφρικής να κοσμούν τους τοίχους. Μπήκα σε ένα μίνι μάρκετ να αγοράσω ένα μπουκάλι νερό και η μουσική της συναυλίας έπαιζε ακόμα στα μεγάφωνα του τούρκικου ή πολωνικού (ή και τα δυο!) μαγαζιού. Εκείνο το βράδυ, η Εθνική Αγγλίας έπαιζε έναν σημαντικό αγώνα στο Μουντιάλ – αν κάποιος όμως προσγειωνόταν κατευθείαν σε αυτή την πολυ-πολιτισμική, πολυ-φυλετική γειτονιά, δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι ποτέ!

Εκείνη τη βραδιά γράφτηκε ιστορία. Όχι ποδοσφαιρική, μιας και η ομάδα της Αγγλίας, γεμάτη και αυτή με παιδιά μεταναστών, είχε μια εύκολη νίκη ενάντια στον Παναμά. Γράφτηκε ιστορία μουσική, πολιτισμική, σημειολογική. Με τις δυο του συναυλίες στις 27 και 28 Ιουνίου στο γήπεδο των Tottenham Hotspurs, ο Bad Bunny είναι ο πρώτος Λατινοαμερικανός καλλιτέχνης που όχι απλά εμφανίστηκε μόνος του σε ένα στάδιο του Λονδίνου, όχι μόνο με 100.000 εισιτήρια εξαντλημένα και τις δυο βραδιές αλλά κιόλας τραγουδώντας και μιλώντας αποκλειστικά στα ισπανικά! Όπως θα πήγαινε και το κλισέ, το Λονδίνο υποκλίθηκε στον Bad Bunny, ένα καλλιτέχνη που αρνείται να μιλήσει και να δημιουργήσει στα αγγλικά, όχι επειδή δεν τα ξέρει αρκετά καλά, αλλά από θέση και άποψη. Σε μια χώρα που γελούσε – και εν μέρει συνεχίζει να γελάει – κοροϊδευτικά κατά των Μανουέλ όλου του κόσμου, που δυσκολεύονται να μιλήσουν αγγλικά, είναι μελαμψοί και κουβαλούν μια πιο νότια, διαφορετική κουλτούρα, ο Μπενίτο Αντόνιο έκανε τα ισπανικά και την χώρα του το Πουέρτο Ρίκο μόδα, άποψη, κουλ. Σε μια χώρα που σαρώνει στις εκλογές το μισανθρωπικό, ξενοφοβικό κόμμα του Νάιτζελ Φαράζ, όπου αγγλικές και βρετανικές σημαίες υψώνονται από “αγανακτισμένους πολίτες” κρυφά στα φανάρια ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των “ξένων” και των μεταναστών, ακόμα και σε παγκόσμια ακαδημαϊκά κέντρα όπως η Οξφόρδη, ο Bad Bunny έκανε κάθε λατινοαμερικανό – και μη – μετανάστη να σηκώσει το κεφάλι και να αισθανθεί περήφανη για την καταγωγή της και για το ποιά είναι.

Γιατί μιλάμε στην Ελλάδα για μια συναυλία του Bad Bunny στην Αγγλία;

Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Ο Bad Bunny είναι πλέον διάσημος για τις απόψεις και τις θέσεις του, για το στυλ του και την ενασχόλησή του με τη μόδα, για τις σχέσεις του με το άλλο φύλο. Αλλά, όπως και για κάθε μεγάλο καλλιτέχνη, ήταν η μουσική του που τον έκανε αυτό που είναι σήμερα. Γράφει μουσική από τα 14 του, όταν άρχισε να ανεβάζει τις ρεγκετόν συνθέσεις του στο Soundcloud. Έκτοτε του έχουν ανά καιρούς αποδοθεί πολλές ετικέτες: ρεγκετόν, λάτιν τραπ, ραπ. Η αλήθεια όμως είναι μόνο μια και είναι ξεκάθαρη αν κάποιος ακούσει όλα του τα άλμπουμ: η μουσική που ξεπερνά τα στεγανά και τα είδη. Ακόμα και μέσα στο ίδιο τραγούδι πολύ συχνά παντρεύονται είδη μουσικής φαινομενικά αντίθετα μεταξύ τους, όπως η σάλσα και η ορχηστρική κλασική μουσική με την ηλεκτρονική και τη ροκ μουσική. Πολλά από τα τραγούδια του είναι σπονδυλωτές δημιουργίες, όπου υπάρχει π.χ μια παραδοσιακή λάτιν/σάλσα αρχή, η οποία στη συνέχεια ακολουθείται από κλασικό ρεγκετόν και αποσπάσματα ηλεκτρονικής μουσικής, ενώ στο ενδιάμεσο κάνουν την εμφάνισή τους ηχογραφημένες φράσεις, σαν φωνητικά μηνύματα στο κινητό. Το αποκορύφωμα αυτού του ιδιαίτερου στυλ ήταν ο τελευταίος του δίσκος Debi Tirar Mas Fotos, ο οποίος, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, συνδέθηκε με τις πορτορικάνικές του ρίζες και γι’αυτό (και πολλά άλλα) κέρδισε 3 Γκράμι, γράφοντας ακόμη μια φορά ιστορία ως ο πρώτος δίσκος αποκλειστικά στα ισπανικά που κέρδισε το πολυπόθητο Γκράμι του καλύτερου δίσκου της χρονιάς.

Πέρα από τη μουσική όμως, μιλάνε και οι στίχοι, και μας λένε όχι μόνο για προσωπικά θέματα που πονάνε, όπως τον έρωτα, την απώλεια, την συναισθηματική ανωριμότητα και φοβία δέσμευσης, αλλά και ευρύτερα θέματα, όπως την ξενιτιά, το σεξισμό, την αποικιοκρατία και τη σχέση του Πουέρτο Ρίκο με τις ΗΠΑ. Έχοντας καθιερωθεί εδώ και χρόνια ως ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του ρεγκετόν, αυτής της πορτορικάνικης εφεύρεσης που όλοι αγαπούν ή αγαπούν να μισούν, ο Bad Bunny έχει πολλές φορές αντιμετωπίσει τον “ελέφαντα στο δωμάτιο”: την κατηγορία ότι το ρεγκετόν με τους στίχους και την όλη κουλτούρα του προωθεί το μισογυνισμό και το σεξισμό, μειώνοντας τις γυναίκες σε παθητικά αντικείμενα πόθου και λαγνείας. Με τη μεγάλη του επιτυχία Yo Perreo Sola, ο Bad Bunny υποστήριξε το δικαίωμα κάθε γυναίκας να ντύνεται και να χορεύει όπως το επιθυμεί η ίδια και χωρίς να φοβάται, μάλιστα εμφανιζόμενος και ο ίδιος ντυμένος ως γυναίκα στο βίντεο κλιπ, μια επιλογή ριζοσπαστική για ένα είδος που κυριαρχείται από αποκλειστικά στρέιτ “βαρύμαγκες”. Στο ίδιο κλίμα η εμφάνισή του το 2020 στην εκπομπή του Τζίμι Φάλλον με μπλουζάκι όπου αναγραφόταν “σκότωσαν την Αλέξα, όχι έναν άνδρα που ντυνόταν με φούστες”, άμεση αναφορά-διαμαρτυρία για την άγρια κακοποίηση και δολοφονία της διεμφυλικής Alexa Negron Luciano στο Πουέρτο Ρίκο στην αρχή της ίδιας χρονιάς.

“Το Πουέρτο Ρίκο αποτελεί υπερπόντια κτήση των ΗΠΑ. Από το 1952 είναι μαζί με τα γύρω του νησιά αυτοκυβέρνητη πολιτεία (Ελεύθερη Συνδεδεμένη Πολιτεία του Πουέρτο Ρίκο), εξαρτημένη στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα από τις ΗΠΑ” (πηγή Βικιπαίδεια). Ο Bad Bunny έχει υπογραμμίσει πολλές φορές και με διάφορους τρόπους ότι δεν είναι οκ με αυτό. Το 2019 διέκοψε την ευρωπαϊκή του περιοδεία για να επιστρέψει στη χώρα του και να λάβει μέρος στις μαζικές διαδηλώσεις που καλούσαν σε παραίτηση τον τότε Κυβερνήτη του Πουέρτο Ρίκο, Ρικάρντο Ροσεγιό, μετά από πολλές συλλήψεις μελών της Κυβέρνησής του για διαφθορά, την αγανάκτηση των πολιτών για την ελλιπή αντιμετώπιση των συνεπειών του τυφώνα Μαρία που είχε πλήξει το νησί και τη διαρροή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τσατ μελών της Κυβέρνησής του γεμάτων σεξιστικά και ομοφοβικά σχόλια. Στις διαδηλώσεις αυτές, ο Bad Bunny συμμετείχε κραδαίνοντας μια παλιά σημαία του Πουέρτο Ρίκο, όπου το βαθύ μπλε όπως αυτό της σημαίας των ΗΠΑ, είχε αντικατασταθεί από απαλό γαλάζιο, και συμβόλιζε την ανεξαρτησία του νησιού, μια σημαία που ήταν παράνομη μέχρι το 1957.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Secret London (@secret.london)

God bless America!

Οι θέσεις κι οι απόψεις του όμως δεν παρέμειναν εσωτερικής κατανάλωσης. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί σε μια τεράστια πλατφόρμα 128 εκατομμυρίων τηλεθεατών σαν το αμερικανικό Σούπερ Μποουλ, δεν την χαράμισε. Στο παρελθόν είμασταν συνηθισμένοι σε λάτιν αγγλο-ισπανικά στερεότυπα της κατηγορίας Let’s get loud της JLo ή Bailamos του Enrique Iglesias, εμφανίσεις ανώδυνες, σαν χρηματοδοτημένες από αντίστοιχους ΕΟΤ της Λατινικής Αμερικής. Στο σόου ημιχρόνου του Bad Bunny είδαμε τις φυτείες ζαχαροκάλαμων του Πουέρτο Ρίκο, άλλοτε τόπος μαρτυρίου για τον υπόδουλο πληθυσμό, είδαμε Πορτορικάνους μετανάστες στην Νέα Υόρκη να δουλεύουν ως πλανόδιοι πωλητές και μανικιουρίστες, είδαμε δραματοποιημένες τις διακοπές ρεύματος που πλήγουν το Πουέρτο Ρίκο λόγω του κακοσυντηρημένου, πρόσφατα ιδιωτικοποιημένου και χωρίς ομοσπονδιακή χρηματοδότηση ηλεκτρικού δικτύου. Είδαμε και το Ρίκυ Μάρτιν, έναν καλλιτέχνη που είχε αναγκαστεί να αγγλοποιήσει το όνομά του, να τραγουδήσει στα αγγλικά και να κρύψει το σεξουαλικό του προσανατολισμό επί χρόνια ώστε να αναγνωριστεί για το φανταστικό ταλέντο του, τώρα εν έτει 2026 ακομπλεξάριστα να τραγουδάει:

“Quieren quitarme el río y también la playa Quieren al barrio mío y que abuelita se vaya No, no suelte’ la bandera ni olvide’ el lelolai Que no quiero que hagan contigo lo que le pasó a Hawái”

«Θέλουν να μου πάρουν το ποτάμι μου και την παραλία μου. Θέλουν να πάρουν τη γειτονιά μου και θέλουν να φύγει από ’κεί η γιαγιούλα. Όχι, μην αφήσεις ποτέ τη σημαία ή ξεχάσεις την μουσική μας παράδοση. Γιατί δεν θέλω να σου κάνουν αυτό που συνέβη στη Χαβάη.»

Και δεν σταμάτησε εκεί. Σε ένα σόου με βασικό σπόνσορα την Apple, καταμεσής της Καλιφόρνια, ύψωσε και πάλι τη σημαία της ανεξαρτησίας του Πουέρτο Ρίκο και έκλεισε αναφονώντας God Bless America! – για να διευκρινίσει τι εννοούσε αμέσως μετά, απαριθμώντας μια-μια τις χώρες της αμερικανικής ηπείρου από τον Καναδά μέχρι τη Χιλή, χωρίς καν να ξεχάσει αμφιλεγόμενες πατρίδες σαν την Βενεζουέλα και την Κούβα. Το μήνυμα ήταν ένα: είμαστε όλοι Αμερικάνοι – κανείς δεν έχει την αποκλειστικότητα.

Ο πολιτισμικός αντίκτυπος αυτής της εμφάνισης έπεσε σαν μετεωρίτης, η πρόσκρουση του οποίου απελευθέρωσε τεράστια ενέργεια σε ολόκληρο τον πλανήτη. Πέρα από την έκρηξη σε αναγνωρισιμότητα, το σόου ημιχρόνου του Bad Bunny αποθεώθηκε από τα ΜΜΕ και τον Τύπο – από το συνήθως σνομπίστικο New Yorker και το “ελαφρύ” Cosmopolitan μέχρι το Infowar του Άρη Χατζηστεφάνου (όπου και το σχετικό podcast-αφιέρωμα με τον ευφυέστατο τίτλο “μέσα στο σπιτάκι τους”). Ενέπνευσε ακαδημαϊκές διαλέξεις και μαθήματα (“Bad Bunny: μουσική αισθητική και πολιτική” στο Πανεπιστήμιο του Yale, “Ο Bad Bunny και η Αντίσταση στο Πουέρτο Ρίκο” στο Πανεπιστήμιο Loyola Marymount, και πολλά άλλα). Επίσης ανάγκασε το MAGA κατεστημένο του Trump και τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο να ασχοληθούν με την ακύρωση του σόου του σε τέτοιο βαθμό που αναγκάστηκαν να μεταδώσουν την ίδια ώρα ένα εναλλακτικό σόου μουσικής κάντρι για “πραγματικούς Αμερικανούς.” Πάνω απ’όλα όμως, ο πολιτισμικός αυτός αντίκτυπος έδωσε ελπίδα σε πολλούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ότι ακόμα κι αν αντιμετωπίζονται ως πολίτες Β’ κατηγορίας, η πατρίδα τους και ο πολιτισμός τους μετράνε και είναι άξιοι υπερηφάνειας – μεταξύ αυτών και σε πολλούς ανθρώπους που φοβούνται να βγουν από το ίδιο τους το σπίτι μήπως και τους συλλάβει, αυτούς (παράνομα τις περισσότερες φορές) ή και τα παιδιά τους, η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής των ΗΠΑ – γνωστή σε όλους μας ως ICE.

Όταν ξεκίνησε η τωρινή παγκόσμια περιοδεία του, ο Bad Bunny αποφάσισε λοιπόν ότι δεν θα έδινε καμία συναυλία στις ΗΠΑ, όπου φοβόταν ότι οι συναυλίες του θα στοχοποιούνται από τον ICE με σκοπό τη σύλληψη παράνομων και μη, λατινοαμερικάνων μεταναστών. Ακολούθησε απίστευτη επιτυχία, με σχεδόν θρησκευτική προσέλευση και αντιδράσεις του κοινού, στις μεγαλύτερες πόλεις της αμερικανικής ηπείρου: Πόλη του Μεξικού, Μπουένος Άιρες, Σάο Πάολο, και φυσικά οι 31 συναυλίες που είχαν προηγηθεί στο ίδιο το Πουέρτο Ρίκο. Χιλιάδες κόσμου έσπευδαν να δουν στη σκηνή, όχι πια ξενόφερτους Αμερικανούς και Βρετανούς σταρ, αλλά ένα κομμάτι της δικιάς τους κουλτούρας αλλά σε μια παγκόσμιου βεληνεκούς παραγωγή που θα έκανε το γύρο του κόσμου.

Κακό (;) κουνελάκι

Ήρθε η ώρα όμως η περιοδεία να περάσει τον Ατλαντικό και να έρθει στην Ευρώπη. Και ενώ το ευρωπαϊκό κοινό συνέχισε να αποθεώνει τον Bad Bunny, μέρος του ευρωπαϊκού τύπου άρχισε να κάνει αυτό που ανέκαθεν έκανε καλά: να αναλύει και καμιά φορά να υπεραναλύει, να γκρινιάζει, να κοιτάζει αφ’υψηλού και να προσπαθεί να βρει τα βαθύτερα νοήματα. Στη Μαδρίτη, όπου ο Bad Bunny έκανε δέκα συναυλίες, η El Pais τον κατηγόρησε για μισογυνισμό και έλλειψη σεβασμού στη διαφορετικότητα, επειδή επέλεξε να στελεχώσει το λικνιζόμενο κοινό της καζίτα μόνο με ινφλουένσερ (συμπεριλαμβανομένης και της πλέον cancelled Chiara Ferragni – δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν;), και λυγερόκορμες, που πολλές φορές επέλεγαν επί τούτου οι συνεργάτες του μέσα από το πλήθος των λοιπών πληβείων. Δεκτό. Είναι δύσκολο να βαδίζεις στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την σεξιστική παράδοση του ρεγκετόν και της νέας woke περσόνας που προβάλει τα τελευταία χρόνια με τη μουσική και τη στάση του ο Bad Bunny. Και οι απλοί, καθημερινοί, μη αψεγάδιαστοι άνθρωποι όμως, έχουν δικαίωμα να λικνιστούν στους ρυθμούς του ρεγκετόν, στην καζίτα και παντού, χωρίς να σκέφτονται συνέχεια αν θα τους ξεφύγει καμία άσχημη πόζα ή καμία παραπάνω θερμίδα, και όντως φαντάζει σαν το συγκεκριμένο σόου να διαφωνεί.

Εκεί όμως που η El Pais και σχεδόν σύσσωμος ο ισπανικός τύπος σηκώθηκε όρθιος και διαμαρτυρήθηκε λάβρος ήταν η κατηγορία της πλουτοκρατίας: ανάμεσα στους VIP καλεσμένους στην καζίτα σε μια από τις συναυλίες της Μαδρίτης, ήταν και η Μάρτα Ορτέγκα, πρόεδρος και κόρη του ιδρυτή της ισπανικής-πολυεθνικής εταιρείας Inditex (βλέπε Zara, Pull&Bear, Massimo Dutti, κλπ. κλπ.) Ο Bad Bunny, εδώ και πολλά χρόνια μύστης του χώρου της μόδας, από τις επιλογές αμφιλεγόμενου έως και αμφιβόλου γούστου στην αρχή της καριέρας του, μέχρι το σημερινό avant-garde και τελευταία λέξη ντύσιμο και συμμετοχή σε εκδηλώσεις όπως το Met Gala και οι εβδομάδες μόδας, εμφανίστηκε στο Σούπερ Μπόουλ με σύνολο Zara και ξεκίνησε πρόσφατα μια συνεργασία μαζί τους, υπογράφοντας τη δική του γραμμή ρούχων με φόντο πάντα το Πουέρτο Ρίκο, εξού και η πρόσκληση της συγκεκριμένης δισεκατομμυριούχου. Δεκτό. Η συζήτηση σχετικά με τους σπόνσορες, μαικήνες και επικερδείς συνεργασίες μεγάλων καλλιτεχνών είναι άλλωστε παλιά όσο η ίδια η τέχνη και η επιτυχία. Ο Bad Bunny συνεργάζεται με τα Zara, εταιρία που κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για πολλά, υπογράφοντας συμβόλαια που προφανώς απαιτούν ανταλλάγματα σε εμφανίσεις και μάρκετινγκ. Για πολλούς όμως φαίνεται πως ο σωστός καλλιτέχνης οφείλει να χρηματοδοτεί μια εκθαμβωτική διεθνή καριέρα από την τσέπη του και την τσέπη της μαμάς του, και να τρέφεται με ακρίδες και μέλι άγριο, ξεχνώντας ίσως ότι καλλιτέχνες του βεληνεκούς των Μικελάντζελο, Μποτιτσέλι και Ντα Βίντσι απολάμβαναν της χρηματοδότησης και προστασίας της οικογένεια των Μεδίκων, σπουδαίων αρχόντων μεν, αλλά εμπλεγμένων συνεχώς σε σκάνδαλα διαφθοράς, πολιτικών και μη δολοφονιών, συνομωσιών, ακόμα και υπεξαιρέσεων και καταχρήσεων του Παπικού ρόλου και ταμείου, δε – ή ότι μια από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ου αιώνα, ο Φρανκ Σινάτρα, όχι απλά χρηματοδοτούνταν από, αλλά ήταν εγκάρδιος φίλος με τη Μαφία.

Λόγω τέτοιων συνεργασιών και παρόλη τη δράση του υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας του, υπέρ των μεταναστών, κατά της έμφυλης βίας, το φιλανθρωπικό του έργο μέσω του Good Bunny Foundation, που επικεντρώνεται στην ενδυνάμωση των νέων, τη διατήρηση του πολιτισμού και την ανάπτυξη της κοινότητας στο Πουέρτο Ρίκο, υπάρχουν πολλοί θαυμαστές του εκεί έξω που είναι πλέον απογοητευμένοι. Θα ήθελαν διακαώς, πάνω σε αυτές τις βάσεις, να δουν να χτίζεται το προφίλ ενός νέου Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος όμως έχει επανειλημμένα δηλώσει, ακόμα και μέσα από τα τραγούδια του, ότι δεν θέλει να είναι καν παράδειγμα («Ποιος στο καλό είπε ότι θέλω να είμαι παράδειγμα; Οτιδήποτε καλό κάνω, το κάνω επειδή το θέλω.»)

Ο Μπενίτο Αντόνιο Μαρτίνες Οκάσιο σίγουρα δεν είναι ένας νέος Τσε Γκεβάρα (άσχετα αν κάποιος αυτό το θεωρεί αρνητικό ή θετικό) – ούτως ή άλλως, ποτέ δεν υποσχέθηκε σε κανέναν ότι θα είναι. Είναι πλέον όχι απλά ένας επιτυχημένος καλλιτέχνης, αλλά μια απίστευτα επιδραστική πολιτισμική πλατφόρμα, και δημιουργεί νέες κοινότητες από ανθρώπους που ταυτίζονται με αυτά που έχει να πει, ζώντας όμως πλέον ο ίδιος εκτός αυτών των κοινοτήτων και μέσα στην κοινότητα των υπέρ-πλουσίων. Σημασία όμως έχει να αναρωτηθούμε γιατί πολλοί από τους θαυμαστές του αναζητούν φιγούρες επαναστατικών ηγετών εν έτει 2026.

Κατά τα μέσα περίπου της ιστορικής εμφάνισής του στο Σούπερ Μπόουλ, η κάμερα έκανε ένα κοντινό στον Bad Bunny, ο οποίος διάλεξε τον εξής τρόπο για να συστηθεί στο τηλεοπτικό κοινό: «Το όνομά μου είναι Μπενίτο Αντόνιο Μαρτίνες Οκάσιο, και αν βρίσκομαι εδώ σήμερα στο 60ο Σούπερ Μπόουλ, είναι επειδή δεν σταμάτησα ποτέ να πιστεύω στον εαυτό μου. Πρέπει κι εσύ να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αξίζεις περισσότερο από όσο νομίζεις, πίστεψέ με». Ακολουθώντας το παράδειγμα του ευρωπαϊκού Τύπου, θα μπορούσαμε να περάσουμε ώρες αναλύοντας τη σημασία αυτής της φράσης, τη σχέση της με το αμερικανικό όνειρο και τον καπιταλισμό, την έννοια της επιτυχίας και πως αυτή συνδέεται με έξυπνες κινήσεις μάρκετινγκ, και την κάθετη κοινωνική κινητικότητα. Για μένα όμως, η φράση αυτή στοχεύει στο συναίσθημα, δίνει δύναμη σε αυτούς που τη χρειάζονται και τους αγκαλιάζει με εμπιστοσύνη. Σε ένα κόσμο που κάθε μέρα προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο, εμένα αυτό μου αρκεί.

Gracias Benito!

Σχετικά άρθρα