Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο | Το ανθρώπινο δέος απέναντι στον πόλεμο και τον θάνατο

Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο | Το ανθρώπινο δέος απέναντι στον πόλεμο και τον θάνατο

Η καινούργια μεταφορά του αριστουργήματος του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ στην οθόνη, είναι μια σκληρή αντιπολεμική ταινία που απεικονίζει με τον καλύτερο τρόπο την φρίκη του πολέμου και την αδυσώπητη και αυτοκαταστροφική ανθρώπινη φύση

Εδώ και μερικούς μήνες από τότε που άρχισε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όποτε βγαίνω από το σπίτι, είτε για κάποια δουλειά, είτε για καφέ, είτε για να δω τις κόρες μου ή οτιδήποτε άλλο, μου έρχεται στο μυαλό αυτόματα περίπου μια σκέψη. Καθώς κατεβαίνω τα λίγα σκαλιά του σπιτιού για να βρεθώ στον δρόμο, σκέφτομαι ότι την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι άνθρωποι, κυρίως γύρω στα 20 τους χρόνια, είτε ξεκινάνε από το μέρος που βρίσκεται στρατοπεδευμένη ή κρυμμένη ή μονάδα τους, με τα όπλα στα χέρια για να πάνε να πολεμήσουν. Κάποιοι άλλοι βρίσκονται μέσα σε τανκς, κάποιοι στη χρήση πυραυλικών συστημάτων ή κανονιών. Την ίδια στιγμή πύραυλοι και οβίδες εκτοξεύονται είτε σε στρατιωτικούς στόχους, είτε σε πολυκατοικίες που μένουν πολίτες που δεν έχουν καμία σχέση με τους στρατευμένους.

Πως είναι άραγε να ξεκινάς την μέρα σου, γνωρίζοντας ότι το βράδυ, το απόγευμα ή οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, μπορεί κάποια σφαίρα, κάποιος πύραυλος ή κάποια οβίδα, μπορεί να σε σκοτώσει ή να σε σακατέψει εφ΄όρου ζωής; Πόσοι από εμάς θα είχαν το κουράγιο να το αντιμετωπίσουν; Πως είναι να τρέχεις σε κάποιο χωράφι, ή στα χαλάσματα κάποια πόλης, πυροβολώντας και συγχρόνως να αντιμετωπίζεις, την επίγνωση ότι κάποιο άγνωστο βλήμα, μπορεί να σου πάρει τη ζωη;. Υποθέτω ότι κανείς δεν μπορεί να απαντήσει αυτήν την ερώτηση, αν δεν βρεθεί σε τέτοια κατάσταση.

Είχα αρχίσει να διαβάζω από πολύ μικρός, πριν ακόμη πάω στο δημοτικό και τα δώρα του πατέρα μου μετά από κάποια πολύ μικρή ακόμη ηλικία σταμάτησαν να είναι παιδικά [παιχνίδια και έγιναν βιβλία. Όταν μεγάλωσα λίγο γύρω στα 14 χρόνια μου ο πατέρας μου άρχισε να με εφοδιάζει με πιο σοβαρά βιβλία.

Το πρώτο μεγάλο λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα ήταν το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Το δεύτερο ήταν το «Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα» της Άννα Μαρία Σελίνκο. Το τρίτο ήταν το «Χωρίς Οικογένεια» του Εκτόρ Μαλό.

Το τέταρτο ήταν ένα βιβλίο με τίτλο «Ουδέν νεότερο από το Δυτικό μέτωπο» του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Θυμάμαι ότι μου είχε κάνει εντύπωση πριν ακόμη το διαβάσω, ότι το δεύτερο όνομα του συγγραφέα ήταν «Μαρία», παρόλο που ήταν άνδρας και γι αυτό από τότε δεν ξέχασα ποτέ το όνομα του. Όταν το διάβασα, μου είχε κάνει τόση εντύπωση που ακόμη θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες, όπως και το νόημα του τίτλου που τον ξανασυναντάμε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Η συγκλονιστική περιγραφή της ζωής κάποιων νεαρών, στην αρχή ενθουσιωδών νεαρών, που κάνουν ακόμη και διάφορες «αλχημείες» για να μπορέσουν να καταταγούν εθελοντικά, χωρίς την έγκριση των γονιών τους και στην συνέχεια βρίσκονται στην σκληρή πραγματικότητα του δυτικού μετώπου, με είχε αγγίξει, όσο και οι διάφορες φάσεις που πέρασε ο δολοφόνος Ρασκόλνικοφ, στο «Έγκλημα και τιμωρία».

Το περιεχόμενο του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από την ζωή του 17χρονου νεοσύλλεκτου Πολ Μπάουμερ και τον αγώνα της επιβίωσης στο σκληρό και απάνθρωπο δυτικό μέτωπο στην διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο Ρεμάρκ καταφέρνει να μπει τόσο καλά στο δράμα του πρωταγωνιστή και οι περιγραφές είναι τόσο συγκλονιστικές που νομίζεις ότι πραγματικά ζεις την εμπειρία του. Η πραγματικότητα του πολέμου δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που αντιμετώπισαν τον πόλεμο κάποιες άλλες χολυγουντιανές ταινίες. Είναι το δέος και ο τρόμος που αντιμετωπίζει η ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και ίσως από τότε μου δημιουργήθηκαν αυτά τα ερωτήματα στην αρχή του κειμένου.

Το Δυτικό Μέτωπο ίσως η πιο ακατανόητη σφαγή στην ιστορία των πολέμων. Οι δυο στρατοί, από την μια μεριά οι Γερμανοί και από την άλλη οι Γάλλοι κυρίως και οι Άγγλοι, βρέθηκαν αντιμέτωπες στις γαλλικές πεδιάδες κοντά στα σύνορα Γαλλίας -Γερμανίας, ταμπουρωμένες σε χαρακώματα η μια απέναντι από την άλλη. Κάθε τόσο η μία πλευρά, εξορμούσε για μια έφοδο εναντίον της άλλης πλευράς, οπότε οι στρατιώτες των επιτιθέμενων έβγαιναν από το δικό τους χαράκωμα και εφορμούσαν προς την αντίπαλη μεριά, μέσα από καταιγιστικά πυρά. Το ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει ήταν καθαρά ζήτημα τύχης.

Κάποια εκατομμύρια νεαροί άνδρες σκοτώθηκαν σε αυτές τις εφόδους, ενώ σε όλη την διάρκεια του πολέμου το μέτωπο μετατοπιζόταν κάθε τόσο κατά εκατό μέτρα προς την μια ή την άλλη μεριά και τις επόμενες μέρες θα γινόταν το αντίθετο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το «Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο» μεταφέρεται στην οθόνη, αυτή τη φορά για λογαριασμό του Netflix.

O 52 χρονος Γερμανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Έντουαρντ Μπέργκερ, έχει αναλάβει αυτή την φορά να μεταφέρει συγκλονιστικά την φρίκη του πολέμου, χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά την κίνηση της κάμερας που τρέχει ανάμεσα στους στρατιώτες, μέσα σε έναν καταιγισμό πυρών.

Είναι μια σκληρή ταινία που πολλές φορές κάνει δύσκολο να την παρακολουθήσει κανείς και μια από τις καλύτερες αντιπολεμικές ταινίες όλων των εποχών.

Αυτό που δυστυχώς αναδύεται στο βάθος είναι η αδυσώπητη και αυτοκαταστροφική ανθρώπινη ανθρώπινη φύση, που αν κρίνουμε από τις χιλιετίες πολέμων και από όσα συμβαίνουν στις μέρες μας, δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.

Σε μια εποχή που πολλοί την χαρακτηρίζουν ως την αρχή του Τρίτου Παγκόσμιου Πόλεμου, που αν συμβεί θα είναι και ο τελειωτικός, δεν υπάρχουν και μεγάλες ελπίδες, που να δείχνουν ότι κάτι μπορεί να αλλάξει.

Κάποια στιγμή με τόσους παρανοϊκούς που υπάρχουν στον κόσμο, κάποιος θα πατήσει το μοιραίο κουμπί.

Αλλά δεν θα υπάρχουν ούτε σκηνοθέτες να γυρίσουν και αυτή την ταινία ούτε και θεατές για να την δουν…

Σχετικά άρθρα