Jane Fonda | Μαθαίνουμε μόνο από τις πληγές, τα λάθη και τις αποτυχίες μας
Μια δυναμική ακτιβίστρια της δεκαετίας του ’70 που σόκαρε τους θαυμαστές της όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει σινεμά και διαδηλώσεις για να παντρευτεί τον Τεντ Τέρνερ του CNN. Γεννήθηκε στις 21/12/1937.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Όμορφη, γοητευτική, μια αληθινή σταρ που προτάθηκε συνολικά για εφτά Όσκαρ, εκ των οποίων κέρδισε τα δύο. Μία από τις πιο ακριβοπληρωμένες ηθοποιούς του Χόλλυγουντ. Δυναμική ακτιβίστρια της δεκαετίας του ’70 που σόκαρε τους θαυμαστές της όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το σινεμά και τις διαδηλώσεις για να παντρευτεί ένα βαρόνο των media. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την εκπληκτική Τζέιν Φόντα, η οποία γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του 1937.

Για πολλά χρόνια η επεισοδιακή «γέννησή» της ήταν θέμα συζήτησης στους κύκλους του Χόλλυγουντ. Ήταν Χριστούγεννα του 1937, στα γυρίσματα της περίφημης “Jezebel”, όταν η Μπέτι Ντέιβις αναγκάζεται να μιλήσει στο κενό αντί στο συμπρωταγωνιστή της Χένρι Φόντα, ο οποίος περιμένει τη γέννηση της κόρης του στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς της Τζέιν την ονομάζουν Λαίδη Τζέιν Σέιμουρ εμπνευσμένοι από τη μακρινή απόγονο της μητέρας της, την Τζέιν Σέιμουρ, η οποία ήταν τρίτη σύζυγος του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου του Η`. Η μητέρα της, λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, αυτοκτονεί όταν η Τζέιν ήταν μόλις 13 ετών κι ο πατέρας της ξαναπαντρεύεται.
Η νεαρή Τζέιν Φόντα αρχίζει να ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την υποκριτική στην ηλικία των 17 ετών, όταν ο πατέρας της της ζητά να συμμετάσχει στην παράσταση “The Country Girl”. Κατα τη διάρκεια της εφηβείας της εργάζεται ως μοντέλο κοσμώντας δυο φορές το εξώφυλλο του περιοδικού Vogue. Σπουδάζει στο Actor’s Studio του Λι Στράσμπεργκ, εμφανίζεται στην παραγωγή του Μπρόντγουει “Tall Story” και με την κινηματογραφική μεταφορά του οποίου («Οι γυναίκες τρελαίνονται για τους ψηλούς») κάνει το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη δίπλα στον Άντονι Πέρκινς.
Ακολουθούν οι ταινίες “Το σπίτι της αμαρτίας”, που της χαρίζει την πρώτη της υποψηφιότητα για χρυσή σφαίρα, Γάμος υπό δοκιμή, βασισμένο σε θεατρικό του Τένεσι Γουίλιαμς και Κυριακή στη Νέα Υόρκη. Η συμμετοχή της στην ταινία του 1965, “Η Λησταρχίνα”, είναι αυτή που την έκανε σταρ.
Με το ταλέντο και την ξεχωριστή ομορφιά της προκαλεί πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον και την προσοχή του εραστή της -στην αρχή- κι έπειτα συζύγου της Ροζέ Βαντίμ. Με την ταινία του «Το γαιτανάκι του έρωτα» γίνεται μία από τις πρώτες Αμερικανίδες σταρ που εμφανίστηκαν γυμνές στο σελιλόιντ. Αξίζει να σημειωθεί ότι για αρκετές εβδομάδες κοσμούσε τη θεατρική περιοχή της Νέας Υόρκης μια τεράστια γυμνή αφίσα της.
Η ταινία, ωστόσο, που την κάνει γνωστή ως νέο απόλυτο σύμβολο του σεξ και «Αμερικανίδα Μπριζίτ Μπαρντό», είναι η θρυλική «Μπαρμπαρέλα», η οποία της ανοίγει τις πόρτες για την επιτυχημένη της πορεία. To άστρο της είχε αρχίσει να ανατέλλει.
Tην ίδια χρονιά, το 1968, αποκτά το πρώτο της παιδί, τη Βανέσσα Βαντίμ.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, η εκθαμβωτική ηθοποιό, ξεχνά τις εμφανίσεις της και μεταμορφωμένη πλέον σε δυναμική ακτιβίστρια, καταφέρεται εναντίον των πάντων. Κυρίως όμως μάχεται ενάντια της αμερικανικής κυβέρνησης για τον πόλεμο του Βιετνάμ, που επισφραγίζεται το 1970, με την επίσκεψή της στο Νότιο Βιετνάμ.
Την επόμενη χρονιά κερδίζει το πρώτο από τα δύο Όσκαρ της καριέρας της στην ταινία του Σίντνει Πόλακ «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν».
Το δεύτερο, το 1972, στην ταινία του Άλαν Πάκουλα, όπου λαμβάνει χλιαρή υποδοχή. Στο λόγο της η Φόντα ευχαριστεί όσους τη χειροκρότησαν και προσθέτει ότι θα μπορούσε να πει πολλά περισσότερα, αλλά δεν επρόκειτο να το κάνει εκείνη τη βραδιά.
Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Βόρειο Βιετνάμ και μπαίνοντας για ακόμα μια φορά στο μάτι του κυκλώνα. Από τότε αποκαλούνταν από τον Τύπο «Χάνοϊ Τζέιν».
Η Τζέιν Φόντα αν και λατρεύτηκε για την αντίστασή της στο συντηρητικό κατεστημένο της Αμερικής, δέχθηκε ισχυρή κριτική για εκείνες τις περιβόητες βιντεοκασέτες όπου εκθέτει τις ξένες προς την ηλικία της δυνατότητές της στο αερόμπικ.
Το 1992, προκάλεσε μεγάλο σοκ με την απόφασή της να αφήσει τη σημαντική καριέρα που είχε δημιουργήσει για να παντρευτεί το βαρόνο των media, Τεντ Τέρνερ. Μαζί του αποκτά ένα γιο, τον Τομ Γκάριτι.
Ο γάμος της με τον επίσης ακτιβιστή σκηνοθέτη Τομ Χέιντεν σηματοδοτεί μια δεύτερη περίοδο στην καριέρα της, με ένα πραγματικά μεγαλειώδες φινάλε. Πρόκειται για την εκπλήρωση ενός ονείρου που είχε πάντα: να παίξει μαζί με τον πατέρα της, στην ταινία «Χρυσή λίμνη».
Η νέα χιλιετία βρίσκει τη δυναμική Τζέιν να χωρίζει από τον Τέντ Τέρνερ το 2000 και να επιστρέφει στο χώρο της 7ης τέχνης, του θεάτρου, του πολιτικού ακτιβισμού και του αερόμπικ.
Πέντε χρόνια αργότερα, το 2005, υποδύεται την “κακιά πεθερά” στο ομώνυμο φιλμ και τον Απρίλιο του ίδιου έτους κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία της με τίτλο My Life So Far.
Η Τζέιν Φόντα είναι η κλασική περίπτωση της γυναίκας που όσα χρόνια και αν περάσουν, παραμένει αστραφτερή και ανεξίτηλη. Ένας μύθος, μια γυναίκα -ίνδαλμα που εκτοξεύτηκε, απογειώθηκε σε άλλους κόσμους. Εκεί που τα όνειρα είναι παντοτινά.