Αϊνόλα Τερζοπούλου: Ό, τι πονάει έχει κάτι να μας μάθει
Με αφορμή το νέο της βιβλίο «Η Ζωή μας Καλά», η Αϊνόλα Τερζοπούλου ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για την αυτοεκτίμηση, τις ενοχές, τη ντροπή, τον χρόνο και τη διαδρομή προς μια πιο συνειδητή ζωή
Πίσω από κάθε βιβλίο που πραγματεύεται τον άνθρωπο και τον εσωτερικό του κόσμο, κρύβεται συνήθως μια προσωπική διαδρομή αναζήτησης. Στην περίπτωση της Αϊνόλας Τερζοπούλου, αυτή η διαδρομή δεν περιορίζεται στη θεωρία ούτε αποτελεί αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έμπνευσης. Είναι το απόσταγμα πολλών χρόνων ενασχόλησης με την ευζωία, τη σωματική και ψυχική υγεία, αλλά και τη βαθύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι πεποιθήσεις διαμορφώνουν την ποιότητα της ζωής μας.
Δημοσιογράφος με καταγωγή από εκδοτική και δημοσιογραφική οικογένεια, η Αϊνόλα Τερζοπούλου ακολούθησε αρχικά τον χώρο της επικοινωνίας και του marketing, ενώ στη συνέχεια αφιερώθηκε στη μελέτη της ευεξίας και της προσωπικής ανάπτυξης. Είναι δημιουργός της διαδικτυακής πλατφόρμας livelifewell.gr, μέσα από την οποία προωθεί μια ολιστική φιλοσοφία ζωής, βασισμένη στην ισορροπία σώματος και ψυχής. Παράλληλα, έχει πιστοποιηθεί ως instructor στη μέθοδο Pilates, στη Yoga (RYT-200 Yoga Alliance), στο bodyART του Robert Steinbacher, ενώ έχει εκπαιδευτεί και ως NLP Master & New Code Practitioner από την NLPGreece, επίσημο φορέα του Πανεπιστημίου Santa Cruz της Καλιφόρνιας. Σήμερα συμμετέχει ενεργά στην ομάδα της NLPGreece ως wellbeing coach, μεταφέροντας στην πράξη όσα η ίδια μελέτησε και βίωσε.
Η ίδια δεν αντιμετωπίζει την ευεξία ως μια ακόμη τάση της εποχής ούτε ως μια επιφανειακή αναζήτηση της «θετικής σκέψης». Αντίθετα, πιστεύει ότι η πραγματική ισορροπία ξεκινά όταν ο άνθρωπος αποκτήσει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα ακόμη και τα πιο δύσκολα συναισθήματά του. Αυτή ακριβώς η φιλοσοφία διαπερνά και το νέο της βιβλίο, «Η Ζωή μας Καλά», το οποίο αποτελεί μια πρόσκληση για έναν πιο ειλικρινή διάλογο με τον εαυτό μας.
Στη συζήτησή μας, η Αϊνόλα Τερζοπούλου μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για όσα την οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου, εξηγώντας ότι γεννήθηκε από μια βαθιά προσωπική ανάγκη να μοιραστεί την εμπειρία πως ακόμη και τα πιο δύσκολα συναισθήματα δεν είναι εχθροί, αλλά πολύτιμοι οδηγοί προς την αυτογνωσία. Μέσα από τις απαντήσεις της αναδεικνύεται μια διαφορετική οπτική απέναντι στην ενοχή, τη ντροπή, την αυτοεκτίμηση, τη σύγκριση, τη γήρανση, τις πεποιθήσεις που κουβαλάμε από την παιδική ηλικία, αλλά και τη σχέση του σώματος με την ψυχή.
Χωρίς διδακτισμό και χωρίς εύκολες συνταγές ευτυχίας, προσεγγίζει ζητήματα που απασχολούν σχεδόν κάθε άνθρωπο, υποστηρίζοντας ότι το σώμα πολλές φορές εκφράζει όσα ο νους αρνείται να παραδεχτεί και ότι η αυτογνωσία δεν αλλάζει απαραίτητα τις συνθήκες της ζωής μας, αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντί τους.
Η συνέντευξη που ακολουθεί δεν αφορά μόνο ένα νέο βιβλίο. Είναι μια συζήτηση γύρω από τις πιο αθέατες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, για όσα όλοι αισθανόμαστε αλλά σπάνια εκφράζουμε. Είναι μια συζήτηση για την αξία της αποδοχής, της προσωπικής ευθύνης, της αυτοπαρατήρησης και της αγάπης προς τον εαυτό μας· για τη σημασία να ακούμε όσα προσπαθεί να μας πει το σώμα, να επανεξετάζουμε τις πεποιθήσεις που καθορίζουν τις επιλογές μας και να αναζητούμε, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες, εκείνο το νόημα που μπορεί τελικά να μας οδηγήσει σε μια πιο ουσιαστική και συνειδητή ζωή.
Με λόγο άμεσο, ανθρώπινο και βαθιά βιωματικό, η Αϊνόλα Τερζοπούλου μοιράζεται σκέψεις που δεν απευθύνονται μόνο στους αναγνώστες του βιβλίου της, αλλά σε κάθε άνθρωπο που αναζητά έναν διαφορετικό τρόπο να κατανοήσει τον εαυτό του και να ζήσει με περισσότερη ισορροπία, αυθεντικότητα και εσωτερική γαλήνη. Άλλωστε, όπως η ίδια επισημαίνει, η αγάπη προς τον εαυτό και η ικανότητα να βλέπουμε την ομορφιά γύρω μας δεν είναι κάτι που κατακτάται μία φορά για πάντα, αλλά μια καθημερινή επιλογή που χρειάζεται διαρκή καλλιέργεια.
View this post on Instagram
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε το συγκεκριμένο βιβλίο σε αυτή τη φάση της ζωής σας;
Το βιβλίο γεννήθηκε από μια επιθυμία προσωπική, να μοιραστώ κάτι που έζησα η ίδια: ότι τα λεγόμενα αρνητικά συναισθήματα δεν είναι εχθροί, αλλά σύμβουλοι όταν τα ακούσουμε και οδηγοί. Δούλεψα πάνω σε δικές μου δυσκολίες και ανακάλυψα πόσο απελευθερωτικό είναι να τα κοιτάς κατάματα αντί να τα αποφεύγεις. Το βιβλίο είναι μια πρόσκληση σε όποιον το διαβάζει να αναγνωρίσει τα δικά του συναισθήματα και να πάρει κάτι χρήσιμο για τη δική του πορεία
Αν έπρεπε να περιγράψετε το βιβλίο σας με μία μόνο φράση, ποια θα ήταν;
Ό, τι πονάει έχει κάτι να μας μάθει.
Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας την τελευταία σελίδα;
Ότι τίποτα από όσα νιώθει, όσο δύσκολο κι αν είναι δεν είναι περιττό. Κάθε συναίσθημα έχει έναν λόγο ύπαρξης, και αν μάθουμε να τ’ ακούμε αντί να τα φοβόμαστε, γίνονται οι καλύτεροι μας οδηγοί προς μια πιο αληθινή και ουσιαστική ζωή.
Γιατί επιλέξατε να προσεγγίσετε τόσο καθημερινά αλλά και τόσο βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα;
Γιατί ακριβώς επειδή είναι καθημερινά, τα προσπερνάμε. Τα θεωρούμε ενοχλητικά, χωρίς να σταματάμε να δούμε τι κρύβουν. Ήθελα να δείξω ότι πίσω από ένα απλό «νιώθω άσχημα σήμερα» κρύβεται συχνά κάτι βαθύτερο που αξίζει προσοχή, κι ότι δεν χρειάζεται μεγάλη κρίση για να ξεκινήσει κανείς αυτή τη δουλειά με τον εαυτό του.
View this post on Instagram
Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τον εσωτερικό τους κόσμο;
Νομίζω πως ναι, σε μεγάλο βαθμό. Ζούμε με τόσο γρήγορους ρυθμούς και τόση εξωτερική πίεση, που μαθαίνουμε να αγνοούμε αυτό που νιώθουμε παρά να το ακούμε. Δεν πιστεύω ότι χάσαμε εντελώς την επαφή, αλλά ότι δεν έχουμε πια τον χρόνο ή τα εργαλεία να σταματήσουμε και να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας «τι πραγματικά νιώθω τώρα και γιατί».
Γράφετε ότι το σώμα είναι η υλική εκδήλωση της ψυχής. Πώς καταλήξατε σε αυτή την πεποίθηση;
Μέσα από τη δουλειά μου (είμαι δασκάλα στη μέθοδο πιλάτες, γιόγκα, τεχνικές αναπνοών) με το σώμα είδα ξανά και ξανά πώς ό,τι δεν εκφράζουμε συναισθηματικά, το σώμα το κρατάει: μπορεί να είναι μια ένταση στους ώμους, σε μια δυσκολία στην αναπνοή, σε ένα φούσκωμα στην κοιλιά, σε έναν πόνο που δεν εξηγείται πάντα ιατρικά. Δεν ήταν θεωρητική πεποίθηση, ήταν κάτι που το έβλεπα καθημερινά στον εαυτό μου και σε ανθρώπους που δούλευα μαζί τους, το σώμα μιλάει όταν το μυαλό σιωπά και αυτό πλέον το λένε επιστήμονες και ειδικοί. Αλλά δεν το ακούμε.
Πώς μπορεί κάποιος να μάθει να «ακούει» το σώμα του;
Ξεκινώντας από μικρές, καθημερινές στιγμές. Δίνω μεγάλη σημασία στην αναπνοή, ο περισσότερος κόσμος δεν αναπνέει φυσιολογικά. Να αρχίσουν με μερικές αναπνοές συνειδητές, ένα λεπτό σιωπής πριν αντιδράσουμε σε κάτι, μια στιγμή που παρατηρούμε πού νιώθουμε ένταση στο σώμα μας. Δεν χρειάζεται κάτι πολύπλοκο, χρειάζεται να ρίξουμε την προσοχή μας και λίγο προς τα μέσα. Όσο πιο συχνά σταματάμε και ρωτάμε «τι νιώθω τώρα και πού το νιώθω», τόσο πιο εύκολα αναγνωρίζουμε τα μηνύματα του σώματος πριν γίνουν πόνος ή κρίση.
Θεωρείτε ότι το σώμα μας λέει αλήθειες που ο νους αρνείται να αποδεχτεί;
Ναι, πολύ συχνά. Ο νους μπορεί να δικαιολογήσει, να απωθήσει, να πει «όλα καλά είναι» αλλά το σώμα δεν ξέρει να λέει ψέματα. Μια αϋπνία, μια ένταση στο στομάχι, μια κούραση χωρίς εξήγηση, συχνά είναι η αλήθεια που ο νους δεν είναι ακόμα έτοιμος να παραδεχτεί. Γι’ αυτό πιστεύω πως αν μάθουμε να ακούμε και να εμπιστευόμαστε το σώμα, μαθαίνουμε ταυτόχρονα να είμαστε πιο ειλικρινείς με τον εαυτό μας.
Γιατί η ενοχή φαίνεται να συνοδεύει τόσο συχνά τους γονείς;
Η ενοχή δεν ξεκινά από τη γονεϊκότητα, ξεκινάει πολύ νωρίτερα, από τη δική μας παιδική ηλικία. Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας διαμορφώνουμε πεποιθήσεις για το τι σημαίνει «να είσαι καλός», «να είσαι αρκετός», «να μην απογοητεύεις». Είναι πεποιθήσεις που μαθαίνουμε συχνά μέσα από την ίδια τη σχέση με τους δικούς μας γονείς. Αυτά τα μοτίβα δεν εξαφανίζονται όταν μεγαλώνουμε, μένουν αποθηκευμένα, και ενεργοποιούνται ξανά — πιο έντονα από ποτέ — τη στιγμή που γινόμαστε εμείς γονείς και αναλαμβάνουμε την ευθύνη ενός άλλου ανθρώπου. Δεν είναι λοιπόν ο ρόλος του γονιού που δημιουργεί την ενοχή, είναι το παιδί μέσα μας, με τις παλιές του πεποιθήσεις, που συνεχίζει να μιλάει μέσα από εμάς. Ως ενοχικό άτομο, θέλει μεγάλη δουλειά!
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην υγιή ενοχή και στην ενοχή που μας εγκλωβίζει;
Ναι, μεγάλη διαφορά. Η υγιής ενοχή είναι μια εσωτερική πυξίδα, μας δείχνει ότι κάτι δεν ευθυγραμμίζεται με τις αξίες μας και μας κινητοποιεί να διορθώσουμε ή να αλλάξουμε συμπεριφορά. Έχει αρχή και τέλος. Η ενοχή που μας εγκλωβίζει, αντίθετα, δεν οδηγεί πουθενά, απλώς επαναλαμβάνεται, μας καθηλώνει σε ένα «είμαι» και σε μία αίσθηση ανεπάρκειας και συχνά δεν έχει καν σχέση με κάτι πραγματικό που κάναμε αλλά με το ποιοι πιστεύουμε ότι «πρέπει» να είμαστε. Η πρώτη μας βοηθά να εξελιχθούμε, η δεύτερη γίνεται βάρος και μας κρατάει στάσιμους.
Πώς μπορούμε να απελευθερωθούμε από ενοχές που κουβαλάμε επί χρόνια;
Πρώτα, αναγνωρίζοντας ότι η ενοχή είναι ένα συναίσθημα, όχι γεγονός. Μετά, χρειάζεται να επιστρέψουμε στην πηγή δηλαδή τι πιστεύαμε τότε, τι ξέραμε, τι δυνατότητες είχαμε πραγματικά εκείνη τη στιγμή, γιατί συχνά κρίνουμε το παρελθόν με τα μάτια του σήμερα, κάτι που δεν είναι δίκαιο. Τέλος, χρειάζεται μια συνειδητή απόφαση να αφήσουμε το βάρος να φύγει, να το απελευθερώσουμε, όχι γιατί το ξεχνάμε, αλλά γιατί αναγνωρίζουμε ότι κουβαλώντας το τόσα χρόνια δεν διορθώνεται τίποτα, απλώς μας εξαντλεί. Θέλει δουλειά. Γράφετε ότι η ντροπή συχνά γεννιέται από μηνύματα που δεχόμαστε ως παιδιά.
View this post on Instagram
Πόσο βαθιά μπορεί να μας ακολουθήσει στην ενήλικη ζωή;
Πολύ βαθιά γιατί τα μηνύματα που δεχόμαστε ως παιδιά δεν καταγράφονται απλώς ως αναμνήσεις, γίνονται πεποιθήσεις για το ποιοι είμαστε. Ένα «ντροπή σου», ένα «τα αγόρια δεν κλαίνε» ή ένα βλέμμα απογοήτευσης ή αποδοκιμασίας από το γονιό μπορεί να εγκατασταθεί μέσα μας και αυτή η πεποίθηση να συνεχίζει να λειτουργεί αθόρυβα στην ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας σχέσεις, επιλογές και πολλά ακόμα πράγματα -αν προσθέσουμε αργότερα το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε αλλά και τις θρησκευτικές καταβολές. Το δύσκολο με τη ντροπή είναι ότι μοιάζει με αλήθεια για το ποιοι είμαστε, τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνουμε και γι’ αυτό είναι τόσο επίμονη.
Γιατί η ντροπή είναι τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί;
Έχεις κάνει κάποτε κάτι που δεν ήθελες να το μάθει κανείς; Νομίζω ότι σχεδόν όλοι έχουμε κάνει κάτι και αυτή είναι η «δεξιότητα» της ντροπής. Δεν θέλει να φανεί, από τη φύση της κρύβεται. Μία άλλη «δεξιότητα» της είναι, ότι μεταμφιέζεται σε άλλο συναίσθημα, σε θυμό, σε τελειοθηρία, σε ανάγκη να ελέγχουμε τα πάντα. Και για αυτό πιστεύω ότι είναι δύσκολο να την αναγνωρίσουμε.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη ντροπή και στην ενοχή;
Δεν είμαι ψυχολόγος, αλλά στην εσωτερική δουλειά που έχω κάνει πολλά χρόνια, βλέπω την ενοχή ν’ αφορά μια πράξη «έκανα κάτι λάθος» και την ντροπή ν’ αφορά την ταυτότητα «είμαι λάθος». Είναι πολύ κοντά, το ένα επηρεάζει το άλλο, ωστόσο πιο εύκολα-αν μπορώ να το πω έτσι- δουλεύεται η ενοχή και πολύ πιο δύσκολα η ντροπή.
Υπάρχουν εμπειρίες ντροπής που δεν ξεπερνιούνται ποτέ πλήρως;
Δεν ξέρω, ίσως όχι πλήρως. Κάποιες εμπειρίες ντροπής αφήνουν ένα ίχνος που μπορεί να ξαναφανεί σε ανάλογες στιγμές. Νομίζω ότι το ζητούμενο είναι να αλλάξουμε τη σχέση μας μαζί της ώστε να μην έχει τη δύναμη να μας κρατάει.
Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν την αξία τους;
Γιατί μαθαίνουμε την αξία μας μέσα από τα μάτια των άλλων με πρώτα από όλους τους γονείς μας. Τι μας λένε, πώς μας βλέπουν, πόσο μας επιβραβεύουν. Είμαστε πολύ μικροί και ευάλωτοι. Και πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να την αναγνωρίζουμε από μέσα μας. Και μέχρι να γίνει αυτό, που απαιτεί και δουλειά, η αυτοεκτίμηση θα χτίζεται πάνω σε εξωτερική επιβεβαίωση, και τότε αρκεί ένα σχόλιο, μια απόρριψη, μια σύγκριση, για να καταρρεύσει. Η πραγματική δυσκολία δεν είναι ότι δεν έχουμε αξία, αλλά ότι δεν έχουμε μάθει να την αναγνωρίζουμε ανεξάρτητα από το τι λένε ή σκέφτονται οι άλλοι.
Ποιος είναι ο ρόλος της παιδικής ηλικίας στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης;
Πιο καθοριστικός δεν γίνεται! Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας είναι αδύνατον να κρίνουμε αν αυτό που ακούμε για εμάς είναι αληθινό. Αν ένα παιδί νιώθει αποδεκτό και τον αγαπούν έτσι όπως είναι, χτίζει μια σταθερή αίσθηση αξίας από μέσα. Αν ένα παιδί μαθαίνει ότι η αγάπη έρχεται μόνο όταν «φέρεται καλά» ή «τα καταφέρνει» μαθαίνει να συνδέει την αξία του με την απόδοση και αυτό το κουβαλάει σε όλη την ενήλικη ζωή του, μέχρι να αποφασίσει συνειδητά να το επανεξετάσει.

Πόσο επηρεάζει η κοινωνία και τα κοινωνικά δίκτυα την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας;
Πάρα πολύ και μάλιστα με τρόπο πιο ύπουλο απ’ ό,τι συνειδητοποιούμε. Το έχω προσέξει σε μένα, πόσο πιο εύκολο είναι να γίνει αυτό σε εφήβους. Τα κοινωνικά δίκτυα μας εκθέτουν σε μια συνεχή σύγκριση που το μυαλό μας δεν μπορεί να διακρίνει αν είναι πραγματική ή όχι. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μετράμε την αξία μας με λάθος κριτήρια: like, ακολούθους, εικόνες τέλειας ζωής, επαγγέλματα που βγάζεις εύκολα πολλά χρήματα ενώ εσύ κοπιάζεις. Και αναρωτιέσαι τι δεν κάνεις εσύ καλά ή σωστά. Το αντίδοτο δεν είναι να απομονωθούμε από τα κοινωνικά δίκτυα αλλά να μην αφήσουμε να μας επηρεάζουν.
Πώς μπορούμε να διακρίνουμε την υγιή αυτοεκτίμηση από τον ναρκισσισμό;
Θεωρώ ότι η διαφορά είναι πάνω στην επιβεβαίωση, δηλαδή η υγιής αυτοεκτίμηση δεν χρειάζεται τους άλλους για να επιβεβαιωθεί, έχει μία ταπεινότητα και επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και τα λάθη μας ενώ ο ναρκισσισμός χρειάζεται συνεχή επιβεβαίωση και δυσκολεύεται να δεχτεί κριτική.
Γράφετε ότι η σύγκριση είναι συχνά δυσάρεστη. Είναι δυνατόν να σταματήσουμε να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους;
Δεν νομίζω ότι μπορούμε να τη σταματήσουμε, εξάλλου η σύγκριση ως ένα φυσικό βαθμό, μας βοηθάει να γινόμαστε καλύτεροι ή να προσπαθούμε περισσότερο. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να την εξαφανίσουμε αλλά να αλλάξουμε τι κάνουμε με αυτήν όταν εμφανίζεται. Αντί να τη χρησιμοποιούμε για να επιβεβαιώσουμε ότι «υστερούμε», μπορούμε να τη δούμε ως πληροφορία για τις δικές μας επιθυμίες ή ανάγκες. Η σύγκριση γίνεται δυσάρεστη όχι επειδή υπάρχει αλλά επειδή τη χρησιμοποιούμε εναντίον μας αντί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι θέλουμε.

Υπάρχει κάποια σύγκριση που μπορεί να λειτουργήσει θετικά;
Ναι, και είναι κάτι που υπενθυμίζω συχνά στον εαυτό μου όταν οι συνθήκες της ζωής δεν είναι αυτές που θα ήθελα. Να συγκρίνω με όσα έχω καταφέρει να κάνω και να ξεπεράσω και πώς έχω εξελιχθεί μέσα μου, ψυχικά και πνευματικά. Η μόνη σύγκριση που έχει νόημα είναι αυτή που μας φέρνει πιο κοντά στον εαυτό μας, όχι πιο μακριά.
Ποια συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο που αισθάνεται διαρκώς «λιγότερος» από τους άλλους;
Θα του έλεγα ότι το «λιγότερος» είναι μια πεποίθηση και οι πεποιθήσεις μπορούν να αλλάξουν. Να σταματήσει να ψάχνει την επιβεβαίωση έξω και να αρχίσει να παρατηρεί τι πραγματικά κάνει καλά, όσο μικρό κι αν του φαίνεται. Να μετράει τις «μικρές νίκες» του. Να σταματήσει να συγκρίνει το δικό του «μέσα» με το «έξω» κάποιου άλλου. Και κυρίως, να θυμάται ότι βλέπει μόνο την επιφάνεια των άλλων, σπάνια τις δικές τους δυσκολίες, τους φόβους, τις αγωνίες.
Γράφετε με ιδιαίτερη ευαισθησία για τη γήρανση. Γιατί πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος φοβάται τόσο πολύ το γήρας;
Γιατί ζούμε σε μια κοινωνία που ταυτίζει την αξία με τη νεότητα, την εικόνα, την παραγωγικότητα και το γήρας έρχεται να μας θυμίσει κάτι που προσπαθούμε να αποφύγουμε: ότι ο χρόνος περνάει και δεν ελέγχουμε τα πάντα. Ο φόβος έχει να κάνει με την απώλεια. Όμως αυτός ο φόβος βασίζεται σε μια λανθασμένη εξίσωση: ότι η αξία μας μειώνεται όσο περνούν τα χρόνια, ενώ στην πραγματικότητα συχνά συμβαίνει το αντίθετο, κερδίζουμε σοφία, αυτογνωσία και μπορώ να πω και ελευθερία. Κάτι που το υπολόγιζαν ιδιαίτερα αρκετά χρόνια πριν.
Πώς αλλάζει η σχέση μας με τον χρόνο όσο μεγαλώνουμε;
Όταν είμαστε παιδιά και νέοι ο χρόνος μοιάζει ατελείωτος, νιώθουμε ότι έχουμε «όλο τον χρόνο». Όσο μεγαλώνουμε και συνειδητοποιούμε ότι είναι πεπερασμένος, (και πρώτη φορά το αντιλαμβανόμαστε με το θάνατο ενός οικείου και αγαπημένου προσώπου), ο χρόνος αποκτά μεγαλύτερη αξία. Αυτό, παραδόξως, μπορεί να είναι ελευθερωτικό. Όσο δηλαδή η κλεψύδρα της ζωής αδειάζει, μαθαίνουμε να επιλέγουμε πιο συνειδητά πού τον επενδύουμε, ποιες σχέσεις και δραστηριότητες αξίζουν πραγματικά και αφήνουμε πιο εύκολα ό,τι δεν μας ταιριάζει. Ο χρόνος από απειλή μπορεί να γίνει τελικά πολύτιμος σύμμαχος.
Τι σημαίνει για εσάς η φράση «το πραγματικό δώρο του χρόνου»;
Σημαίνει την ωριμότητα και τη σοφία να ξέρεις πια τι έχει αξία και τι όχι. Με τον χρόνο κερδίζουμε κάτι που δεν μπορώ να το περιγράψω εύκολα αλλά μπορώ να το νιώσω. Να διαλέγουμε τον εαυτό μας, τις σχέσεις και τις στιγμές που πραγματικά μας γεμίζουν, χωρίς τις ενοχές ή τους φόβους που είχαμε στα νιάτα μας. Το πραγματικό δώρο του χρόνου είναι η σοφία που αφήνει πίσω του.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που σας έχει διδάξει μέχρι σήμερα ο χρόνος;
Ότι τίποτα δεν είναι τόσο μόνιμο ή τόσο καταστροφικό όσο μου φαινόταν τη στιγμή που το ζούσα. Ό,τι με πλήγωσε, έμαθα από αυτό. Ό,τι φοβήθηκα, με έκανε πιο δυνατή. Ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνω το «γιατί» μιας δυσκολίας τη στιγμή που συμβαίνει, πιστεύω ότι όλα για κάποιο λόγο γίνονται και κάπου θα βγει νόημα.
Πόσες από τις πεποιθήσεις μας είναι πραγματικά δικές μας και πόσες τις έχουμε κληρονομήσει;
Πολύ λίγες πεποιθήσεις είναι πραγματικά δικές μας. Τις περισσότερες τις έχουμε κληρονομήσει από την οικογένεια μας και πολλές διαμορφώθηκαν από το σχολείο και την κοινωνία. Το ερώτημα που αξίζει να θέσουμε είναι: «αυτό που πιστεύω τώρα, το πιστεύω γιατί το εξέτασα και το επέλεξα, ή γιατί απλώς το άκουσα τόσες φορές που το πήρα ως αλήθεια;»
View this post on Instagram
Πώς αναγνωρίζει κανείς ότι μια πεποίθηση δεν τον εξυπηρετεί πλέον;
Συνήθως το καταλαβαίνουμε από το αποτέλεσμα, όχι από τη λογική. Αν μια πεποίθηση μας κρατάει σταθερά μακριά από κάτι που θέλουμε πχ από μια σχέση, μια ευκαιρία, αν επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο ξανά και ξανά με διαφορετικά πρόσωπα ή καταστάσεις, αυτό είναι σημάδι. Μια χρήσιμη ερώτηση είναι: «αυτή η πεποίθηση με προστατεύει πραγματικά, ή απλώς με περιορίζει;» Όταν το κόστος της είναι μεγαλύτερο από το όφελος που κάποτε προσέφερε, είναι ώρα να την επανεξετάσουμε.
Υπήρξε κάποια δική σας βαθιά πεποίθηση που χρειάστηκε να αναθεωρήσετε;
Ναι, για πολλά χρόνια πίστευα ότι η αξία μου εξαρτάται από το πόσο παράγω, πόσο αποδίδω, πόσα «κάνω», τι έχω. Άλλωστε ζούμε σε έναν πολιτισμό που μετράει το έχειν. Χρειάστηκε να περάσω δύσκολες στιγμές για να καταλάβω ότι αξίζω όχι για πόσα πράγματα έχω, αλλά απλώς επειδή υπάρχω. Στη βιβλιοθήκη μου έχω το βιβλίο Να Έχεις ή να Είσαι του Γερμανού ψυχαναλυτή Έριχ Φρομ. Η διαφορά είναι ,πού το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται, στα πράγματα ή στους ανθρώπους. Στην κτήση ή στην επαφή. Νομίζω είναι κάτι που απασχολεί αρκετούς ανθρώπους ειδικά όσο μεγαλώνουμε και αυτή η διαδικασία με έφερε πιο κοντά στο να γράψω το βιβλίο.
Μπορεί η αυτογνωσία να αλλάξει πραγματικά τη ζωή μας ή απλώς μας βοηθά να τη διαχειριστούμε καλύτερα;
Νομίζω και τα δύο. Η αυτογνωσία μας βοηθάει να καταλαβαίνουμε τι νιώθουμε και γιατί, ώστε να αντιδρούμε πιο συνειδητά. Αλλά όσο τη βαθαίνουμε, αλλάζει τις ίδιες τις επιλογές μας. Σχέσεις που κρατάμε ή αφήνουμε, δουλειές που κάνουμε, όρια που βάζουμε. Δεν αλλάζει τις συνθήκες γύρω μας και τα γεγονότα, αλλά αλλάζει τον τρόπο που στεκόμαστε μέσα σε αυτά και αυτό, τελικά, είναι που αλλάζει τη ζωή μας.
View this post on Instagram
Ποιο κεφάλαιο του βιβλίου σάς άγγιξε περισσότερο συναισθηματικά κατά τη συγγραφή;
Δεν έχω κάποιο κεφάλαιο που με άγγιξε περισσότερο συναισθηματικά, αλλιώς δεν θα μπορούσα να το γράψω. Κάθε λέξη που έχω επιλέξει είναι και μία κατάθεση προσωπική. Για παράδειγμα, στο γράμμα «Ε» γράφω για την ενοχή επειδή με άγγιξε σαν μητέρα, το λάθος με έκανε να δω πόσο αυστηρή και κριτής είμαι με μένα πρώτα, η ντροπή με πήγε στους κανόνες που έχω θέσει.
Τι μάθατε για τον εαυτό σας μέσα από τη διαδικασία συγγραφής;
Ήταν σαν να έκανα μία κατάδυση μέσα μου. Ξεκίνησα να μιλήσω και να μοιραστώ κάποια πράγματα και κατέληξα να ανακαλύπτω πράγματα καθ’ οδόν. Το να γράφεις για τα δικά σου συναισθήματα σε αναγκάζει να τα κοιτάξεις χωρίς φίλτρα, δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από γενικότητες όταν θέλεις να πεις κάτι αληθινό.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που λέμε καθημερινά στον εαυτό μας;
Ότι «είμαι καλά» όταν δεν είμαστε. Το λέμε τόσο συχνά και τόσο αυτόματα, που καταλήγουμε να το πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι, ενώ το σώμα και η ψυχή μας φωνάζουν κάτι διαφορετικό. Είναι το ψέμα που μας εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα μας κρατάει μακριά από αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε.
Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι δείχνουν καλά αλλά δεν αισθάνονται καλά;
Γιατί μαθαίνουμε από πολύ νωρίς ότι το να δείχνεις καλά είναι πιο αποδεκτό κοινωνικά από το να δείχνεις ευάλωτος. Φοβόμαστε ότι αν αποκαλύψουμε πώς πραγματικά νιώθουμε, θα μας κρίνουν, θα μας λυπηθούν ή θα μας δουν ως αδύναμους. Έτσι φτιάχνουμε μια εξωτερική εικόνα ενώ από μέσα κουβαλάμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η απόσταση ανάμεσα στο «δείχνω» και στο «νιώθω» έχει κόστος σε ενέργεια και στην υγεία μας σωματική και ψυχική.
Πότε καταλαβαίνει κανείς ότι έχει ζήσει περισσότερο για τους άλλους παρά για τον ίδιο;
Νομίζω ότι έρχεται μέσα από μεγάλη και χρόνια κούραση που δεν μπορείς να την εξηγήσεις και το καταλαβαίνεις σε μια στιγμή σιωπής. Όταν μένεις μόνος σου και αναρωτιέσαι «τι θέλω εγώ πραγματικά» και δεν έχεις έτοιμη απάντηση.
Αν έπρεπε να αφήσετε στους αναγνώστες μία μόνο φράση ως πυξίδα ζωής, ποια θα ήταν;
Πιστεύω πως η αγάπη προς τον εαυτό μας και η ικανότητα να βλέπουμε την ομορφιά γύρω μας είναι από τις πιο ουσιαστικές επιλογές που κάνουμε στη ζωή. Η αγάπη προς τον εαυτό απαιτεί θάρρος, όχι με την έννοια της αυταρέσκειας αλλά με της φροντίδας και της αποδοχής. Δεν είναι απουσία κριτικής, σημαίνει να αναγνωρίζεις τα λάθη σου χωρίς όμως να τα χρησιμοποιείς εναντίον σου. Το να βλέπεις την ομορφιά γύρω σου, πάλι, απαιτεί έναν τρόπο, κάτι που καλλιεργείς, ειδικά μέσα στη δυσκολία, όταν είναι πιο εύκολο να δεις μόνο ό,τι δεν πάει καλά. Και τα δύο χρειάζονται καθημερινή ανανέωση!
View this post on Instagram