Κώστας Βάρναλης | Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα…
17 σοφά λόγια και `Το φως που καίει` από τον από τον κορυφαίο ποιητή & πεζογράφο όλων των εποχών, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου του 1974.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Κώστας Βάρναλης…Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος με θαυμαστό ποιητικό και συγγραφικό έργο. Δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές και πεζογράφους όλων των εποχών. Το 1959 τιμήθηκε στην Ε.Σ.Σ.Δ με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν».
Ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι το φως που καίει, το οποίο έγραψε το καλοκαίρι του 1921 στην Αίγινα και εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο, Δήμος Τανάλιας
Το φως που καίει
(Πρόλογος)
Να σ`αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω, απ`το βουνό ψηλάστρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνωση` τα μαλάματά σου τα πολλά,
|
Να ’ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ’, όνταςμετ’ άξαφνη νεροποντήχιμάει μέσ’ απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώνταςήλιος χωρίς μαντί. Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,10τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοίκαι με τους γλάρους συνοδειά κάποτ’ ένα καράβιν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί. Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτουτην κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτουνα στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά· κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τουςώς μέσα στο νερότα ερημικά χιονόσπιτα — κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό. Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,με μάτια να σε χαίρομαι θολάκαι να ’ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά. Ώς να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους και να με πας πολύ μακριά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,μακριά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους… |
Ο Βάρναλης ήταν αριστερός και αρκετές φορές είχε “χρωματίσει” τα ποιήματά του με την ιδεολογία του. Τιμωρήθηκε για τα αριστερά του φρονήματα με το να τον εξορίσουν στον Άη Στράτη, χάνοντας έτσι τη θέση του εκπαιδευτικού. Αυτό συνετέλεσε στο να ασχοληθεί να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, την περίοδο της δικτατορίας του Πάγκαλου….
Τα λόγια του πολλά και ανατρεπτικά… Συγκέντρωσα κάποια από αυτά και σας τα παραθέτω:
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν… Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν…
Άμπωνας, θρανίο και γκλομπ, θα δουλεύουν αδερφικά, να χωρίζουν τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τα αταίριαστα με την αρμονία των τάξεων.
Αλλού αν γεννηθείς, αλλού κι αν πας, παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!
Κι αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς, χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς.
Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.
Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνος μπρος, χρόνια μετά… Η ύπαρξή σου σε σκοτάδι όλο πηχτότερο βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πούσαι, νιότη, πούδειχνες πως θα γινόμουν άλλος!
Εδώ ‘ναι η στάχτη ενός λαού, που είταν αιώνια φλόγα.
Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, άιντε σύμβολο αιώνιο αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.
Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! Φταίει ο Θεός που μας μισεί! Φταίει το κεφάλι το κακό μας! Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Σε θέλουν σκλάβα να χτυπάς, το κούτελο στο χώμα! Χασίσι αν θες μετά χαράς, αλλ’ όχι ελεφτεριά!
Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές. Ως τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.
Δεν ξέρεις καημένε τη λαϊκή ψυχή. Οι λαοί πιστεύουν πιότερο τ’ αυτιά τους, παρά τα μάτια τους. Πιότερο το μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασία τους από τη κρίση τους…
Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών.
Αχ, πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!
Και πάλι στον αγώνα σκοτωμένοι, αλλ’ όχι νικημένοι Σκύλος γενού και δάγκανε, άμα θέλεις να ‘σαι κάτι.
Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα, τον αδελφό μου ξένο και τον οχτρό αδέλφι μου αδικοσκοτωμένο.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο, Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως, Πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο, Τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος.