Λάιζα Μινέλι στα 80: Υπερβολικά τεράστιο ταλέντο και εξίσου εξωφρενικά παράφορη ζωή
Η Λάιζα Μινέλι έκλεισε τα 80, έχοντας περάσει μια ζωή σωστό καμπαρέ.
Περιεχόμενα
It’s Liza with “Z” not Lisa with an “S”, cause Lisa with an “S” goes “sss”, not «zzz».
Η Λάιζα Μινέλι, μία από τις πιο εκρηκτικές σταρ της θεατρικής σκηνής και της μεγάλης οθόνης, που το υπερβολικά τεράστιο, παράφορο ταλέντο της μετριέται μόνο με την εξίσου υπερβολικά παράφορη ζωή της, αυτό το διαχρονικό σύμβολο της LGBTQ+ κοινότητας και επιζήσασα δύο ιερών τεράτων της ανθρώπινης τέχνης γονιών, γιορτάζει, σήμερα, τα 80ά της γενέθλια. Κάνει με μια σειρά δημόσιων εμφανίσεων, όπως αυτή, πριν τρεις μέρες στην εκπομπή Good Morning America. Κυκλοφόρησε, στις 10 Μαρτίου, το νέο βιβλίο απομνημονευμάτων της, «Kids, Wait Till You Hear This!» ή «Παιδιά, Περιμένετε Να Ακούσετε Κι Αυτό!», ύστερα από 12 χρόνια συγγραφής, για μια ζωή που έχει ξεδιπλωθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου δημόσια, πριν ακόμα γεννηθεί. Κάνει και μια λαμπερή συναυλία αφιερωμένη στην καριέρα της, με τίτλο «Liza! at 80: A Celebration in Song and Dance”, στο Carnegie Hall στις 25 Ιουνίου. «Κλείνοντας τα 80» δήλωσε «γιορτάζεις τα γενέθλιά σου όσο και για όσο, πιο πολύ μπορείς». Ω! Και ναι, μπορεί πάρα πολλά, αυτή η Λάιζα, «with «Z» και «not Lisa with an «S» όπως τραγουδούσε πριν εξήντα περίπου χρόνια στο Μπρόντγουέϊ. Ήταν τότε που κατέπλησσε με την ενέργεια της και τον αυτοσαρκασμό της, πως η κατάρα της είναι τ’ όνομα της και όχι γιατί αυτό έφερε τη τεράστια φήμη του Βίνσεντ Μινέλι και της Τζούντι Γκάρλαντ, αλλά γιατί ο κόσμος μπερδεύει το Λάϊζα, με το Λάϊσα!
Από πριγκίπισσα της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ σε EGOT καλλιτεχνάρα
Η Λάιζα Μέι Μινέλι ήρθε στον κόσμο στις 12 Μαρτίου 1946, σε μια τεράστια βίλα, ως ένα παιδί γεννημένο προνομιούχα, αφού ήταν η μοναχοκόρη τεράστιων σταρ της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ. Η Τζούντι Γκάρλαντ, υπήρξε η απόλυτη σταρ του 20ού αιώνα, και ο Βινσέντε Μινέλι, σκηνοθέτης της MGM που καθόρισε ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος, δημιουργώντας μουσικά αριστουργήματα όπως τα « Συνάντησέ με στο Σεντ Λούις» , «Το Μπαντ Βάγκον» και «Τζίτζι ». Της κληρονόμησε ταλέντα, διάθεση για όνειρα, τραύματα και το να είναι μέλος μιας ελίτ φημισμένων όλου του κόσμου και μάλλον των εποχών. «Βγήκα από τη μήτρα ρωτώντας που είναι κάμερα μου» λέει με το σαρωτικό της χιούμορ η Μινέλι. Σε ηλικία τριών ετών, παίζει δίπλα στη μητέρα της στα τελευταία πλάνα του συναισθηματικού «In The Good Old Summertime». Από τότε μέχρι τα 80 της χρόνια, σήμερα, έγινε μια από τους ελάχιστους καλλιτέχνες EGOT, που έχουν, δηλαδή, τιμηθεί με τις κορυφαίες διακρίσεις και Emmy για την τηλεόραση και Grammy για τη μουσική και Oscar για τον κινηματογράφο και Tony για το θέατρο!
Στη νέα αυτοβιογραφία της Μινέλι, ο χρόνος γλιστράει απ’ τις σελίδες στα δάχτυλα μας, όταν από την παραμυθένια ζωή διασημοτήτων στο παλιό Χόλιγουντ, περνάμε στην ξέφρενη ζωή των ειδώλων στο Studio 54, όπου η Λάιζα ήταν η θεότητα του και στην αντικουλτούρα των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80, μέχρι σήμερα. Μυθικές μορφές, θρύλοι, τοτέμ της συλλογικής μας ποπ κουλτούρας περιγράφονται, στη σάρκινη, σχεδόν χωμάτινα ανθρώπινη πλευρά τους. Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Άντι Γουόρχολ, Χάλστον, Μπομπ Φόσε, Μάρτιν Σκορσέζε, Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, πριγκίπισσα Νταϊάνα. Και ναι, ο Φρανκ Σινάτρα να μετέφερε τη Μινέλι για επείγουσα αποτοξίνωση απ το αλκοόλ στην κλινική Betty Ford με το ιδιωτικό του Learjet. Και ο Μάικλ Τζάκσον, που ήταν ο κουμπάρος στον τέταρτο γάμο της.
Somewhere over the rainbow way up high
Και σ’ όλες τις λέξεις της, παρούσα, με ένα φροϋδικό σχεδόν στοίχειωμα η μάνα της, η υπερταλαντούχα Τζούντι Γκάρλαντ, που θυσίασε κάθε παιδικότητα στη Χολιγουντιανή της εκδοχή ως η ενσάρκωση της αιώνιας αθωότητας στον Μάγο του Οζ. Η Λάιζα είχε καταλάβει νωρίς, πως η μητέρα της βρισκόταν σε χαοτική δίνη εξάρτησης από τα ναρκωτικά, από τις εφηβικές της μέρες, ακόμη, στην MGM, όταν τα στελέχη των στούντιο τα προμήθευαν πρόθημα στους σταρ για να είναι ήσυχοι και υπάκουοι. «Έμαθα ότι αν η μαμά θύμωνε», γράφει, «ήταν το πιο τρομακτικό άτομο στη ζωή μου». Οι γονείς της Μινέλι χώρισαν όταν ήταν πέντε ετών. «Στα δεκατρία μου», γράφει, «ήμουν η φροντίστρια της μητέρας μου – νοσοκόμα, γιατρός, φαρμακολόγος και ψυχίατρος μαζί. Κάποτε άρχισε να αντικαθιστά τα χάπια στο κομοδίνο της μητέρας της με ασπιρίνες, γιατί ένας από τους γιατρούς της τής είπε ότι η μαμά μπορεί να πεθάνει αν πάρει περισσότερα από δύο υπνωτικά χάπια την ημέρα.
Υπήρχε όμως και μια άλλη πλευρά της Γκάρλαντ, μια που η κόρη της χαίρεται να θυμάται. «Η μητέρα μου ήταν ο πιο αστείος άνθρωπος της γης». Κάποτε μια μεθυσμένη θαυμάστρια, ακολούθησε την Γκάρλαντ σε ένα γυναικείο μπάνιο. Ήταν τρελαμένη με τo εμβληματικό της κινηματογραφικής ιστορίας τραγούδι «somewhere over the rainbow way up high, there’s a land that I heard of once in a lullaby», από τον Μάγο του Οζ, όπου η Ντόροθι τραγουδά για το ουράνιο τόξο και ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο πέρα από τη φάρμα στο Κάνσας. «Τζούντι; μην ξεχάσεις το ουράνιο τόξο» της είπε μπαίνοντας σχεδόν μέσα στο δικό της πριβε χώρο. Η Λάιζα Μινέλι, θυμάται πως «η μαμά την έσπρωξε στην πόρτα και της είπε: «Κυρία, πώς είναι δυνατόν να ξεχάσω το ουράνιο τόξο; Εγώ, εδώ έχω τόσα ουράνια τόξα να βγαίνουν από τον κώλο μου!».
Η μαμά – σταρ την είχε μαζί της στις περιοδείες της και την έβαζε να κάθεται δίπλα της με τους προβολείς να φωτίζουν πιο πολύ την ίδια. Όταν η μικρή έδειξε πως είχε τη δική της εσωτερική λάμψη και το κοινό άρχισε να τη λατρεύει και να χειροκροτεί υπερβολικά, η μαμά που δεν ξεπέρασε ποτέ τα παιδικά τραύματα των βασανισμών των μεγάλων χολιγουντιανών στούντιο, είπε στον παραγωγό επιτακτικά: «Πάρτε την από δω! Αυτή η fu@ing σκηνή είναι δικιά μου»! Στις αρχές του 1969, η Τζούντι Γκάρλαντ ανακοίνωσε ότι παντρεύτηκε τον πέμπτο σύζυγό της, τον Μίκι Ντινς, έναν μουσικό από το Λονδίνο, πρώην έμπορο ναρκωτικών και πωλητή ηλεκτρικών σκουπών. «Όταν η μαμά τηλεφώνησε για να με καλέσει στον γάμο τους στο Λονδίνο, της είπα νευριασμένα: «Μαμά, δεν μπορώ να έρθω στον γάμο σου», λέει η Μινέλι, «υπόσχομαι, όμως να έρθω στον επόμενο!» Η Γκάρλαντ γέλασε, άλλα φάνηκε πως είχε πληγωθεί. «Εντάξει, Λάϊζα. Εντάξει» την ησύχασε. Ήταν η τελευταία φορά που μιλήσαν. Μόλις 90 ημέρες μετά τον γάμο, η Γκάρλαντ πέθανε από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, στο μπάνιο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, στο Λονδίνο σε ηλικία 47 ετών. Η Μινέλι έκλαιγε για οκτώ συνεχόμενες μέρες. Ήταν τότε που ένας γιατρός, για να καταλαγιάσει την θλίψη της, της συνταγογράφησε Valium. Ήταν η πρώτη της επαφή με τα χάπια. «Θαύμασα πόσο γρήγορα με ηρέμησε. Μα πού ήταν όλη μου η ζωή;» σκέφτηκε η Μινέλι. Και η μητέρα της της κληροδότησε την εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Και την τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες. Όπως είχε κάνει η ίδια με τον πατέρα της, τον Βίνσετ Μινέλι.
Overdose στο κέντρο του Μανχάταν
Η Μινέλι είναι απόλυτα, αφοπλιστικά ειλικρινής, στη ζωή, στις αυτοβιογραφίες της, στα ντοκιμαντέρ για αυτές ή στην κριτική της για ταινίες και σειρές που την αφορούν, τόσο για τις στιγμές αποθέωσης της, όσο και για τις πιο σκοτεινές ώρες της. Η ηφαιστειακή ιδιοσυγκρασία, το ποσό ετοιμόλογη είναι, η αίσθηση του χιούμορ της και το πνεύμα της πάντα σε εγρήγορση είναι οξυμένα και όχι αμβλυμμένα, όπως γίνεται με τα προτερήματα μας όταν περνούν τα χρόνια. Στο βιβλίο της απευθύνεται σε μας τους αναγνώστες, αποκαλώντας μας «αγάπη μου» και «μωρό μου» και μας κάνει συνομιλητές ρωτώντας μα συχνά, αν «πόνταρες πως θα κάνα κάτι τέτοιο;», ή «θα νόμιζες ποτέ ό,τι μπορούσα;». Έχει χάσει κομμάτια της πραγματικότητας της μέσα σε ποτήρια αλκοόλ ή έχει ξεχαστεί καταναλώνοντας αχόρταγα βενζοδιαζεπίνες, βαρβιτουρικά, αμφεταμίνες, κοκαΐνη. Μα και πάλι, αφοπλιστικά και με μια αθωότητα σαν να πιστεύει πραγματικά, πως είμαστε φίλοι της, μας λέει πόσο αγωνίζονταν να ξεφύγει από την χρήση ουσιών και την εγκεφαλίτιδα που της προκάλεσαν.
Σπαρακτικά ειλικρινής θυμάται πως λιποθύμησε μεθυσμένη σε ένα πεζοδρόμιο του Μανχάταν τον Οκτώβριο του 2003. «Κατέρρευσα, έπεσα στο πεζοδρόμιο, σχεδόν σε κώμα. Έμεινα ξαπλωμένη στο έδαφος για έναν Θεό ξέρει πόση ώρα. Και το πιο φρικτό είναι ότι εκατοντάδες άνθρωποι που έτρεχαν στην λεωφόρο Λέξινγκτον πάτησαν πάνω ή γύρω από το σώμα μου». Καταλήγει ρωτώντας μας ξανά, εμείς τι πιστεύουμε πως όλοι εκείνοι σκέφτηκαν για εκείνη.
Παράφοροι εραστές, ακραίοι έρωτες, ελεεινοί σύζυγοι
Τολμηρά και πως αλλιώς αφού είναι η Μινέλι, αναφέρεται στους εραστές της και συζύγους της, τον Ντέσι Άρναζ Τζούνιορ ή τον Μπεν Βερίν. Τον τραγουδιστή και τραγουδοποιό Πίτερ Άλεν, που η μητέρα της, η Τζούντι Γκάρλαντ ήταν σίγουρη ότι θα ήταν τέλειος για την κόρη της, παντρεύοντας τους όταν η Λίζα ήταν 18 ετών. Λίγο μετά τον γάμο τους, η νεαρή νύφη γύρισε στο σπίτι και βρήκε τον Άλεν στο κρεβάτι με έναν άνδρα. Ο Πίτερ Σέλερς, που θεωρεί αχρείο, θεωρούσε διασκεδαστικό να την έχει στο αυτοκίνητο μαζί του, όταν οδηγούσε σε εβραϊκές γειτονιές φορώντας στολή των SS! Ο Μάρτιν Σκορσέζε, την κατηγορεί με ουρλιαχτά, καταμεσής στο Μανχάταν, κάποτε στην δεκαετία του 70, γιατί τον απατά με τον θεϊκό Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, γεγονός απόλυτα αληθινό, μόνο που δίπλα της Μινέλι στεκόταν ο τότε σύζυγός της, ο Τζακ Χέιλι Τζούνιορ! Ο γάμος της που κράτησε πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους, ήταν με τον Μαρκ Τζέρο, γλύπτη και διευθυντή σκηνής. Ήταν τότε που έπαθε δύο αποβολές. «Μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να μιλήσω για αυτό χωρίς θλίψη και άγχος», γράφει και ακόμα «η αδυναμία να γίνω μητέρα είναι μια τραγωδία που δεν θα ξεπεράσω ποτέ».
Για τον τέταρτο γάμο της, με τον Ντέιβιντ Γκεστ, φυλάει τους χαρακτηρισμούς «ο κλόουν» και «ο χαμένος» και τα χειρότερα λόγια της. Ήταν ο μόνος άντρας στη ζωή της, όπως εκείνη παραδέχεται, που ήταν ευτυχισμένος όντας απλά ο κύριος Λάιζα Μινέλι, αλλά μόνο, όπως αποδείχθηκε, για να μπορεί να την εκμεταλλεύεται, να την κλέβει και να την εξευτελίζει. Ήταν 56 χρόνων όταν παντρεύτηκε τον διοργανωτή συναυλιών Ντέιβιντ Γκεστ και στο μεγάλο γάμο των 850 καλεσμένων βρίσκονταν καλεσμένοι η Νταϊάνα Ρος, η Μία Φάροου, ο Έλτον Τζον, ο Ντόναλντ Τραμπ, κάνοντας τον το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. «Φορούσε περισσότερο μακιγιάζ ακόμα και μάσκαρα, από εμένα» λέει η Μινέλι «και κάθε φορά που έψαχνα για τις βλεφαρίδες που μου έλειπαν, τσέκαρα το μπάνιο του».
Ήταν ο καιρός που ένιωθε ευάλωτη και εκείνος μπόρεσε να την χειραγωγήσει, ελέγχοντας ποιον έβλεπε, που μίλαγε, τι έτρωγε, κάνοντάς την να νιώθει σαν «φυλακισμένη». Οι βίαιοι καβγάδες τους, οδηγούσαν σε άγριο ξύλο, με εκείνον να το καταμαρτυρεί σε τηλεοπτικά ριάλιτι, που τον ανέδειξαν ως σταρ τους. Κάποτε την κατήγγειλε τηλεοπτικά, λέγοντας ότι έπαθε αμνησία αφού τον χτύπησε με ένα στιλέτο. Αγωγές, πρωτοσέλιδα ταμπλόιντ, τηλεοπτικός διασυρμός. Όταν η Μινέλι, μαθαίνει το 2016, πως ο Γκεστ πέθανε από εγκεφαλικό, αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ σκέφτηκε «ντινγκ, ντονγκ! Η κακιά μάγισσα πέθανε!».
Life is a cabaret, old chum
Μα είναι πάντα η Σάλι Μπόουλς σε ένα Καμπαρέ, υποφωτισμένο, παρακμιακό, γεμάτο καπνούς και λαγνεία, τόσο που δύσκολα πια, αναγνωρίζονται τα όρια πού τελειώνει εκείνη και που αρχίζει η Μινέλι και πού άρχιζε η Σάλι. Η ταινία, που κυκλοφόρησε το 1972, κέρδισε οκτώ βραβεία Όσκαρ, με το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου για την 27χρονη Μινέλι. Και είναι πάντα εκείνο το ιδιαίτερο πλάσμα, η ιέρεια, η μούσα του Studio 54, το επίκεντρο της νυχτερινής ζωή του Μανχάταν και «μιας τρελής παρέας Νεοϋορκέζων» όπως λέει η ίδια, που συγκεντρώνονταν μετά τη δύση του ηλίου. Εκείνη φοράει μοντέλα Halston, πηγή έμπνευσης πάντα και κολλητή φίλη του σχεδιαστή που σημάδεψε τη Νέα Υόρκη, Ρόι Χάλστον Φρόγουικ. «Ο κόσμος νομίζει ότι ήταν απλώς ένα ξέφρενο πάρτι», λέει σήμερα η Μινέλι και συνεχίζει τονίζοντας πως «αλλά ξεχνούν το πόσο δημιουργική ήταν εκείνη η εποχή, όπου καλλιτέχνες, σχεδιαστές, μουσικοί, ηθοποιοί, όλοι, μιλούσαν και ανταλλάσσαν ιδέες και απόψεις και οράματα. Μπορεί να είσαι μαζί, σε μια παρέα με την Μπιάνκα Τζάγκερ, τον Χάλστον, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, τον Άντι Γουόρχολ και τον Φρανκ Σινάτρα. Ένιωθες σαν να είσαι στο μέσο μιας σύγκρουσης διαφορετικών κόσμων. Και ναι, ήταν χαοτικό. Αλλά και τόσο γεμάτο ζωντάνια».
Και πήγαινε συχνά στο κατώφλι του Γουόρχολ. «Δώσε μου ό,τι ναρκωτικό έχεις» του έλεγε και κατανάλωνε μαζί κοκαΐνη, μαριχουάνα, βάλιουμ και κουαλούδες, όπως λέγονταν, στα ελληνικά, τότε τα ηρεμιστικά χάπια Quaalude που δρούσαν στο κεντρικό νευρικό σύστημα. «Είμαι νηφάλια εδώ και έντεκα χρόνια» γράφει στην αυτοβιογραφία της «και αυτή είναι η μεγαλύτερη προσωπική νίκη της ζωής μου». Όταν ρωτήθηκε αν εκείνα τα χρόνια, τώρα κοιτάζοντας πίσω, είναι επώδυνα ή απελευθερωτικά, η Μινέλι απαντά πως ήταν και τα δύο! «Κάποτε μοιάζουν χαοτικά και επώδυνα. Άλλοτε όμως λέω, ανακουφισμένη, απελευθερωμένη λοιπόν, ναι, αυτό συνέβη, έγινε, το πέρασα. Και επέζησα!».
Α! Και για το τέλος, μας κρατά και τη φιγουρατζίδικη πλάκα της. «Θέλετε να σας πως ένα πλεονέκτημα της μακροζωίας;» ρωτάει ρητορικά. «Είμαι πολύ μεγάλη, για να δίνω δεκάρα τσακιστή, για πράγματα που με βασάνιζαν παλιά και πραγματικά δε με νοιάζουν καθόλου». Και τι είναι αυτό που, πάντα έχει νόημα, Λάιζα; «Μα η σκηνή! Πάντα η σκηνή! Τι άλλο;».