Νίκος Γκάτσος | Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου μια μάνα φώναξε :παιδί μου!….
Όταν η Μεγάλη Πέμπτη, η ημέρα του Μυστικού Δείπνου,- όπου ο Ιησούς Χριστός ανακοινώνει στους μαθητές του ότι ένας από αυτούς θα τον προδώσει- συναντά την ποίηση του Ν. Γκάτσου, του Οδ. Ελύτη, του Ν.Καρούζου &της Κ. Δημουλά.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Στο εξώφυλλο ο πίνακας του Caravaggio
Η Μεγάλη Πέμπτη σύμφωνα με τον Χριστιανισμό, είναι η ιερή μέρα του Μυστικού Δείπνου του Ιησού Χριστού με τους 12 Αποστόλους.H στιγμή που ο Ιησούς Χριστός ανακοινώνει στους μαθητές του ότι ένας από αυτούς θα τον προδώσει. Είναι λίγο πριν το απόλυτο πένθος για όλη τη Χριστιανοσύνη, την απόλυτη αργία και νηστεία. Εκείνη η μέρα που κορυφώνεται το Θείο Δράμα … Τότε που γίνεται η Σταύρωσή του…
Οι ποιητές Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης και Κική Δημουλά εμπνέονται από τα Πάθη Χριστού και δημιουργούν…
|
Νίκος Γκάτσος– |
“Μεγάλη Πέμπτη” |
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο στο μεσοδόκι τ’ ουρανού κρεμάται σήμερα σε ξύλο ίλεως, Κύριε, γενού και στ’ ασπαλάθια της ερήμου μια μάνα φώναξε “παιδί μου!”
Με τ’ Απριλιού τ’ αρχαία μάγια με των δαιμόνων το φιλί μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια μπήκε κοράκι στην αυλή κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι πήραν το δρόμο για τον Άδη
Θα ξανασπείρει καλοκαίρια στην άγρια παγωνιά του νου Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια στην άγια σκέπη τ’ ουρανού κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι θα γεννηθούμε τότε πάλι
Νίκος Καρούζος, “Μεγάλη Πέμπτη στα νέφη”
Μαρία θυμάσαι στις ράγιες του τραμ εκείνο το πένθος
είχαμε βγει απ’ το μικρό εστιατόριο της Λαχαναγοράς
όταν ο ήλιος έκρουε τα χαράματα.
Ξάφνου τη λάμψη πήρες άλλου άνθους ενώ μοναξιασμένη
Ακούγεται κοντά μας η καμπάνα της Μεγάλης Πέμπτης
Κι ο Γιάννης κοιτάζει ακτήμων.
Είπα εντός του τρόμου δεν άκουσε κανείς
ο άγγελος απ’ τα φωσφορικά ουράνια
στο γκρεμισμένο χρόνο αδειάζει το κακό
κι ο πιο μικρός μας θόρυβος θα κρυσταλλώσει απάνω, εκεί, μακριά.
Τότε μας φώναξε για τους αρχαίους νεκρούς ο Γιάννης
και πηδήσαμε το σιδερένιο φράχτη του Κεραμεικού
(Άξιε ταύρε- καλώντας το Διόνυσο έβγαλε φωνή).
Χαρά ηλιακή μας περιβάλλει κ’ η Μαρία βλέπει χορούς εκστατική
στα συμπλέγματα των λουλουδιών-
εγώ τον Άγιο Φραγκίσκο έβλεπα με τους φίλους του ανέμους
τον πρώτο πετεινό απ’ τα μεσάνυχτα
της αττικής ημέρας κήρυκα ώσπου τα νέφη τη σήκωσαν ψηλά
με τις γριές που είχαν μεταλάβει, με τον ιερέα
ώσπου τα νέφη την πήραν ψηλά τη μέρα
και τη μισοχτισμένη εκκλησιά/ τη Λαχαναγορά
και τα μικρά καρότσια με τα γαϊδουράκια.
Και ιδού ο Γιάννης τρέχει προς το μέρος μας
ωσάν ασώματος Τι βαθύ που είναι το λουλούδι , λέει,
και μας έδειξε κοντά μας ένα
ωστόσον άλλο λουλούδι είχε δει μακριά με τους νεκρούς.
Μα τα λουλούδια είναι τόσο αδελφωμένα
κάθε στιγμή κερδίζεις το νόημα του λουλουδιού κοιτάζοντας
κάθε στιγμή το χάνεις…
Εκεί λοιπόν ηχούσε η καμπάνα/ της ορθοδοξίας μοναχή
Πιο πέρα του σώματος η ιαχή και η Μαρία/ ο Γιάννης
ο ταπεινός εγώ και φιλαμαρτήμων.
Ν. Καρούζος, “Το άφθαρτο ξύλο”
Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες.
Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια
σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία
καθώς διασχίζει τη γη.
Κι ο Χριστός είναι φιλικά εσταυρωμένος».
Οδυσσέας Ελύτης- Μεγάλη Πέμπτη
Μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
Σωστός Θεός.Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
Κική Δημουλά, “Μεγάλη Πέμπτη”
Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι/ για την Ανάστασή σου
Την πιστεύω αλλά με θλίβει/ όπως με θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που/ επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.
Να αναστηθείς βεβαίως/ ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος./ Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας./ Όσα μας έταξες το είδες
δεν γίνονται εκεί πάνω/ εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.
Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα/ πετρώδη, ακανθόσπαρτη
γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις- Συ είπας-/ όσα χάσαμε επ’ αυτής.
Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μια εδώ και μια εβδομάδα στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ/ η ζωή και ο θάνατος.
Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μας υπέβαλαν.
Μεγάλωσα, όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς/ ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι διαπαντός από κοντά μου.