Είδαμε το «Μεγάλο Μας Τσίρκο» και καταλάβαμε γιατί πρέπει να παίζεται ξανά και ξανά και ξανά…
«Ενώ η Ελλάδα ζει και βασιλεύει διά μέσου των αιώνων, οι Έλληνες πεθαίνουν καθημερινά».
Περιεχόμενα
Ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του! Η αρχαιότητα, το Βυζάντιο, η επανάσταση για ελευθέρια του 1821, η Βαυαροκρατία και ο «Οθών των Ελληνών» σε σπαστά ελληνικά, η εξέγερση για Σύνταγμα και η 3η του Σεπτέμβρη, οι «προστάτιδες» δυνάμεις, που μόνοι μας δεν θα μπορούσαμε να τα καταφέρουμε, το μαύρο ’97 και η αμηχανία των θεατών, που αναρωτιούνται γιατί έχει κενά στη γνώση μας απ τα σχολεία και κανείς δεν θέλει να θυμάται τις μεγάλες ήττες, άλλωστε! Και η Μικρασιατική Καταστροφή και οι πρόσφυγες στην ν πατρίδα, η ίδια η πατρίδα σαν πόνος και αγάπη τεράστια και πάντα αδηφάγος Κρόνος, η Κατοχή, οι «αδελφοφάδες» που έλεγε και ο Καζατζάκης, του Εμφυλίου. Οι δανεισμοί, οι χρεοκοπίες και «ενώ η Ελλάδα ζει και βασιλεύει διά μέσου των αιώνων, οι Έλληνες πεθαίνουν καθημερινά» και η Ρωμιοσύνη, η Χούντα, το Πολυτεχνείο, οι νεκροί νέοι, το κορίτσι με το backpack και η αστραπιαία σύνδεσή της οδύνης για εκείνο το βράδυ σε ένα τρένο στα Τέμπη. «Ορέστη απ’ το Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη, γυρεύω να βρω στα ματωμένα νύχια του περιστεριού, στο βλέμμα το σβηστό, δυο παιδιά ερωτευμένα, δυο παιδιά του χαμού» και πανταχού παρών, εκείνος ο αδηφάγος, παντοδύναμος Τιτάνας Κρόνος, πάνω στον άχρονο θρόνο του, με το στόμα ορθάνοιχτο, έτοιμος να κατασπαράξει νεανική σάρκα…
Γιατί η Ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά μόνο ως φάρσα
Ναι, η σεζόν τελειώνει και ελάχιστες παραστάσεις μένουν ακόμα, για αυτό το σημαδιακό ελληνικό θεατρικό κείμενο, που παρουσιάστηκε φέτος στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, τολμηρά με σθένος, γιατί είναι τόσο φορτισμένο το Μεγάλο Μας Τσίρκο, που δεν αγγίζεται εύκολα. Είναι πάντα εκείνο το ιστορικό και το καλλιτεχνικό βάρος, που κουβαλάει το έργο από τους πρώτους συντελεστές του, τα ιερά τέρατα που κάποτε ζούσαν ανάμεσα μας , όπως ο Κώστας Καζάκος, η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Ευγένιος Σπαθάρης και αυτή η μουσική, η επικά μεγαλοφυής μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Είναι και εκείνοι οι 400.000 θεατές που παρακολούθησαν την παράσταση του 1973, κάνοντας πράξη αντίστασης, με τους χαφιέδες να καραδοκούν στην αίθουσα και να ειδοποιούν την ασφάλεια και η φυλάκιση για τρεις μήνες και μετά ξανά της της Καρέζη. Είναι και γιατί το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη έγινε όχι μια σπουδαία θεατρική παράσταση, αλλά πράξη συλλογικής διαμαρτυρίας, που μεγεθύνει οποιαδήποτε προσπάθεια αναβίωσής του σε αναμέτρηση.
Καθισμένη στη άψογη αίθουσα του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, σκέφτομαι τον αδελφό μου, που μετά την πτώση της Χούντας, όταν ξανανέβηκε η παράσταση, μου είπε πως ο μπαμπάς μας είχε πάει να το δούμε, μα δεν θυμάμαι τίποτα, εκτός ίσως, από μια αμυδρή αίσθηση απογοήτευσης γιατί δεν υπήρχε κάνα τσίρκο, όπως μου είχαν υποσχεθεί. Μισό αιώνα μετά, μόνο το τσίρκο μπορώ να αναγνωρίσω, πια, στη σκηνή και πέρα απ’ αυτήν, έξω στον κόσμο, που ούτε τόσο εξαιρετικά κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη και τα σκηνικά της Μαρίας Φιλίππου, έξοχους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα και μουσικές έχει, αλλά ούτε παρηγοριά στην συντροφικότητα Ζουγανέλη και Γκοτσόπουλου που συμβαίνει στην σκηνή. Ναι, ναι! Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά μόνο ως φάρσα, όπως λέγεται τρεις φορές στη παράσταση, αποφεύγοντας να αποδοθεί η φράση στον Καρλ Μαρξ, γιατί ήτανε Χούντα -τα είπαμε- και μόνο η υποψία του ονόματος αυτού ήταν αιτία ίσα και για την εσχάτη των ποινών.
Το φυσικό φαινόμενο Ελεωνόρα Ζουγανέλη και το master class του Γιάννη Ζουγανέλη
Η θεατρική αίθουσα είναι κατάμεστη, μια βδομάδα πριν τη λήξη της σεζόν. Οι κριτικοί και το κοινό έχουν ήδη, καταγράψει τα γούστα τους, όπως τις περισσότερες φορές, όχι ταιριαστά μεταξύ τους. Φυσικά και δεν είναι εύκολο να μη συγκινηθείς από την σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια, τους 27 ηθοποιούς και μουσικούς επί σκηνής, το τραγούδι του Κώστα Τριανταφυλλίδη και όλου θιάσου. Ούτε μπορεί να μην θαυμάσεις αυτό το φυσικό φαινόμενο, την Ελεωνόρα Ζουγανέλη, που με την δυνατή, που πάλλεται από συναίσθημα φωνή της, μας κάνει ό,τι θέλει και που αλωνίζει ακούραστη, πότε σαν αλητάκι και κάποτε ως Ελληνίδα, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει, για 2,5 ώρες. Αργότερα, δωρική και αφοπλιστικής ειλικρινείας σα μικρό κοριτσάκι θα πει πόσο στεναχωριέται που η παράσταση τελειώνει και θα αποχωριστεί το «Ρωμιάκι» της και τον ρόλο – σύμβολο της ίδιας της αυθάδικης, εφηβικής, ατίθασης, αδάμαστης και πάντα ανθεκτικής ελληνικής ψυχής μέσα στην Ιστορία.
Ο Γιάννης Ζουγανέλης, ακόμα κάνει master class ως Κολοκοτρώνης και Καραγκιόζης, καταλαβαίνοντας το κοινό από τον τρόπο και μόνο που ανασαίνει και είναι τέτοια η ποιότητα του στη σκηνή, που ακόμα και το πιο δύσκολο, το κάνει να μοιάζει φυσικό και απλό. Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος καταφέρνει να είναι η ίδια η εξέλιξη της παράστασης και ο ρυθμός, με αξιοθαύμαστη σταθερότητα. Όλος ο θίασος δίνει, άλλωστε, τον καλύτερο εαυτό του, σε σημείο συγκινητικό, όπως γίνεται άλλωστε, πάντα στο θέατρο, αφού κανείς δεν βγαίνει να εκτεθεί σε μια σκηνή, πάνω απ’ τα κεφάλι των θεατών, αν δεν είναι έχει εξασφαλίσει το μέγιστο του πάθους του.
«Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι, μην έχεις πια την πείνα για καμάρι»
Μα, το σημαντικότερο όλων, είναι ακριβώς επειδή τελειώνει η σεζόν, πως αυτό κείμενο παίχτηκε και πρέπει να συμβεί ξανά και ξανά. Είναι ένα μεγάλο και ισχυρό αντίδοτο στην απουσία συλλογικής μνήμης και την αποπολιτικοποίηση του καιρού, γιατί, έτσι όπως το έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης, η ιστορική αμνησία είναι ο μεγάλος κίνδυνος αποσύνδεσης από την ίδια μας τη ταυτότητα. Κείμενα σαν «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», είναι η αντίδραση πάντα, όχι όπως κάποτε στη Χούντα, αλλά όπως τα είπε ο Κορνήλιος Καστοριάδης –ε, δε το σκέφτηκα εγώ, από μόνη μου- απέναντι στην ιδιώτευση του σύγχρονου ανθρώπου, την αποχώρηση από τα κοινά και την υποκατάσταση της πολιτικής πράξης από την ιδιωτική κατανάλωση και την αυτοαναφορικότητα. Το κοινό, συλλογικό μας τραύμα είναι εδώ και χάσκει αβυσσαλέο, σα το ορθάνοιχτο στόμα του Κρόνου, με το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη να μας προκαλεί πάντα, να θυμόμαστε και να αντέχουμε την αλήθεια. Και να αντιστεκόμαστε. Έτσι, όπως τραγουδά όλο ο θίασος: «Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι, μην έχεις πια την πείνα για καμάρι. Οι αγώνες που ‘χεις κάνει δε φελάνε, το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε. Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι, η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή, του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί».