Ο Γιάννης Αναστασάκης στο ΚΛΙΚ: «Από το θέατρο δεν ξεκινάνε εύκολα επαναστάσεις»
Processed with VSCO with a6 preset

Ο Γιάννης Αναστασάκης στο ΚΛΙΚ: «Από το θέατρο δεν ξεκινάνε εύκολα επαναστάσεις»

Τρυπώσαμε στην πρόβα της παράστασης «Το χελιδόνι», έναν ύμνο στην αγάπη που έγραψε ο Γκιλιέμ Κλούα με αφορμή το μακελειό που συνέβη στο γκέι κλαμπ «Pulse» στο Ορλάντο και ανεβαίνει στο «ΕΛΕΡ».

Το πραγματικό γεγονός του μακελειού στο Ορλάντο της Φλόριντα το 2016 στο γκέι κλαμπ «Pulse», με απολογισμό 49 νεκρούς και 53 τραυματίες, είναι η πρώτη ύλη του θεατρικού «Το χελιδόνι» που έγραψε ο Ισπανός συγγραφέας Γκιλιέμ Κλούα και έχει ήδη κάνει ήδη μια μεγάλη πορεία σε θεατρικές σκηνές σε όλο κόσμο (Ισπανία, Λονδίνο, Ιταλία, Ρουμανία, Ουρουγουάη, Βραζιλία, Πουέρτο Ρίκο, Περού, Κύπρο, Ηνωμένες Πολιτείες). Με αφορμή αυτή την τραγωδία- που είχε τότε καταγραφεί στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ως η δεύτερη (έως τότε) σε αριθμό νεκρών τρομοκρατική επίθεση μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αφού ο μακελάρης ήταν οπαδός του ISIS- ο σημαντικός αυτός συγγραφέας μιλάει για θέματα που απασχολούν πλέον τις σύγχρονες κοινωνίες με ένα αίσθημα του κατεπείγοντος. Σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο που δείχνει μια ροπή προς τον ακραίο ρατσιστικό και μισαλλόδοξο λόγο, ο Κλούα θέτει ευθέως το ερώτημα «αντέχουμε την διαφορετικότητα;». Και βάζει στην καρδιά του κειμένου του τις αγωνίες των ανθρώπων που ονειρεύονται έναν όμορφο, δίκαιο και δημοκρατικό κόσμο. Πίσω από τις γραμμές του θεατρικού βρίσκονται οι έννοιες της αγάπης και της αποδοχής αλλά και της απώλειας που αφήνει ανοιχτά τραύματα, αιμορραγούσες πληγές.

Το «Χελιδόνι» είναι ένα δράμα δωματίου που εκτυλίσσεται σε ένα διαμέρισμα. Ο νεαρός Ραμόν ζητά από την δασκάλα φωνητικής Αμέλια, η οποία έχει χάσει τον γιο της στο μακελειό εκείνο, να του κάνει μαθήματα. Πολύ γρήγορα αντιλαμβανόμαστε ότι οι δύο χαρακτήρες, η Αμέλια κι ο Ραμόν, συνδέονται με έναν τρόπο βαθύ και αδυνηρό. Το έργο έχει παιχτεί δύο φορές στην Ελλάδα και τώρα, στο τρίτο του ανέβασμα τη σκηνοθεσία υπογράφει ο καλός σκηνοθέτης, αλλά και ηθοποιός, Γιάννης Αναστασάκης με την Μαρία Τσιμά και τον Κυριάκο Μαρκάτο στους ρόλους. Η πρεμιέρα θα γίνει στις 20 Απριλίου, παρουσία μάλιστα του Ισπανού συγγραφέα Γκιλιέμ Κλούα, στο Θέατρο ΕΛΕΡ όπου θα παίζεται κάθε Δευτερότριτο.

Πριν από λίγες ημέρες, βρέθηκα σε μια πρόβα και μίλησα με τους συντελεστές για αυτό το συγκινητικό έργο, που είναι αυτό που πολυ απλά θα λέγαμε, ένας ύμνος στην αγάπη.

Μαρία Τσιμά και Κυριάκος Μαρκάτος photo: Θεόφιλος Τσιμάς

«Δεν πρέπει να ξανασυμβεί»

Στο γιατί αυτό το έργο, η απάντηση είναι σαφής. Την δίνει ο σκηνοθέτης παράστασης, Γιάννης Αναστασάκης: «Ο Ραμόν λέει κάποια στιγμή στο έργο ότι το θέμα είναι πώς αυτό δεν θα ξανασυμβεί. Αυτός ακριβώς είναι και ο δικός μας φόβος. Έχει νόημα να ανεβαίνει το “Χελιδόνι” και να ανοίγουμε τη συζήτηση σε αυτά τα θέματα ακριβώς για να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η κοινωνία έχει κάνει βήματα, αλλά οφείλουμε κι εμείς να θυμίζουμε τη συνθήκη αυτή». Το κείμενο το γνώριζε, είχε δει όπως λέει και την παράσταση με την Σοφία Σεΐρλή στο ρόλο της Αμέλια, κι όταν ο Κυριάκος Μαρκάτος, ο οποίος υποδύεται τον Ραμόν, του πρότεινε να κάνουν κάτι με αυτό το έργο, ο Αναστασάκης το δέχθηκε με χαρά. Κάπως έτσι μαζεύτηκε και η υπόλοιπη παρέα-συντελεστές. Η Μαρία Τσιμά στον ρόλο της Αμέλια, ο Αντώνης Παπανικολάτος υπεύθυνος για τη μουσική, η Αλέγια Παπαγεωργίου για τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Ο Αναστασάκης περιγράφει τις πρώτες σκέψεις του όταν ξεκίνησε η διαδρομή. «Είναι ένα θεατρικό πολύ ωραία γραμμένο, με δύο πολύ ενδιαφέροντες ρόλους για τους ηθοποιούς και ενδιαφέρον για τον σκηνοθέτη στο πώς θα χτίσει τη σχέση μεταξύ τους. Εκεί που πάει να γίνει πολύ ψυχρή, ζεσταίνει, μετά περνάει στην άμυνα και την επίθεση, για να καταλήξει όπως καταλήγει στο τέλος. Το θέμα του έργου με απασχολεί πολύ και όχι μόνο για την ομοφυλόφιλη κοινότητα αλλά γενικότερα. Ξεχωρίζουμε τις διαφορετικότητες των ανθρώπων και αυτό δημιουργεί αντιπαλότητες. Σήμερα είναι “θέμα” οι γκέι, αύριο οι μετανάστες, μεθαύριο οι ανάπηροι, μετά κάποιοι άλλοι. Οι κοινωνίες αυτά τα αντιμετωπίζουν από παλιά με την άνοδο του Χίτλερ. Φοβάμαι ότι εάν δεν τα θίγουμε ξανά και ξανά θα έρχονται και θα ξαναέρχονται. Οφείλουμε να μιλάμε συνεχώς για το ότι πρέπει να φτιάξουμε μια κοινωνία που να αγαπάει όλα τα μέλη της και να μπορούνε όλοι να ζούνε ελεύθερα».

«Μετακινούμαστε μέχρι την τελευταία στιγμή»

Η Μαρία Τσίμα και ο Κυριάκος Μαρκάτος μου εξηγούν ότι διάβασαν πολύ για την υπόθεση, ενημερώθηκαν όσο περισσότερο μπορούσαν. Περιγράφει την Αμέλια ως εξής: «Είναι μονογονεΐκή οικογένεια- πέθανε ο πατέρας όταν γεννήθηκε το παιδί- είναι μια γυναίκα που εργάζεται, ζει σκληρά, μαθαίνει κάποιους κανόνες και αρχίζει να έχει άρνηση όταν συνειδητοποιεί ότι το παιδί της έχει μια δική του αυτόνομη προσωπικότητα ή διερευνά την σεξουαλικότητα του. Νομίζω ότι ο θάνατος είναι το κομβικό σημείο, από εκεί και πέρα και η ίδια αναζητά τρόπους για να μπορεί να εξηγήσει και νομίζω ότι όταν ο Ραμόν αρχίζει να έρχεται στο σπίτι της, την βρίσκει έτοιμη να ξαναδεί τη ζωή της μετά από το πένθος». Η Αμέλια περνάει από διάφορες φάσεις συναισθημάτων, θυμώνει, γίνεται προσβλητική και επιθετική, σιγά σιγά κάμπτεται, ξαναγίνεται επιθετική, είναι, όπως το θέτει η ηθοποιός, «ένας πραγματικός άνθρωπος». Όπως και ο Ραμόν.

Κονταροχτυπιούνται με τα συναισθήματα τους, με τους εγωισμούς τους, με αυτά που ξέρουν, με αυτά που δεν ξέρουν, αφήνουν τους άλλους να τους εκπλήξουν, δεν είναι τόσο κλειστοί όσο φαντάζουν στην αρχή». Και το βασικότερο «μας δίνει την ελπίδα ότι μπορούμε οι άνθρωποι να μετακινηθούμε μέχρι την τελευταία μας στιγμή εάν αυτό που συμβαίνει είναι δραστικό και έχει να κάνει με την προσπάθεια να αναζητήσουμε την αλήθεια, την όποια αλήθεια».

Μιλάνε και οι δύο με πολύ κατανόηση, αγάπη και τρυφερότητα για τους χαρακτήρες τους. Τους ρωτάω πώς τους φαντάζονται μετά το τέλος του έργου. Αν ήταν ζωντανοί χαρακτήρες. «Θα πηγαίνει ο Ραμόν κάθε Πέμπτη να τρώει μαζί της και αυτή θα ξέρει ότι κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που αγάπησε πολύ τον γιο της», λέει η Μαρία Τσιμά και ο Κυριάκος Μαρκάτος συμπληρώνει ότι «θα έκαναν παρέα. Αυτός θα έβλεπε ένα κομμάτι του συντρόφου στη μητέρα του και στον δικό της χώρο του σπιτιού, κι αυτή θα ήταν σαν να έβρισκε, με έναν τρόπο, τον γιο της».

photo: Θεόφιλος Τσιμάς

«Έχουμε ανάγκη να ανεβάζουμε έργα με νόημα»

Όταν συνέβη το περιστατικό πίσω στο 2016 τα αμερικάνικα μέσα ενημέρωσης αρχικά περνούσαν στα ψιλά το γεγονός ότι το «Pulse» ήταν ένα γκέι κλαμπ. Ο μακελάρης άλλωστε, ήταν οπαδός του ISIS, και με την πράξη του ήθελε, έγραφαν, να καταγγείλει τον πόλεμο της Αμερικής στο Ιράκ. Και τώρα έναν νέο πόλεμο παρακολουθούμε λίγο πιο δίπλα, στο Ιράν. Πάει και σε αυτό, αναπόφευκτα, η κουβέντα. «Αντί να ρίχνουμε βόμβες ο ένας στον άλλον, πρέπει να βρούμε τρόπο να συνυπάρχουμε», λέει ο Γιάννης Αναστασάκης. Ακριβώς για αυτή τη συνύπαρξη, όσο μεγάλη, χαώδης, και χαοτική μπορεί να είναι αυτή η έννοια-ή μήπως όχι;-μιλάει πολλές φορές και η ίδια η τέχνη. Αυτή η ιδέα της συνύπαρξης, μικρές κινήσεις προς την καλλιέργεια της, απασχολεί και τους καλλιτέχνες.

«Ίσως ακουστεί χαζορομαντικό… η δουλειά μας, των καλλιτεχνών, δεν είναι πάντα να ανεβάζουμε έτσι γενικά ας το πούμε ωραία έργα, αλλά να έχουν κι ένα νόημα για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Είναι και δικιά μας ανάγκη αυτή. Να μιλήσουμε για αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Ή για αυτό που ενδεχομένως έρχεται, και δεν πρέπει να έρθει. Να το αντιμετωπίσουμε. Είναι και μια ευθύνη του πολίτη, όχι μόνο του καλλιτέχνη», μου λέει. Η κουβέντα ανοίγει κι άλλο και πάει στην παιδεία και την εκπαίδευση και στην πάγια και απογοητευτική διαπίστωση ότι «το θέατρο υπάρχει ως μάθημα μόνο στο δημοτικό, όχι στο γυμνάσιο και το λύκειο».

Μιλάνε όλοι για το έργο με πολύ αγάπη που δεν έχει να κάνει μόνο με την πρόκληση και τον ενθουσιασμό για ένα καινούργιο πρότζεκτ που τώρα στήνεται, αλλά μάλλον κυρίως, επειδή είναι ένα έργο ουσιαστικό, και αναγκαίο. «Αυτή την παράσταση δεν την παρήγγειλε κάποιος παραγωγός, ξεκινάει από την δική μας αγάπη για το έργο. Όλοι «μπαινοβγαίνουμε» σε διάφορα και κάτι τέτοιες δουλειές είναι πολύ ακριβές. Μακάρι να φτιάξουμε κάτι πολύ όμορφο», καταλήγει ο Γιάννης Αναστασάκης, τον οποίο αν και αρχικώς γνωρίσαμε ως σκηνοθέτη, στην πορεία τον εκτιμήσαμε και ως ηθοποιό. Να φέτος, για παράδειγμα, όλες του οι ερμηνείες είναι καταπληκτικές, στην «Σπασμένη φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη, στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» των Καλαβριανού-Οικονόμου (στο «Ακροπόλ»).

«Τα τελευταία χρόνια, είναι αλήθεια, παίζω αρκετά. Σε δουλειές που τις κάνουν είτε σκηνοθέτες που αγαπώ όπως ο Καλαβριανός και ο Οικονομίδης, η Αμέρισσα Μπάστα ή ο Θοδωρής Παπαδουλάκης, είτε που εκτιμώ τη δουλειά τους στο θέατρο όπως του Άρη Μπινιάρη». Θεωρεί τη σκηνοθεσία μεγαλύτερο ρίσκο: «είναι πιο σύνθετη δουλειά και νομίζω ότι με προφυλάσσει από την ματαιοδοξία και την αγωνία που έχουμε ως ηθοποιοί για το χειροκρότημα, την επιτυχία μιας κωμικής σκηνής εάν θα γελάσει ο θεατής κ.ο.κ.». Ωστόσο, πήρε τα ρίσκα του όταν αναμετρήθηκε με έναν από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες του ελληνικού σινεμά, τον πατέρα του «Σπιρτόκουτου» του Οικονομίδη, και μάλιστα στην μιούζικαλ εκδοχή του, που υπέγραψαν οι Γιάννης Νιάρρος-Αλέξανδρος Λιβιτσάνος για την Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση πριν από τέσσερα χρόνια. Με δυο κουβέντες, ήταν εκπληκτικός, όπως ηταν και η παράσταση.

Οι μικρές, αλλά σημαντικές μετακινήσεις….

Ο κύκλος της χαλαρής συζήτησης μας, στο διάλειμμα μιας πρόβας, κλείνει φυσικά με το «Χελιδόνι». Τους ρωτώ πώς θέλουν να φεύγουν οι θεατές από την παράσταση, με τι συναισθήματα, ποιές σκέψεις. «Ο Ραμόν λέει ότι ο τρομοκράτης είχε συνενόχους, είναι αυτοί που γελάνε με το ομοφοβικά αστεία στην τηλεόραση, είναι οι ρατσιστές, οι θρησκόληπτοι που φοβούνται τις άλλες θρησκείες. Εάν έστω και ένας φύγει από την παράσταση μας με τον καρπό της σκέψης «μήπως φταίω κι εγώ…», θα είναι επιτυχία, λέει ο Κυριάκος Μαρκάτος. Και ο Γιάννης Αναστασάκης συμπληρώνει: «Οι επαναστάσεις δεν ξεκινάνε εύκολα από το θέατρο. Όμως εάν καταφέρουμε μικρές «μετακινήσεις» στους θεατές, θα είμαστε ευχαριστημένοι».

Η Μαρία Τσιμά με παροτρύνει να δω το βίντεο που είχε κυκλοφορήσει στην Αμερική όπου 49 καλλιτέχνες (όσα και τα θύματα) ανάμεσα τους οι Τζέιν Φόντα, Τζέιμι Λι Κέρτς, Κάθι Μπέιτς, Lady Gaga, Τζέραλντ Μπάτλερ, Τζον Στάμος, Σοφία Βεργκάρα, κ.α. μιλάνε για τα θύματα, όχι ως έναν ακόμη αριθμό, κι ούτε με προεξάρχουσα την σεξουαλική τους ταυτότητα, αλλά με βάση του ποιοί ήταν, άνθρωποι με ιδιότητες, οικογένειες, παρελθόν, ο καθένας με τη δική του προσωπική ιστορία. Μια τέτοια ιστορία, που γεννήθηκε βέβαια, από την μυθοπλαστική φαντασία του συγγραφέα, Γκιλιέμ Κλούα, αφηγείται και το «Χελιδόνι».

*Από τις 20 Απριλίου στο θέατρο ΕΛΕΡ, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00. Έως τις 19 Μάΐου.

Σχετικά άρθρα