Μπαφάρα στριμμένη σε χαρτί Α4 και μια νύχτα στην «Κουζίνα» του Κουτλή

Μπαφάρα στριμμένη σε χαρτί Α4 και μια νύχτα στην «Κουζίνα» του Κουτλή

Η Πειραιώς έχει αλλάξει, μαζί κι εμείς, εκτός απ' αυτά τα συναισθήματα που σου προκαλεί το θέατρο.

Είναι μια απ’ αυτές της μετέωρης εποχής νύχτες της Αθήνας, που τη μέρα κάνει άνοιξη, αλλά το σκοτάδι πέφτει αλουμινένια κρύο. Με μια περιφρονημένη αίσθηση πως δεν χωράω -αν πούμε πως κάποτε ανήκα-, κουβαλάω την μεταναστευτική μου παρουσία, στη πόλη, που για χρόνια μόνο απουσία σκόραρα. Έχω αυτό το παράταιρο déjà vue, της περιττής, της ξένης, της μεσόκοπης που συναντά παλιό αίσθημα και σα να θυμάται πως κάποτε αγάπησε πολύ, αλλά τώρα πια, εναγωνίως, ψάχνει να βρει τα γιατί και πως. Την οδό Πειραιώς τη θυμάμαι να αλλάζει και να χει παλιά εργοστάσια με σπασμένα τζάμια, λερωμένες αποθήκες, σκουριασμένα συνεργεία, εγκατάλειψη και παραίτηση όλο σκόνη σε λερωμένη γκρι απόχρωση.

Τώρα βλέπω σνομπέ ξενοδοχεία ήσυχης πολυτέλειας, το Hotel Ermou της Βίσση, με στραφταλιζέ υπεροχή διαχρονικού σουξέ, στα κάθετα δρομάκια καφέ – μπαράκια, ψαγμένα με αυτό που λέγεται πια, μάλλον «φασέικη» διάθεση! Και -ευτυχώς, αναγνωρίζω κάτι!- το θέατρο Κιβωτός, που υπάρχει εδώ από το 2001. Είναι άλλωστε εκεί, που θέλω να φτάσω. Παίζει το διάσημο έργο του αγαπημένου μου Arnold Wesker, που από την ανατολική, όλο εργατιά, άγριας επιβίωσης μεριά του Λονδίνου της δεκαετίας του 1930, έγινε πολύ αργά -το 2006- sir του αγγλικού στέμματος. Σκασιλάρα του γιατί πάντα του θα ήταν μέλος εκείνων των Angry Young Men έτοιμος για να τα κάνει όλα λίμπα με την αφηνιασμένη του γραφή, εις το όνομα της εργατικής τάξης, των εξόριστων της κοινωνικής ιεραρχίας, των εκτός νόμου και προστασίας.

Δύο θέσεις πίσω – πίσω

«Η κουζίνα», λοιπόν, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή. Sold out οι περισσότερες παραστάσεις τους και εγώ βρίσκω, από τύχη, μια Πέμπτη δυο μόνο θέσεις, στη τελευταία σειρά, στο διάδρομο και τυχερή είμαι. Πολλοί νέοι άνθρωποι γύρω μου. Πιο πολύ ατμίζουν και κάνουν εκείνα τα κοντά αλλόκοτα σαν τσιγάρα περασμένα σε κάτι συσκευές σα φακούς, παρά καπνίζουν πριν την παράσταση και μοιάζω η μεσόκοπη, η μόνη που επιμένει, να αφήνει καπνούς σαν δράκαινα, ανάμεσα τους. Σκέφτομαι πως πάντα η Αθήνα αγαπούσε φανατικά το θέατρο. Μα τώρα όλος αυτός ο 20χρονος κόσμος γύρω μου, σαν αγοραφοβικός κλοιός νιότης, μοιάζει να ψάχνει εκτός απ’ την ψηφιακή καλωδίωση του και το γάντζωμα του σε οθόνη, στα πραγματικά σώματα της θεατρικής σκηνής, σάρκινες σωσίβιες λέμβους ουσιαστικής επικοινωνίας, τέχνης να ακουμπά, ιστορίες ανθρώπων που του μοιάζουν.

Νιώθω να τους αγαπώ όλους, σαν να ‘χω καπνίσει «μπαφάρα στριμμένη σε χαρτί Α4» που θα πουν σε λίγο στο έργο, αλλά μπορεί να στέκομαι και στο χείλος της μιας εκτοξευτικής κρισάρας πανικού. Κρυφακούω. Λένε για τις δουλειές τους. Για κούραση. Για τα νοίκια που είναι ακριβά και μήπως να συγκατοικήσουν, για φίλους που φύγαν στην Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Ελβετία. Δύο κυρίες, με γεμίζουν χαρά, διότι να που έχει και της κλάσης μου θεατές, κάθονται στα σκαλάκια δίπλα από το κάθισμα μου. Μετά βλέπω τον κύριο που βοηθά στις θέσεις να τους μιλά και μάλλον συγγενείς κάποιων του θιάσου θα ναι. Όπως μέσα εκει, οι θεατές παίρνουμε τις θέσεις μας έτσι και οι ηθοποιοί αρχίζουν να βγαίνουν στην σκηνή – κουζίνα, σαν να φτάνουν σε μια δουλειά. «Τι στο διάολο, αόρατος είμαι;». «Καλημέρα σεφ»! «Δεν με γαμάτε πρωί πρωί!», τους απαντά. Η παράσταση έχει, ήδη, ξεκινήσει…

Η Κουζίνα

«…για τον Σαίξπηρ, ο κόσμος μπορεί να είναι μια σκηνή, αλλά για μένα είναι μια κουζίνα…»

Κάποτε φρενιτιώδης ταχύτητα και χαλαρότητα και ονειρικές παύσεις, μουσική από τρίφτες και καπάκια και μαχαίρια που χτυπάνε πάνω στους πάγκους. Οι συγκινήσεις που κάνουν λαβή στη καρδιά και υγραίνουν μάτια, ξεσπούν σε εκτονωτικά, αναπάντεχα αστεία. Οι εντάσεις που φτάνουν στ’ άκρα σπάνε σα κύματα σε παρήγορες τρυφερότητες και ξανά σε υγρασίες στα βλέμματα και αλμύρα στη γεύση. Η δουλειά είναι συνεχόμενη, απαιτητική, εξαντλητική, ατελείωτη, συντριπτική, απάνθρωπη. Ένταση, υποχώρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μετανάστευση και πολιτισμικές διαφορές, βρισιές σε όλες τις γλώσσες, παράλληλοι διάλογοι, προσωπικά αδιέξοδα και η ασταμάτητη δουλειά να μην αφήνει περιθώριο για όνειρα. «Πες μου τι ονειρεύεσαι» λέει ο Πολωνός -στην ελληνική εκδοχή- Πίτερ στον Νιγηριανό λαντζέρη, «να, κοίτα τα φώτα, είναι άστρα». Ο Μαξ, ο Αλβανός υπεύθυνος του κρέατος, αρνούμενος να συμμετέχει σε ονειροπολήσεις, ξαπλωμένος στην άκρη ενός πάγκου, προειδοποιεί πως «να, κοίτα τα φώτα, είναι φώτα». Ο ίδιος ο Wesker σημειώνει πως «για τον Σαίξπηρ, ο κόσμος μπορεί να είναι μια σκηνή, αλλά για μένα είναι μια κουζίνα. Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν και δεν μπορούν να μείνουν αρκετά για να καταλάβουν ο ένας τον άλλον και η φιλία, η αγάπη, η εχθρότητα ξεχνιούνται τόσο γρήγορα, όσο γρήγορα αναδύονται».

Και δουλειά, φαΐ, δουλειά, φαΐ, ύπνος, δουλειά. Η επίδοση ως αυτοσκοπός, η υπερεργασία ως υποχρέωση και αυτοβελτίωση, στο τέλος. Τα τυράκια του -κάθε- αφεντικού. Ένας θα πάρει αύξηση, άλλος μπόνους ένα αυτοκίνητο και κάποιος τα πολυπόθητα χαρτιά για παραμονή στη χώρα. Κανείς δεν θα ‘χει τίποτα ποτέ. Ούτε δικαίωμα να πει «δικός μου» για τον πάγκο που δουλεύει. «Έλα! Τελείωνε! Οι άνθρωποι τόση ώρα θέλουν να φάνε» λέει η σερβιτόρα. «Να περιμένουν» απαντά ο Μαξ, «αλλιώς θα φάνε τον πού**ο μου». «Να φάνε είπαν οι άνθρωποι, όχι να τσιμπήσουν!».

Μια φαντασιωσική εξέγερση ενάντια σε κοινωνική ιεράρχηση, ταξική απαγόρευση, εξουθένωση της επιβίωσης, που ψέμα ήταν και πάει!

Και ο πιο σίγουρος για τη δουλειά του, ο πιο ονειροπόλος, εύθυμος, φασαριόζος, εύθραυστος, ο Αντρέι, απογοητευμένος από τη μονότονη, εξαντλητική ζωή της κουζίνας, σαν μια ατέλειωτη σκλαβιά χωρίς αλυσίδες να φαίνονται, επιμένει στα όνειρα και σε έναν έρωτα στα κλεφτά, στην άκρη των διαλειμμάτων και στην αθέατες κόχες των ψυγείων. Διάψευση, απογοήτευση, αδιέξοδο. Πιο πριν, όλοι μαζί έχουν επαναστατήσει απέναντι στην ίδια τη κουζίνα, στην κοινωνική ιεράρχηση, στην ταξική απαγόρευση, στην εξουθένωση της επιβίωσης τους. Πάγκοι, ντουλάπια, κατσαρολικά, πιάτα, σάλτσες, δοχεία, ταψιά, τραπέζια, σκηνικό γκρεμίζονται, εκτοξεύονται, σμπαραλιάζονται. Όλα είναι συμβολικά για να μας κλείσει αναρχικά το μάτι το ίδιο το θέατρο στη παντοδυναμία και να μας υποσχεθεί μια επανάσταση που μόνο αυτό σκηνικά μπορεί να μας χαρίσει, πριν οι ηθοποιοί γυρίσουν στους ρόλους τους και εμείς στις ζωές μας.

Το τέλος της ομαδικής μας φαντασίωσης αφήνει τον Αντρέι στο χείλος της προσωπικού αβυσσαλέου βάραθρου. Κάποια τον λέει «σκουπίδι». Λερώνεται με αλεύρια, λέπια, λάδια, απομεινάρια της τροφής των άλλων. Χώνεται σε έναν κάδο σκουπιδιών. Σε παροξυσμό φεύγει απ τη σκηνή. Τρέχει ανάμεσα μας, στη πλατεία. Τα κορίτσια μπροστά μου, τρομάζουν και μαζεύονται αλαφιασμένα, μην τον αγγίξουν. Οι κυρίες στα σκαλιά, έχουν σηκωθεί όρθιες και έχουν κολλήσει στο τοίχο. Ο Πίτερ βγαίνει έξω από την αίθουσα. Έξω από το θέατρο ίσως. Ακούμε κραυγές. Ουρλιαχτά. Θα καταρρεύσει, πίσω, στη σκηνή. Οι θεατές έχουμε στήσει ράχες, τεντώνουμε σπονδυλικές στήλες και είμαστε έτοιμοι για τα χειρότερα, ξεχνώντας να κάνουμε εκπνοή. «Γάμησε τα!» ψιθυρίζει ένας νεαρούλης, τρεις θέσεις αριστερά μου. «Ε, άντε και γαμήσου» λέει σαν να τον ακούει ο σεφ, στον ξεθεωμένο Αντρέι. Κάπου, έξω από την υπόγεια κουζίνα, στο σκηνικό, χαράζει. Το φως μπαίνει απ’ τις χαραμάδες και εμείς, οι θεατές, μπορούμε πάλι να ασχοληθούμε με τις αναπνοές μας.

Οι κακές κριτικές και το κοινό, που δεν συμφωνεί

Τον Αντρέι, τον μετανάστη, που φαντασιώνεται εγγλέζικα χαρτιά νομιμότητα, ένα παιδί, μια ζωή σε κάποιο καταπράσινο λόφο της Πολωνίας, που απλά, τολμά να ονειρεύεται πάνω απ τα τηγάνια του, που αχνίζουν, τηγανίζουν, χορταίνουν πείνες, φτιάχνει ο Μιχάλης Σαράντης. Με τι νευρικό σύστημα αυτός ο άνθρωπος γυρνάει σπίτι του και πόση ώρα να θέλει να γυρίσει στον εαυτό του, κατευνάζοντας αυτό τον ταξικό και υπαρξιακό νευρικό του κλονισμό! Μα τι να ξέρουμε εμείς, το εκκλησίασμα, απ’ αυτά τα μαγικά πλάσματα, τους ηθοποιούς, που κάποτε λέγανε πως λειτουργούσαν υπό θεϊκή έμπνευση και όλο το θέατρο μια ιερή τελετή ήταν! Όρθιοι χειροκροτούμε και τους γυρνάμε πίσω ξανά και ξανά με μπράβο που ακούγονται λυγμικά. Ξεδιπλώνουν μια παλαιστινιακή σημαία στη σκηνή. Χειροκροτούμε κι άλλο.

Μετα στο σπίτι, διάβασα, κριτικές σκληρές, σε σκέψεις περίτεχνες και κείμενα λόγια. Διάβασα πως η άγρια επαναστατικότητα του Arnold Wesker δεν υπάρχει πουθενά και το έργο του είναι εξωραϊσμένο, σαν να φοβήθηκαν οι συντελεστές να δώσουν την αλήθεια του αδιέξοδου, του εγκλωβισμού, την απελπισία, την ηττημένη διαπίστωση πως τίποτα δεν αλλάζει και όλοι υποκύπτουν -υποκύπτουμε- στη ταξική μας μοίρα. Εγώ δεν είμαι κριτικός, όμως. Και βγαίνω έξω, σε αντίθεση από τους ηθοποιούς στη σκήνη, μες στη νύχτα, γεμάτη συναισθήματα και με μια δυσκολία να κινηθώ σα να ναι παχύρευστος ο αέρας γύρω μου. Και τα 200 άτομα που ήταν εκεί μέσα, τώρα στην έξοδο, ούτε βιάζονται, ούτε μιλάνε και ούτε κοιτιούνται, με τα βλέμματα τους τάχα να κοιτάνε κάπου μακριά. Ίσως στα HR που αξιολογούν τις επιδόσεις, κάπου στην υπεραπόδοση, την βελτίωση εαυτών, μέσα απ τη πραγμάτωση των αρχικών μας στόχων, την κόπωση που γίνεται χρόνια.

Η Κουζίνα

Μπαφάρα στριμμένη σε χαρτί Α4

Διαβάζω στο οπισθόφυλλο του προγράμματος ένα απόσπασμα του Αμερικανού Χέντι Ντέιβιντ Θορό, που φαίνεται πως ακόμα επηρεάζει ιδέες για ελευθερία, οικολογία και ειρηνική αντίσταση. «Ας σκεφτούμε τον τρόπο, με τον οποίο περνάμε τη ζωή μας. Αυτός ο κόσμος είναι ένας τόπος εργασίας. Τι ατέλειωτη φασαρία! Ξυπνάω σχεδόν κάθε βράδυ στο λαχάνιασμα της ατμομηχανής. Διακόπτει τα όνειρα μου. Δεν υπάρχει Σάββατο. Θα ήταν υπέροχο για την ανθρωπότητα να χαλαρώνει έστω για μια φορά. Δεν συμβαίνει τίποτα άλλο παρα δουλειά, δουλειά, δουλειά. Αν ένας άνθρωπος πέσει από ένα παράθυρο, όταν ήταν βρέφος και έτσι γίνει ανάπηρος για όλη του ζωή, αυτό θεωρείται λυπηρό, κυρίως επειδή έτσι δεν είναι ικανός να εργαστεί – δεν είναι ικανός για δουλειές! Νομίζω δεν υπάρχει τίποτα άλλο, ούτε καν έγκλημα πιο αντίθετο στη ποίηση, στη φιλοσοφία και ναι, στην ίδια τη ζωή, από αυτή την αδιάκοπη, συνεχόμενη δουλειά»…

Και αφού «μπαφάρα στριμμένη σε χαρτί Α4» δεν παίζει στη περίπτωση μου, θα πάω σε ένα απ’ αυτά τα «φασέϊκα» μπαράκια να πιώ σκληρό αλκοόλ και να κοιτάζω και εγώ σιωπηλή, κάπου μακριά από μένα κι ας είμαι στην ηλικία της γιαγιάς των θαμώνων. Θα μου περάσει αυτή η στεναχώρια; «Αν εμείς οι σκιές σας ενοχλήσαμε» όπως λέει ο Πουκ στο Όνειρο Θερινής Νυκτός «σκεφτείτε απλώς πως κοιμηθήκατε λίγο και όλα όσα είδατε ήταν ένα όνειρο». Κι όμως! Είναι η αλήθεια!

Σχετικά άρθρα