Χρήστος Βαλαβανίδης: Ηθοποιός, ποιητής, αυθαίρετος…
Ανατρέχουμε στην πορεία του ηθοποιού που έφυγε χθες στα 82 του χρόνια, μέσα από δικά του λόγια και σκέψεις
«Δεν ξεκίνησα για ηθοποιός. Ήμουν ένας νεαρός λογοτέχνης που σπούδαζε νομικά στη Θεσσαλονίκη και ασχολιόταν με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου με είδε σε μια παράσταση και μου δήλωσε απερίφραστα ότι πρέπει ν’ αφήσω πίσω την καριέρα του νομικού και να πάω στο θέατρο. Πράγμα σπάνιο. Είχα έναν πατέρα με ανοιχτά μυαλά. Το επάγγελμα του ηθοποιού δεν με ικανοποιεί πάρα πολύ. Βασικά είμαι ποιητής. Αυτή είναι η καλλιτεχνική μου ταυτότητα. Από ποιήματα όμως δεν ζει κανείς. Πρέπει να γίνει κανείς διαφημιστής, όπως πολλοί φίλοι μου ποιητές, και διαφημίζουν σοκολάτες, σερβιέτες και τσιγάρα, ή να γίνεις ηθοποιός. Διάλεξα το δεύτερο. Όπως λέει και ο Σεφέρης: προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι…Το γράψιμο έχει γίνει αντιστασιακή πράξη στις μέρες μας. Μας περιβάλλει αυτή η τεράστια χυδαιότητα στην οποία προσπαθούμε άνθρωποι σαν εμένα να αντισταθούμε…».
Αυτά έλεγε το 2003 σε συνέντευξη του στο (ogdoo.gr) ο Χρήστος Βαλαβανίβης, που έφυγε από κοντά μας στα 82 του χρόνια χθες το βράδυ, κι είναι απολύτως διαφωτιστικά για το ποιός ήταν και ποιες πυξίδες ακολουθούσε στη ζωή του, με την ποίηση να είναι σταθερά μεγάλη του αγάπη, μια φλόγα που έκαιγε συνεχώς μέσα του, και μια παράλληλη διαδρομή στην πολύ σημαντική καριέρα του ως ηθοποιός. Πόσο πολύ αγαπούσε τις λέξεις, όπως αρμόζει στους ποιητές. Ο δημοφιλής ηθοποιός άλλωστε, που ήταν πολύ ενεργός στα κοινωνικά δίκτυα μοιραζόταν με τους διαδικτυακούς φίλους και ακολούθους τα ποιήματα του συχνά πυκνά (είχε εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές). Όπως μοιραζόταν κάποιες φορές τις σκέψεις του («οι πρώτες λέξεις στην πανανθρώπινη γλώσσα, είναι μια κραυγή: Αχ!», είχε γράψει), μικρές ή μεγάλες στιγμές από την προσωπική του ζωή, ψηφίδες όλες στο άλμπουμ της καθημερινότητας του: τον ίδιο να σβήνει τα κεράκια στην τούρτα του όταν έκλεισε τα 80 χρόνια, φωτογραφία της αγαπημένης του συντρόφου, και επίσης ηθοποιού, της Ασπασίας Κράλλη, ανήμερα μάλιστα, του Αγίου Βαλεντίνου ή του Νικίτα Τσακίρογλου που θαύμαζε και θεωρούσε μέντορα του, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, τη νοσηλεία του την περίοδο των φετινών γιορτών στο νοσοκομείο («-πες μου τι θα την κάνεις όλην αυτήν την σοφία που την μαζεύεις τόσα χρόνια;-Θα τήνε κάνω δάκρυα στον κήπο. Σε περιόδους αναβροχιάς και ξηρασίας», έγραφε την 10η ημέρα της νοσηλείας) κι έναν καλό λόγο για τους γιατρούς και τους υγειονομικούς μας.
Χιούμορ και δέος για τον θάνατο
Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο πριν από λίγα χρόνια, το οποίο μάλιστα, του επαναπροσιοόρισε τη σχέση με το γράψιμο και το χαρτί. Εξηγούσε σε συνέντευξη (στο «news247»): «Ο γραφικός μου χαρακτήρας είναι παιδιού μικρής ηλικίας, όσο ήμουν δηλαδή όταν με καταπίεζαν στο σχολείο για να γράφω με το δεξί. Ξέρεις τι προβλήματα δημιουργεί αυτό; Ακόμη και δυσλεξία. Εγώ, για παράδειγμα, που έχω γράψει τόσο πολύ στη ζωή μου και έχω δουλέψει ακόμη και ως διορθωτής σε λεξικό, κάθομαι και γράφω και μου φεύγουν λέξεις με ορθογραφικά λάθη. Σίγουρα είναι από αυτό, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Με καταπίεζαν στο σχολείο για να γράψω με το δεξί, όντως το έκανα, ώσπου ήρθε το εγκεφαλικό και μου είπε «γύρνα πίσω». Σαν παιδί 8 χρονών γράφω σήμερα». Σε άλλη συνέντευξη του (στον «Alpha»), με αφορμή το ίδιο πρόβλημα υγείας, έδειξε να αντιμετωπίζει τον θάνατο με δύο όψεις. Από τη μία το δέος «φοβάμαι τον θάνατο», κι από την άλλη με χιούμορ. «Έφτασα κοντά στον θάνατο, λόγω εγκεφαλικού, χτύπησα την πόρτα του Άγιου Πέτρου και αυτός μου είπε «κύριε Βαλαβανίδη δεν είναι η ώρα σας, σας παρακαλώ πηγαίνετε». Εγώ απάντησα«Μα Άγιε Πέτρο εγώ έπαθα εγκεφαλικό», κι αυτός είπε «δεν είναι τίποτε αυτά, που να δείτε τι έχουν πάθει άλλοι. Πηγαίνετε».
Εκτός από χιούμορ, είχε κι άλλες ποιότητες όπως η υπομονή και η στωικότητα, «χρήσιμες» όπως αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του σε συνέντευξη, για το σκληρό επάγγελμα του ηθοποιού: «Έχω ζήσει ανταγωνισμό σε πολύ κακή μορφή και σε bullying. Δεν σε άφηναν να υπάρξεις, να αναπνεύσεις, γιατί αν η αναπνοή σου είχε κάτι ιδιαίτερο, σε έτρωγε η μαρμάγκα. Δεν με ήθελαν καθόλου, υπήρχαν συνάδελφοι που έλεγαν, “δεν μου αρέσει αυτός ο Βαλαβανίδης”. Δεν τα παράτησα ποτέ, γιατί είμαι βουδιστής. Περιμένω στην άκρη να δω το πτώμα του εχθρού μου να περνάει. Όσο κινούμαι, θα παίζω».

Η πιο αλήτικη παρέα, τα «Κουρέλια»
Είχε μια σπάνια κωμική φλέβα ο Χρήστος Βαλαβανίδης. Ποτέ δεν έκανε μούτες ή γκριμάτσες, ήταν απολύτως μετρημένος στο παίξιμο του, σαρδόνιος και σοβαρός, στέρεος και στακάτος. Το ευρύ κοινό τον γνώρισε μέσα από την τηλεόραση με μια από τις πιο σημαντικές κωμικές σειρές που έγραψε Ιστορία σε μια εποχή που η ιδωτική τηλεόραση μόλις είχε ξεκινήσει, τους «Αυθαίρετους» που σάρκασαν εν έτει 1989 την τότε ελληνική κοινωνία, την πολιτική και τον δικομμματισμό (έπαιξε και σε άλλες σειρές όπως «Το Μινόρε της Αυγής» ενώ είχε γράψει το σενάριο για «Πλάκας Μέλανθρον», κ.α.). Για τους σινεφίλ όμως, ο Βαλαβανίδης θα είναι πάντα μέλος μιας από τις πιο ωραίες, αυθεντικές, αλήτικες παρέες του ελληνικού κινηματογράφου, ένα από «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» του Νίκου Νικολαΐδη, ρόλος που του χάρισε το ‘Α Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης («αγαπώ τους μαστούρηδες και τους φευγάτους γενικά, τους αλκοολικούς και τις ξανθιές πόρνες πολυτελείας», έλεγε σε μια χαρακτηριστική σκηνή του). Για την γνωριμία του με τον Νίκο Νικολαΐδη, έχει πει (στο «News247»): «Γνώρισα τον Νικολαΐδη μέσω του μακαρίτη του Τζούμα, τον οποίο ήξερα ήδη εγώ, βρισκόμασταν για παράδειγμα στην ΕΡΤ όπου κάναμε μαζί διάφορα ραδιοφωνικά κολπάκια. Είχαμε αναπτύξει μία σχέση, πηγαίναμε τα βράδια βόλτες στο Κολωνάκι, από δω κι από ‘κει. Μας έφερε λοιπόν σε επαφή ο Τζούμας σε μια ταινία του Σπίλμπεργκ, τις «Στενές επαφές τρίτου τύπου». Εκεί γνωριστήκαμε με τον Νικολαΐδη και λίγο αργότερα μου είπε: Θες να παίξεις στον κινηματογράφο; Μιλούσαμε και για λογοτεχνία γιατί και οι δύο γράφαμε. Τέλος πάντων βρεθήκαμε στο σπίτι του και κάναμε τα «Κουρέλια»».
Έκανε κάθε μικρό ρόλο μεγάλο
Κι αν οι ηθοποιοί δείχνουν το διαμέτρημα τους όταν κατορθώνουν έναν μικρό ρόλο να τον μετατρέψουν σε κάτι σημαντικό και, κυρίως, αξιομνημόνευτο, ο Χρήστος Βαλαβανίδης ήταν μια τέτοια περίπτωση. Αρκεί να τον θυμηθεί κανείς σε ταινίες όπως στην εμβληματική «Φωτογραφία» του Νίκου Παπαπατάκη ή την θρυλική «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη αλλά και τα πιο πρόσφατα το «Πάμπτωχοι Α.Ε.» του Αντώνη Κόκκινου και το «Το Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου. Ο τελευταίος του ρόλος ήταν στην ταινία «Δεξιώσεις» του Φίλιππου Τσίτου που δεν έχει βγει ακόμα στις αίθουσες, αλλά είδαμε πέρυσι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Την είχε κυκλώσει την τέχνη του ο Χρήστος Βαλαβανίδης: ηθοποιός,σκηνοθέτης, θεατράνθρωπος, θιασάρχης. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου αλλά και της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, με στήριξη και στα δύο απο τους γονείς του, τον φωτισμένο διανοούμενο πατέρα του,όπως τον έχει χαρακτηρίσει, και μια μητέρα που διάβαζε πολλά βιβλία, είχε μια πολύ σημαντική πρεία στο θέατρο, που ξεκίνησε μάλιστα με την ευλογία να παίξει δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς όπως τον Κωνσταντάρα, τον Φωτόπουλο, τον Ηλιόπουλο. Ποιές παραγωγές να πρωτοαναφέρει κανείς για να ιχνηλατήσει μια καριέρα που διήρκησε ολόκληρες δεκαετίες; Ενδεικτικά:«Μορμόλης», «Η τρελή του Σαγιό», «Αυλή των θαυμάτων», «Δωδέκατηνύχτα», «Σφήκες», «Hitchcock Blonde»,«Dogville», «Τάνγκο», «Το μαγαζάκι του τρόμου» και πολλές ακόμα. Ενώ το 1996, μαζί με την γυναίκα του ηθοποιό Ασπασία Κράλλη ίδρυσαν το «Από μηχανής θέατρο».
Αγάπησε το θέατρο αλλά στεκόταν και κριτικός απέναντι του. Έλεγε σε συνέντευξητου (στο «News247»): «Το θέατρο δεν ασκείται με σωστούς όρους. Συνήθως υπάρχουν μέσα σε αυτό άνθρωποι τυχάρπαστοι. Οι πρωταγωνιστές είναι συνήθως υπερτιμημένοι. Τώρα κάπως έχει αρχίσει να αλλάζει το πράγμα, που έγιναν αυτά που έγιναν και ξεμπροστιάστηκαν αυτοί που ξεμπροστιάστηκαν. Δυστυχώς πολλές φορές το θέατρο είναι σε λάθος βάσεις στηριγμένο. Πάντα έτσι ήταν. Παλιά ήταν ακόμη χειρότερα. Πολύ παλιά που υπήρχαν οι θίασοι του Φωτόπουλου, του Ηλιόπουλου, του Αυλωνίτη, του Λογοθετίδη και θεατρίνες όπως η Αρώνη, σπουδαίες ηθοποιοί της επιθεώρησης όπως η Ρένα Ντορ, η Ρένα Βλαχοπούλου, και άλλοι πολλοί, ήταν αλλιώς τα πράγματα. Μετά πέρασε σε μια περίοδο πολύ άσχημης εμπορευματοποίησης. Ήταν ο καιρός που βγήκαμε εμείς στο θέατρο και αυτό το πράγμα μας πλήγωσε. Γι’ αυτό και πολλοί στραφήκαμε στην τηλεόραση». Ήταν κριτικός και απέναντι σε επιλογές του, όπως στο ότι είχε παίξει σε βιντεοταινίες, λέγοντας («Open») «κάποιες είναι εντάξει, συμπαθητικές, άλλες είναι απαράδεκτες, τις αποποιούμαι. Αλλά έζησα την οικογένεια μου. Διότι ηθοποιός σημαίνει φως αλλά σημαίνει και νοίκι και τηλέφωνο».
Παρόλο που δεν σταμάτησε ποτέ να υπηρετεί τη θεατρική τέχνη, τα τελευταία χρόνια το «καύσιμο» του ήταν μάλλον η ποίηση και το «καταφύγιο» του οι λέξεις. «Ειδικά τον τελευταίο χρόνο»,είχε εξομολογηθεί, «γράφω σχεδόν κάθε μέρα. Είναι το κύκνειο άσμα μου; Δεν ξέρω. Κάθε μέρα όμως τελειώνω ένα ποίημα».
Ας τον αποχαιρετήσουμε με ένα δικό του ποίημα, κι ένα μικρό δικό του σχόλιο, που ανέβασε στην προσωπική του ιστοσελίδα στις 7 Δεκεμβρίου 2025:
(Να δούμε πότε θα σταματήσει αυτός ο ποιητικός οίστρος. Λέτε να είναι το τραγούδι του κύκνου;)
Πόνος, έγνοια του άλλου
λέξεις άγνωστες για πολλούς
και για άλλους καθημερινή κατάρα,
ανειλημμένη υποχρέωση,
με άγνωστη προέλευση κι αιτία.
Γλεντοκοπάνε άλλοι,
μεθυσμένοι απ’ την ίδια τους τη ζωή,
ενώ οι άλλοι ταγμένοι
στον άδικο φαινομενικά
καταμερισμό της ευτυχίας,
έχουν σαν κορυφαία απόλαυση
την καθημερινή εξόφληση του χρέους.
Μιλώ για τους ανθρώπους
με πολυεδρικό χαρακτήρα,
αυτούς που αντανακλούνε τραγωδία,
κωμωδία και σάτιρα.
Κι ενώ οι περισσότεροι,
σε όλη τους τη ζωή,
αντιπροσωπεύουν μόνο μιά νότα,
τυχεροί αν καταφέρουν ν΄ακουστεί κι αυτή,
μες στην παγκόσμια φασαρία,
οι άλλοι παίζουν με όλες τις νότες της μουσικής κλίμακας,
τόνοι και ημιτόνια για τη δημιουργία
της πανανθρώπινης αρμονίας.
Είναι αυτοί που κρατάνε όρθιο τον Κόσμο
και δίνουν κάποιο νόημα
στο σκληρό αγώνα της ζωής.