Η Έλλη Τρίγγου ως «Λόλα» διεκδικεί την αυτοδιάθεσή της στη σκηνή του Παλλάς
© Ελίνα Γιουνανλή

Η Έλλη Τρίγγου ως «Λόλα» διεκδικεί την αυτοδιάθεσή της στη σκηνή του Παλλάς

Είδαμε την παράσταση του Χρήστου Σουγάρη που συνδυάζει πολλά μέσα, δεν «μυρίζει» νοσταλγία και ξεπερνά τον σκόπελο της σύγκρισης με την κινηματογραφική «Λόλα».

Διάφορα καρέ της «Λόλας» του Ντίνου Δημόπουλου (1964), από τις πιο εμβληματικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, απολαμβάνουν εδώ και κάμποσες δεκαετίες μια αυτονομία στη συλλογική μας μνήμη. Η μονομαχία με τους σουγιάδες ανάμεσα στον Νίκο Κούρκουλο και τον Σπύρο Καλογήρου, απ’ όπου και η (viral) ατάκα «πολλά τα λεφτά Άρη». Το μελαγχολικό βλέμμα της Τζένης Καρέζη. Η αριστουργηματική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και η Μοσχολιού να τραγουδάει «Χάθηκε το φεγγάρι». H «Λόλα» μαζί με τα «Κόκκινα φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη που προηγήθηκαν ένα χρόνο-κυκλοφόρησαν το 1963-είναι οι κατεξοχήν δύο ταινίες που φέρνουμε στο μυαλό όταν ακούμε για Τρούμπα, λιμάνια του έρωτα, καμπαρέ, πόρνες.

Να θυμίσουμε και την υπόθεση. Ο Άρης (Νικος Κούρκουλος) αποφυλακίζεται μετά από τρία χρόνια και γυρνάει στα παλιά του λημέρια στην Τρούμπα να βρει την γυναίκα που αγαπά, την Λόλα (Τζένη Καρέζη), και να εξακριβώσει εάν ήταν ανάμεσα σε αυτούς που τον πρόδωσαν και τον έστειλαν φυλακή. Η Λόλα εργάζεται στο καμπαρέ του Στέλιου (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), κάποτε φίλος του Άρη μέχρι που τον πρόδωσε, ο οποίος είναι ερωτευμένος μαζί της και την κρατάει δέσμια. Έχουμε ξεκάθαρα το μοτίβο του φιλμ νουάρ: υπόκοσμος, εδώ είναι η Τρούμπα, αδικημένος ήρωας, ο οποίος επιστρέφει για εκδίκηση που δεν είναι απαραίτητα το  φονικό αλλά η ηθική δικαίωση και βεβαίως, για να πάρει το κορίτσι του και να φύγει. Αναπόφευκτα, η τελική λύση έρχεται μόνο μέσα από τη σύγκρουση.

Η «Λόλα» σήμερα

Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την ερωτική σχέση των δύο φύλων εκείνης της εποχής έτσι όπως αποτυπώνεται στην ατάκα που ακούγεται από το στόμα του Στέλιου «ή θα σε έχω εγώ ή κανένας». Εξήντα τόσα χρόνια μετά η πατριαρχία παραμένει αλλά άλλαξε μορφές, προσωπεία, τρόπους. Στις ταινίες του ‘60 όμως, η ματσίλα μας προσφέρεται φόρα παρτίδα, είναι προνόμιο, παράσημο αλλά και ένα παραπλανητικό κράμα αντρισμού και λεβεντιάς.

Λόλα, Χρήστος Σουγάρης
© Ελίνα Γιουνανλή

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θύματα της πατριαρχίας ήταν βεβαίως οι γυναίκες -που στα φιλμ νουάρ παρουσιάζονται συνήθως ως μοιραίες, ελαφρών ηθών, τρόπαια μεταξύ ξεκαθαρίσματος αντρικών λογαριασμών, κ.ο.κ.- αλλά με έναν τρόπο, τελείως διαφορετικό, και το βλέπουμε στην «Λόλα», μπορούν να γίνουν θύματα και οι ίδιοι άντρες που εγκλωβίζονται στον στερεοτυπικό τους ρόλο, αυτόν του πολλά βαρύ. Το ότι ο Άρης στην αναμέτρηση με το πρωτοπαλίκαρο του Στέλιου, τον Μαύρο, δεν τον σκοτώνει παρόλο που είναι ο νικητής, είναι μια μικρή επανάσταση που πάει κόντρα στους κώδικες της νύχτας και στην αντρική τιμή («κανείς δεν λογαριάζεται στον ντουνιά αν δεν απαντά στην προσβολή», ακούγεται), όμως, έτσι δικαιολογείται και το πόσο άλλαξε τον Άρη η φυλακή. Είπαμε, ο ήρωας αυτός θέλει ηθική δικαίωση, όχι μακελειό. Και το κορίτσι πίσω.

Η σκηνοθεσία

Το ζητούμενο συνήθως σε μια διασκευή είναι η αυτονομία από το πρωτότυπο έργο τέχνης όσο κι αν τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να αποφευχθεί και μια προσκόλληση σε αυτό. Αρκεί να είναι δημιουργική, να δίνει μια φρέσκια οπτική. Αυτό ακριβώς  είναι η «Λόλα» του Χρήστου Σουγάρη. Μια νέα πρόταση με καθαρή ματιά, συγκεκριμένο όραμα και πολλές πρωτότυπες ιδέες που συνυπάρχουν αρμονικά σε ένα σύνολο ηθοποιών που κάποιες φορές λειτουργεί ως χορός αρχαίας τραγωδίας, ειδικά στις slow motion σκηνές, και που γενικά περιστρέφεται ως δορυφόρος γύρω από το πρωταγωνιστικό τρίγωνο Άρης-Λόλα-Στέλιος.

Ο σκηνοθέτης, ο οποίος υπογράφει και τη διασκευή, έχει κρατήσει την ιστορία του Ηλία Λυμπερόπουλου αλλά την αφηγείται με τον δικό του, σημερινό, τρόπο. Μπαίνοντας στο «Παλλάς» δεν αφήνεις το σινεμά πίσω σου. Ή μάλλον αφήνεις κατά μέρος το φιλμ αλλά όχι την τέχνη του κινηματογράφου. Ο Σουγάρης έχει κάνει μια σκηνοθετική επιλογή που και εξυπηρετεί το μέγεθος του θεάτρου αλλά και το όραμα του για το ανέβασμα. Δύο οπερατέρ τραβάνε ασταμάτητα τη δράση και οι εικόνες προβάλλονται στο πάνω μέρος της σκηνής σε μια  μεγάλη οθόνη απ’  άκρη σ’ άκρη. Την ίδια στιγμή δηλαδή βλέπουμε τη θεατρική σκηνή αλλά και την κινηματογραφική οθόνη, και  μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Λόλα, Χρήστος Σουγάρης
© Ελίνα Γιουνανλή

Στην πραγματικά πολύ δυνατή ατμόσφαιρα συμβάλλουν τα ωραία και λειτουργικά στην εξέλιξη της δράσης σκηνικά της Τίνας Τζόκα, τα ταιριαστά με τους χαρακτήρες κοστούμια της Εύας Γουλάκου, οι επιδέξιοι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και αναμφίβολα οι καταπληκτικές πρωτότυπες μουσικές του Τζεφ Βάγγερ, ο οποίος είχε να «αναμετρηθεί» με τον γίγαντα που λέγεται Ξαρχάκος και τις μουσικές του. Κι εδώ η αναμέτρηση δεν νοείται με όρους σύγκρισης, αυτό θα ήταν λάθος προσέγγιση, αλλά με το κατά πόσον η μουσική ορίζει, καθορίζει και εντείνει τη δράση, υπογραμμίζει συναισθήματα και φτιάχνει ατμόσφαιρα. Και αυτό το καταφέρνει ήδη από τις πρώτες σκηνές που ακούμε, και βλέπουμε στο ημίφως, την τρομπέτα.

Ο σκηνοθέτης λοιπόν είχε έναν πραγματικά πολύτιμο σύμμαχο, τον συνθέτη, για να στήσει μερικές πολύ δυνατές σκηνές. Ο χορός του Στάνκογλου με τον Τάσο Σωτηράκη, που στην ταινία ήταν ένα βαρύ χασάπικο, εδώ είναι ένας χορός με διονυσιακά χαρακτηριστικά, όπου αντί για μπουζούκι ακούμε νταούλια, σκηνοθετημένος σαν μια ιερή στιγμή τελετουργίας. Ακόμα και το θρυλικό «Χάθηκε το φεγγάρι» είναι εντελώς διασκευασμένο σε μια ηλεκτροτζάζ καμπαρέ εκδοχή που δεν «ακουμπά» καθόλου υφολογικά στην πρωτότυπη -θαυμάσια η Κλεοπάτρα Μάρκου. Αλλά η πιο αξιομνημόνευτη σκηνή δεν είναι άλλη από το φινάλε της, την κορύφωση του δράματος, την τελική αναμέτρηση ανάμεσα στον Άρη και τον Στέλιο, την εμπλοκή των συμμοριών και τελικά και του πατέρα της Λόλας, που έχει σκηνοθετηθεί και χορογραφηθεί (υπογράφει τις σκηνές πάλης ο Χάρης Γεωργιάδης, την κίνηση ο Άντι Τζούμα) σαν μια παγωμένη σκηνή βραδύτητας (slow motion) που θυμίζει πίνακα ζωγραφικής αλλά και το σινεμά του Ταραντίνο, μια εικόνα που λειτουργεί και ως παραίσθηση και προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ακούγεται το «White rabbit» των «Jefferson Airplane».

Οι ερμηνείες

Με την κινηματογράφηση των ηθοποιών στη σκηνή που παρακολουθούμε σε μεγάλη οθόνη δίνεται η δυνατότητα να εστιάσουμε σε λεπτομέρειες στα πρόσωπα, σε κάθε ματιά, σε κάθε σύσπαση που αποτυπώνει δισταγμό, αποφασιστικότητα, οργή, ευαισθησία. Έτσι, βλέπουμε ξεκάθαρα τα θυμωμένα βλέμματα της Έλλης Τρίγγου. Γιατί η Λόλα της δεν είναι μελαγχολική όπως ήταν της Καρέζη, μοιάζει να είναι πιο θυμωμένη, ίσως και λίγο, κάποιες στιγμές, τσαμπουκάς. Άλλες εποχές βλέπετε, και σίγουρα το αίσθημα του θυμού ταιριαστό με τη δική μας. Μου φαίνεται ότι η «Λόλα» του Σουγάρη και της Τρίγγου συγγενεύει και με μια άλλη κινηματογραφική ηρωίδα της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά, τη «Στέλλα» των Καμπανέλλη- Κακογιάννη. Γιατί η σύγχρονη Λόλα διεκδικεί την αυτοδιάθεση της, την ελευθερία της, το να είναι με τον άντρα που αγαπά.

Λόλα, Χρήστος Σουγάρης
© Ελίνα Γιουνανλή

Ο Άρης του Γιάννη Στάνκογλου συνδυάζει μια παλικαριά άλλης εποχής και αποφασιστικότητα χωρίς ωστόσο να λείπουν από την ερμηνεία του και οι πιο ευαίσθητες αποχρώσεις – άλλωστε, για ένα κορίτσι και μια τιμή γίνονται όλα. Του ταίριαξε απολύτως ο ρόλος ενός άντρα που τα παίζει όλα για όλα. Ο Στέλιος του Γιώργου Γάλλου δεν είναι απλά ένας κακός, τον κάνει πιο σύνθετο, αφήνεται να υπονοηθούν ανασφάλειες, κυρίως μη χάσει τη Λόλα, σίγουρα δεν είναι μονοδιάστατος που θα ήταν η εύκολη λύση-προσέγγιση, πλάθει έναν νέο χαρακτήρα από την αρχή. Και ο Κωνσταντίνος Σειραδάκης έχτισε τον ρόλο του, του Μαύρου, χωρίς να πέφτει στην παγίδα να μιμηθεί, ούτε καν να δανειστεί στοιχεία από τον Σπύρο Καλογήρου.

Οι άλλες εποχές που λέγαμε παραπάνω μάλλον καθόρισαν την επιλογή του Σουγάρη ο νέος ρόλος -δεν υπήρχε στην ταινία- το έμπιστο τσιράκι του Στέλιου, να είναι γυναίκα, η Ζωή, και την υποστηρίζει με δυναμισμό η Μαρίζα Τσαρή. Ο Νίκος Αρβανίτης στον ρόλο του πατέρα-που είχε παίξει ο γλυκύτατος Παντελής Ζερβός, αγαπημένη «φάτσα» στα κοινωνικά δράματα του ελληνικού κινηματογράφου-είναι τόσο όσο καλοσυνάτος, δεν ποντάρει δηλαδή απ’ την αρχή η ερμηνεία στην καλή του πρόθεση που καθορίζει και το τέλος. Μετρημένος και ο Κώστας Ξυκομηνός ως δειλό ανθρωπάκι-σερβιτόρος.

*  Η παράσταση συνεχίζεται έως 1η Μαρτίου.

Σχετικά άρθρα