Σ’ αυτή τη θεατρική παράσταση μπορεί να δεις τον εαυτό σου στο ντιβάνι του ψυχολόγου
Δύο ιστορίες, ένα υπερμεγέθες μαξιλάρι και όλα όσα δεν τολμάμε να πούμε στο ψυχοθεραπευτή μας.
Ας ξεκινήσουμε με το ότι αυτή την παράσταση την έμαθα από τη ψυχολόγο μου. Θα πήγαινε να τη δει επειδή είναι βασισμένη στο βιβλίο «Αόριστος» της Ελευθερία Παπουτσάκη, με ιστορίες ψυχοθεραπευόμενων, ιδωμένες από την πλευρά τους. Κάπως έτσι έφτασα κι εγώ στην Πλύφα, στο χώρο των πρώην Πλεκτηρίων Υφαντηρίων Αθηνών, στον Βοτανικό. Σε εκείνο το industrial σύμπαν που ταιριάζει απόλυτα με το να ξεγυμνώνεις την ψυχή σου μπροστά σε αγνώστους.

Το βιβλίο «Αόριστος» δεν το έχω διαβάσει. Ξέρω όμως ότι κινείται γύρω από αληθινές αφηγήσεις ανθρώπων που βρέθηκαν απέναντι σε έναν θεραπευτή και προσπάθησαν να αρθρώσουν το χάος τους. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Ο «αόριστος» είναι ο χρόνος που μιλά για κάτι που συνέβη, αλλά δεν ξέρεις αν έχει τελειώσει. Όπως τα τραύματα. Όπως οι διαγνώσεις που σε ακολουθούν. Ανάμεσα στις ιστορίες του βιβλίου ξεχωρίζουν περιπτώσεις που αγγίζουν τη διπολική διαταραχή, μια συνθήκη όπου η διάθεση εκτοξεύεται και κατακρημνίζεται από τη μανία στην κατάθλιψη, σαν εσωτερικό εκκρεμές χωρίς φρένα. Κάπου ανάμεσα στις λέξεις των θεραπευόμενων, διακρίνεται η αγωνία της ταυτότητας: είμαι αυτό που νιώθω ή αυτό που διαγνώστηκα;

Η ψυχοθεραπεία είναι το trend της εποχής και καλώς, μέχρι ενός σημείου. Έχει γίνει σχεδόν pop culture, ενσωματώνεται παντού, από τα podcasts μέχρι τα reels κι εμείς μπαίνουμε στην τροχιά της άλλες φορές συνειδητά και άλλες επιπόλαια. Αλλά όταν ένα βιβλίο που την αφορά μεταφέρεται στη σκηνή από την πλευρά του θεραπευόμενου, τότε το ενδιαφέρον αλλάζει επίπεδο. Δεν είναι πια hashtag, είναι σώμα. Και σίγουρα σου κινεί το ενδιαφέρον.
Ο «Αόριστος», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Λουκία Ανάγνου, είναι ένα μιούζικαλ δωματίου. Μια μικρή ζωντανή ορχήστρα, μια σκηνή που σχεδόν την ακουμπάς, ένα μιούζικαλ τσέπης που το βλέπεις χαλαρά στα τρία μέτρα μπροστά σου. Η Ανάγνου αγαπά τις διασκευές. Πιστεύει ότι το βίωμα είναι συλλογικό, και ως προς τη ψυχοθεραπεία, αλλά και ως προς τον τρόπο που το σύστημα αντιμετωπίζει τους ψυχικά νοσούντες: «Θίγονται κάποια ζητήματα και το χιούμορ είναι καταγγελτικό», λέει. Και όντως είναι. Γελάς και λίγο ντρέπεσαι που γελάς.

Στη διασκευή της προσπάθησε να είναι πιστή περισσότερο στο πνεύμα του κειμένου, που θέλει να μεταφέρει αληθινές και τραυματικές εμπειρίες με έναν τρόπο όχι βαρύγδουπο. Όχι με μελοδραματισμούς αλλά με ελαφρότητα που πονάει αλλιώς. Όπως μου λέει η σκηνοθέτης, όλοι οι ηθοποιοί κάνουν θεραπεία. Τους ενώνει αυτό το βίωμα κάτι που ήταν καθοριστικό για το αποτέλεσμα, γιατί υπήρχε κοινός κώδικας. Δεν έπαιζαν «την» ψυχοθεραπεία. Έπαιζαν κάτι που ξέρουν από μέσα.
Η επιθυμία της είναι ο θεατής να φύγει έχοντας αποκομίσει την αίσθηση ότι οι σχέσεις με τους θεραπευτές μας είναι κανονικές, ανθρώπινες σχέσεις. Επιλέγουμε ο ένας τον άλλον. Έχουμε την επιλογή να μην πάμε κι εκείνοι έχουν την επιλογή να μη μας δεχτούν. «Εγώ αν ακούσω άνθρωπο να λέει δεν πιστεύω στην ψυχοθεραπεία; Red flag», καταλήγει.
Η Πατρίτσια Τόσκα, μία εκ των ηθοποιών, το λέει απλά: «Η ψυχοθεραπεία δεν είναι εύκολο ζήτημα, ούτε σύντομο. Για να μπεις στη συνθήκη, πρέπει να είσαι έτοιμος». Για εκείνη, η παράσταση ήταν πρόκληση, όχι τόσο για το θέμα, όσο γιατί είναι η πρώτη της επαγγελματική δουλειά. Από έφηβη προσπαθεί να βρει τη θέση της σαν ηθοποιός, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για ένα άτομο με αναπηρία.

«Την τελευταία φορά μ’ έστειλε στον ειδικό μια σχέση που είχα και ζήλευα. Και δεν ήθελα να ζηλεύω» λέει ο Θανάσης Ισιδώρου. Ο ίδιος έχει αμφίρροπη σχέση με την ψυχοθεραπεία. Όταν ήταν νεότερος έβλεπε πιο παθολογικά τον εαυτό του και κυνηγούσε διαγνώσεις, τώρα όχι τόσο. Τον απασχολεί το ερώτημα «κατά πόσο είμαι τρελός;». Και μέσα από τον ρόλο του θέλει να μας βάλει να σκεφτούμε τα όρια: είμαι καλά ή όχι; Είμαι φυσιολογικός ή έχω κάτι; Και ποιος το αποφασίζει;
Ο Κωστής Μπούτας, τον οποίο θα δεις και στη σειρά «Το Παιδί» της ΕΡΤ λέει ότι η ψυχοθεραπεία τού ήταν χρήσιμη σε μια περίοδο επαγγελματικής πίεσης, όταν έπρεπε να βρει τρόπο να αντέξει. Όχι να γίνει άλλος άνθρωπος. Να αντέξει απλά σε μια ζωή πολλαπλών απαιτήσεων, μια συνθήκη που μάλλον όλοι βρίσκουμε οικεία.
Στην παράσταση στην Πλύφα ξεδιπλώνονται δύο ιστορίες: η μία αφορά τη διπολική διαταραχή και η άλλη τη στυτική δυσλειτουργία. Δύο θέματα που σπάνια μπαίνουν στο ίδιο κάδρο, αλλά εδώ συναντιούνται κάτω από τον ίδιο προβολέα. Ντύνονται με μουσική και στίχους που σε κάνουν άλλοτε να γελάς και άλλοτε να συγκινείσαι. Και όλα συμβαίνουν πάνω σε μια σκηνή όπου το μοναδικό σκηνικό αντικείμενο είναι ένα υπερμεγέθες, μακρύ μαξιλάρι. Σαν σωσίβιο. Σαν εμπόδιο. Σαν φωλιά. Σαν παγίδα. Σαν το ίδιο σου το μυαλό.

Αποδομεί το σύστημα ψυχικής υγείας η παράσταση; Σε κάποια σημεία ίσως σου δίνει αυτή την αίσθηση. Ένας ειδικός πιθανόν να έβρισκε την οπτική κάπως απλοποιημένη ή μονοδιάστατη. Από την άλλη, ίσως αυτό να είναι και το ζητούμενο. Γιατί εδώ δεν παρακολουθούμε την οπτική του θεραπευτή, αλλά ιστορίες ιδωμένες καθαρά από τη θέση του θεραπευόμενου. Και αυτή η θέση είναι συχνά θολή, υποκειμενική, γεμάτη θυμό, φόβο και ειρωνεία.
Σκηνοθεσία: Λουκία Ανάγνου
Πρωτότυπη μουσική: Νίκος Τσώλης
Παίζουν: Θανάσης Ισιδώρου, Κωστής Μπούντας, Πατρίτσια Τόσκα, Λουκία Ανάγνου