Γιατί συζητάμε ακόμα για το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Βασίλη Μπισμπίκη, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα;
© Ελίνα Γιουνανλή

Γιατί συζητάμε ακόμα για το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Βασίλη Μπισμπίκη, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα;

Είδαμε την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Μπισμπίκης στο «Cartel», μια ελεγεία για το περιθώριο που φτιάχτηκε για να ζει και να αναπνέει στο χώρο όπου γεννήθηκε.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης είναι της πιάτσας. Έχει ζήσει αντισυμβατικές μέρες και νύχτες -τα έχει διηγηθεί σε συνεντεύξεις χωρίς να λειαίνει και να στρογγυλοποιεί. Γνωρίζει τους ανθρώπους που ζούνε στο περιθώριο λίγο παρακεί, λίγο πιο έξω απ’ την επίσημη ζωή. Τους έχει κάνει παρέα. Τους σέβεται. Νομίζω ότι μέσα και σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να διαβαστεί το ανέβασμα του «Άνθρωποι και Ποντίκια», η επιλογή, η προσέγγιση, το είδος θεάτρου, ο χώρος. Και πάνω απ’ όλα η αλήθεια. Και ο ρεαλισμός.

Οι φτωχοχοδιάβολοι του έργου, μια χούφτα περιθωριακών αστοιχείωτων ηρώων, που στην συγκεκριμένη διασκευή ζούνε και εργάζονται στη σημερινή Αθήνα, είναι ειδωμένοι μέσα από το σκηνοθετικό βλέμμα ενός καλλιτέχνη που δεν έχει μέλημα να τους κρίνει ή να τους αντιμετωπίσει αφ’ υψηλού, αλλά να τους κατανοήσει και να τους κοιτάξει κάποιες στιγμές με τρυφερότητα. Για αυτό και δεν έχουμε exploitation αλλά βίωμα. Σοφά ο Βασίλης Μπισμπίκης έστησε την παράσταση γύρω από τη δυνατότητα να βιωθεί με έναν τρόπο αυτή η ιστορία από τον θεατή. Το καταφέρνει με τα χίλια. Δεν την ξεχνάς εύκολα αυτή την θεατρική εμπειρία. Την επιβάλλει και ο ίδιος ο χώρος που επέλεξε για την ομάδα του, Cartel, στο πρώην εργόστασιο, «Κλωσταί Πεταλούδα-Μουζάκης».

Άνθρωποι και ποντίκια
© Ελίνα Γιουνανλή

Το αριστούργημα του Στάινμπεκ

Να θυμίσουμε λίγο την ιστορία. Το λιτό και ολιγοσέλιδο αριστούργημα «Άνθρωποι και Ποντίκια» που έγραψε ο Τζον Στάινμπεκ το 1937, εκτυλίσσεται λίγο μετά τη Μεγάλη Ύφεση του ’29 που οδήγησε σε εσωτερική μετανάστευση προς τον ηλιόλουστο νότο διά μέσου της «μητέρας των δρόμων» του περίφημου, χιλιοτραγουδισμένου και χιλιοκινηματογραφημένου, Route 66. Μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία, που στην καρδιά της όμως χτυπάει μια τραγωδία (για τη χώρα, τις αξίες της, τους ανθρώπους της, κατάρρευση του αμερικάνικου ονείρου), αποτυπώνεται το πώς η οικονομική ανέχεια υποτίμησε την αξία της ανθρώπινης ζωής, πώς σε συνθήκες ακραίας φτώχειας οι άνθρωποι εξισώνονται με τα ποντίκια.

Ο Στάινμπεκ μας λέει ακόμα ότι, η εξαθλίωση και ο μόχθος μπορούν να παλευτούν με φιλία, συντροφικότητα, αλληλεγγύη. Οι δύο ήρωες του, ο Τζορτζ και ο Λένι, ονειρεύονται να αποκτήσουν λίγα εκτάρια γης και να στήσουν ένα σπίτι να σπέρνουν, να καλλιεργούν, να οργώνουν, να ανάβουν το τζάκι, να ψήνουν λουκάνικα και να έχουν πολλά κουνέλια. Γιατί ο Λένι θέλει να χαΐδεύει κάτι μαλακό. Συνήθως ποντίκια που όμως, τα πνίγει απ’ το πολύ χάιδεμα. Γιατί ο Λένι, που είναι ακούραστος εργάτης, προικισμένος με δύναμη πολλή, είναι νοητικά ανάπηρος. Τον φορτώθηκε ο Τζορτζ. Μαζί πηγαίνουν από μεροκάματο σε μεροκάματο, μεροδούλι μεροφάι, και φτου και πάλι από την αρχή. Θέλει παρέα η παλιοζωή.

Άνθρωποι και ποντίκια
© Ελίνα Γιουνανλή

«Άνθρωποι και Ποντίκια» σήμερα

Ο Βασίλης Μπισμπίκης, με την καθοριστική συμβολή βεβαίως της Σοφία Αδαμίδου που είχε υπογράψει τη μετάφραση και την ελεύθερη απόδοση- η παράσταση πρωτοανέβηκε το 2018, με άλλους συντελεστές και αρκετές αλλαγές-, ευφυώς έφερε την ιστορία αυτών των δύο, που στην παράσταση γίνονται Βασίλης και Λένος, στο σήμερα και στον τόπο μας, προσδιορίζοντας την γεωγραφικά εκεί ακριβώς όπου βρίσκεται ο νέος χώρος που έχει το όνομα της ομάδας τους, «Cartel, σε έναν παράδρομο της Εθνικής Οδού, με οδοδείκτη στο σημείο την γέφυρα της Εθνικής με τα νέον φώτα, κάπου στο Αιγάλεω. Εκεί, σε μια επιχείρηση πιάνουν δουλειά για να μαζέψουν λίγα λεφτάκια οι δύο ήρωες και βρίσκουν κι άλλους εργάτες, παρίες, με προβληματικό παρελθόν, προδιαγεγραμμένο μέλλον. Αλλά το δικαίωμα στο όνειρο δεν έχει ταξικό πρόσημο, δεν είναι προνόμιο των λίγων. Σε αυτή τη χούφτα απόκληρων χωράει κάθε κατατρεγμένος, όπως ένας μετανάστης. Το γεγονός ότι τον υποδύεται πραγματικός μετανάστης, ο Κούρδος Γιανμάζ Ερντάλ, ενισχύει τον ρεαλισμό. «Ξέρεις τι έχει τραβήξει για να ‘ρθει στο μπουρδέλο; Ολόκληρο Αιγαίο πέρασε», ακούμε.

Άνθρωποι και ποντίκια
© Ελίνα Γιουνανλή

Από τους υπονόμους στο φως

Τα πρώτα λεπτά της παράστασης είναι συγκλονιστικά και απολύτως καθοριστικά για αυτή την μετάβαση-εισαγωγή στον κόσμο στον οποίο θα είμαστε καρφωμένοι για περίπου τρεις ώρες. Έχουμε πάρει τις θέσεις μας σε ένα από τα κτίσματα του πρώην εργοστασίου, νυν «Τεχνοχώρος Cartel», μέσα σε ένα μουντό γκρίζο περιβάλλον από μπετόν με την ψυχρότητα ενός βιομηχανικού χώρου. Απέναντι μας, πελώριες λαμαρίνες. Μπροστά μας, δυό μέτρα απ’ τα πόδια μας (στην πρώτη σειρά) σχάρες υπονόμου. Δεν τους βλέπουμε αλλά ακούμε τις φωνές του Βασίλη Μπισμπίκη και του Θοδωρή Σκυφτούλη, το δίδυμο Βασίλης- Λένος, να έρχονται από τον υπόνομο και να πλατσουρίζουν σε νερά. Μέχρι να μετακινήσουν μία σχάρα και να βγούνε έξω, στο φως, μπροστά μας. Όπως βγαίνουν τα ποντίκια από τους υπονόμους. Και αρχίζουν να ονειρεύονται. Την ανθρώπινη υπόσταση που τους στέρησε η φτώχεια και η εξαθλίωση, θα τους τη δώσει πίσω ένα σπίτι. Δυνατότερη αρχή δεν θα μπορούσε να έχει.

Κι έπειτα ανοίγουν οι συρόμενες λαμαρίνες και αποκαλύπτεται ένα πραγματικά εξαιρετικό σκηνικό, φροντισμένο στην παραμικρή λεπτομέρεια μεγάλης (οι χώροι, τα δωμάτια) και μικρής εικόνας (αντικειμένων) που καθορίζει τον ρεαλισμό της παράστασης (σκηνικά-κοστούμια είναι αποτέλεσμα της συλλογικής δουλειάς της ομάδας Cartel). Βλέπουμε ένα συνεργείο με αφίσες της ποδοσφαιρικής ομάδας του Αιγάλεω και τσοντοαφίσες, ένα κουζινάκι, το γραφείο του αφεντικού, τον χώρο-κλουβί του μετανάστη, στο πάνω πάτωμα κοιτώνες, λίγο πιο κει, μια μπασκέτα, που κι αυτή θα αξιοποιηθεί, το τρανζιστοράκι παίζει σκυλάδικα και λαΐκά. Αρχίζουν να μπαίνουν ένας- ένας οι υπόλοιποι χαρακτήρες, πιάνουν δουλειά στην επιχείρηση, κι εκεί ο ρεαλισμός εντείνεται ακόμα περισσότερο. Οι μηχανές δουλεύουν, βλέπουμε με τα μάτια μας οξυγονοκόλληση, την μυρίζουμε, γρατζουνά το λαιμό η μεταλλική αίσθηση που αφήνει. Είναι ορατή η βρώμα και η δυσωδία, η σκουριά. Ρεαλισμός στα καλύτερα του, διάλογοι φυσικά με ωμή και σκληρή γλώσσα, αργκό, μπινελίκια που εάν ακούγονταν σε μια «κανονική» θεατρική συνθήκη δίπλα σε βελούδινες κόκκινες κουίντες δε θα λειτουργούσαν το ίδιο. Δεν είναι έργο που θα σε πάρει σιγά σιγά από το χέρι. Σε μπάζει κατευθείαν σε έναν κόσμο άγριο, ξένο, αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Ή το νιώθεις ή δεν το νιώθεις. Είναι ο ορισμός της site-specific τέχνης. Εάν βγάλεις αυτή την παράσταση από τον χώρο της, θα της αφαιρέσεις τα σπλάχνα.

Άνθρωποι και ποντίκια
© Ελίνα Γιουνανλή

Ρεσιτάλ ερμηνειών

Ο Μπισμπίκης κάνει την ερμηνεία της ζωής του (μαζί με αυτή στη «Σπασμένη φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη), χτίζοντας έναν ήρωα που εκτός από λούμπεν, άξεστος και μάτσο, έχει κι άλλες αποχρώσεις. Σε όλες τις σκηνές που ονειρεύεται την δική τους Εδέμ, ένα σπιτικό, συμπάσχουμε απολύτως μαζί του. Ακόμα και για τη σκηνή του τέλους (που δεν αποκαλύπτουμε) έχει κερδίσει ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη από τον θεατή. Ο Λένος του Θοδωρή Σκυφτούλη θα μπορούσε να βγει καρικατούρα, άλλωστε, οι ρόλοι ατόμων με αναπηρία είναι συνήθως στην κόψη. Ο Σκυφτούλης τα κατάφερε περίφημα.

Εξαιρετικοί, ο καθένας στον ρόλο του και οι υπόλοιποι, ο Στέλιος Κυριακίδης ως αφεντικό-τσάμπα μάγκας που ανάβει το καντηλάκι του Παντελή Παντελίδη, ο Αλέξανδρος Κουκιάς ως ο «καμένος» της παρέας βγάζει αβίαστο γέλιο λειτουργώντας αποσυμφορητικά-έχει και ωραίο χιούμορ η παράσταση, αναγκαίο, ζωτικό και απολύτως λειτουργικό στον ρυθμό-, ο Γιώργος Σιδέρης που έχει έναν πολύ δυνατό μονόλογο για το σκυλί του, ο Λευτέρης Αγουρίδας στον μισητό ρόλο του ρατσιστή, ο Κούρδος Γιανμάζ Ερντάλ στο ρόλο του μετανάστη, η Ελένη Γεωργακοπούλου που είναι το κορίτσι της διασκέδασης, ο Δαυΐδ Σταμούλος που υποστηρίζει την Αιγάλεω Σίτι και η Έρρικα Μπίγιου, η ζωηρή γυναίκα του αφεντικού με ρόλο καθοριστικό στην εξέλιξη της ιστορίας.

Με τον λυγμό του Μητροπάνου

Η τελευταία πράξη -χωρίς να κάνουμε σπόιλερ για κάποιον που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο-, είναι μια σκηνή ανθολογίας, ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε που έχουμε δει στο θέατρο. Ανατριχιαστική. Φοβερή έμπνευση η επιλογή του Μπισμπίκη να την ντύσει με μια φωνή που κυλάει στο αίμα μας, στο dna μας, του Μητροπάνου να τραγουδάει «φωνή εντόμου τώρα είναι η φωνή μου…», τη «Ρόζα» του Αλκαίου και του Μικρούτσικου. Ο λυγμός που λέει ο Έλιοτ στα δικά μας μέτρα είναι η φωνή του Μητροπάνου, μια σφιχτή αγκαλιά, ένα βαρύ ζεΐμπέκικο και ένας πυροβολισμός. Με αυτόν τον λυγμό τελειώνει ο κόσμος των ηρώων.

*Η παράσταση συνεχίζεται έως τον Μάιο

Σχετικά άρθρα