Γιατί το «Pluribus» άξιζε τελικά το hype
Η νέα σειρά του Βινς Γκίλιγκαν ήταν δικαίως η πιο πολυσυζητημένη σειρά του 2025.
Θα ξεκινήσω με μια άβολη εξομολόγηση. Δεν με ενθουσίασε ποτέ το «Breaking Bad» και δεν έχω δει ακόμα το «Better Call Saul». Βέβαια, από τις, ομολογουμένως επιδραστικές τηλεοπτικές δουλειές του Βινς Γκίλιγκαν, εκείνη που αγάπησα περισσότερο ήταν το «X-Files». Το οποίο εξηγεί, ως ένα βαθμό, γιατί κόλλησα εξαρχής με το νέο πόνημά του, το «Pluribus», το οποίο πρόσφατα ολοκλήρωσε την πρώτη σεζόν του στο Apple TV+. Η σειρά προκάλεσε ακαριαία σούσουρο και δικαίως, αφού ο Γκίλιγκαν είναι μεταξύ των σπουδαιότερων σεναριογράφων της μικρής οθόνης. Στην πορεία, ωστόσο, στη συλλογική δημόσια σφαίρα που λέγεται ίντερνετ εκφράστηκαν αρκετοί προβληματισμοί στους οποίους ερχόμαστε να (αντ)απαντήσουμε. Προειδοποιώ πως ακολουθούν μερικά spoilers που ενδεχομένως να θέλετε να αποφύγετε.

Εχθρός του καλού, το καλύτερο
Στα πρώτα επεισόδια συστηνόμαστε στην Κάρολ (Ρία Σίχορν), μια επιτυχημένη συγγραφέα φαντασίας με σχετική αδυναμία στο αλκοόλ, η οποία όμως δυσφορεί με το περιεχόμενο των βιβλίων της. Καθώς βρίσκεται σε περιοδεία για την προώθηση της νέας κυκλοφορίας της, ο πλανήτης καταλαμβάνεται από έναν επιθετικό εξωγήινο ιο, ο οποίος αφού προσβάλλει το σώμα, αδιόρατα ενώνει όλα τα ανθρώπινα μυαλά σε μια κοινή καθολική συνείδηση. Ένα «hive mind» όπως ονομάζεται το σχετικό αφηγηματικό εύρημα στο sci-fi, το οποίο ο Γκίλιγκαν χρησιμοποιεί με έναν εξαιρετικά ευρηματικό τρόπο. Εν προκειμένω, η νέα αυτή παντοκρατορική οντότητα κατέχει κάθε γνώση που είναι γνωστή στον άνθρωπο και ταυτόχρονα, λειτουργεί με απόλυτο γνώμονα το κοινό καλό. Έτσι, αδυνατεί να στερήσει ζωές και άμα τη εμφανίση της καταργείται η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Πρακτικά, παύει να έχει νόημα η εργασία όποιας μορφής, διότι μοναδικό μέλημα του καθένα είναι η φροντίδα του διπλανού του. Όλο αυτό δεν ακούγεται καθόλου άσχημο, βέβαια συνοδεύεται από ένα σοβαρό κόστος. Κάθε φορέας του ιού χάνει πλήρως την υποκειμενικότητά του, παύει να έχει βούληση και στην ουσία, όλοι είναι ένας. Παρόλα αυτά, φαινομενικά τυχαία, μια ντουζίνα άνθρωποι από όλο τον κόσμο δεν έχουν κολλήσει, με αποτέλεσμα να ζουν όπως πριν. Ανάμεσά τους, όπως φαντάζεστε, είναι και η Κάρολ.
Ένας από τους κύριους λόγους που το «Pluribus» ξεχωρίζει είναι γιατί διατυπώνει το εξής γοητευτικό ερώτημα: Η νέα πραγματικότητα που προκύπτει αντιστοιχεί σε δυστοπία ή ουτοπία; Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Από τη μία, εάν όλοι ήμασταν κομμάτι του «hive mind» θα βιώναμε αποδεδειγμένη και ανέφελη ευτυχία για πάντα, σε συνδυασμό με εκτίναξη του βιοτικού επιπέδου και εγγυημένη προστασία του περιβάλλοντος. Από την άλλη, θα είχαμε θυσιάσει τη συνειδητότητα και τις αναμνήσεις μας. Ένας εγωισμός που σήμερα, στην εποχή της ναρκισσιστικής σχεδόν εμμονής με τον εαυτό μας, μοιάζει επώδυνο να αποχωριστούμε. Για την ώρα τουλάχιστον, η Κάρολ ανήκει σε αυτήν τη μεριά της ιστορίας, πολύ απλά γιατί της φαίνεται τελείως στρεβλή η συμπεριφορά των συμπολιτών της. Για το λόγο αυτό στην πρώτη σεζόν κάνει ό,τι μπορεί ώστε να επαναφέρει τα πράγματα όπως ήταν, λες και ο κόσμος που ζούμε δεν είναι μες τα προβλήματα. Πάντως, εάν αναρωτιέστε, ούτε εγώ έχω αποφασίσει τι θα έκανα…

Είναι κακός ο πατερούλης;
Το σίγουρο είναι πως πολλοί βιάστηκαν να επικρίνουν το «Pluribus» για δήθεν αντικομμουνιστική ρητορεία, όχι τελείως άδικα. Στην επιστημονική φαντασία, σε δημοφιλείς περιπτώσεις όπως το «Invasion of the Body Snatchers» (Ντον Σίγκελ, 1956), η μαζική εισβολή από άγνωστο εξωτερικό εχθρό με ολοκληρωτική πνευματική ομοιογένεια, αποτελούσε χαρακτηριστική μεταφορά για τους κινδύνους της διάδοσης του κομμουνισμού, ιδιαίτερα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Στη σειρά δε, η Κάρολ λέει σαρκάζοντας πως είναι «η μεγαλύτερη κατά συρροή δολοφόνος μετά τον Στάλιν», πώς να μην τσιμπήσεις… Ωστόσο, η παραπάνω ερμηνεία μοιάζει κάπως απλοϊκή. Το σενάριο του Γκίλιγκαν δε χειρίζεται καμία πτυχή του τόσο μονοδιάστατα, μέχρι και το ποιοι ακριβώς είναι οι «κακοί» παραμένει δυσδιάκριτο, όπως επίσης το ποια είναι τα βαθύτερα κίνητρα των «μολυσμένων». Συν τοις άλλοις, είναι δόκιμο να δοκιμάσουμε και το αντίστροφο ανάγνωσμα. Οι ορδές των ατόμων που κινούνται δίχως βούληση προς ένα κοινό στόχο δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα αντικαπιταλιστικά ζόμπι του Τζορτζ Ρομέρο («Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», 1968). Επιπλέον, το γεγονός πως η δράση περιστρέφεται γύρω από τις έκπτωτες ΗΠΑ με ηρωίδα μια γυναίκα που αποτυγχάνει να αποκαταστήσει την πρότερη τάξη πραγμάτων, εύλογα θυμίζει τον παραγκωνισμό της Αμερικής από το διπλωματικό παιχνίδι της εξωτερικής πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση είναι ακόμα νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα, διαπίστωση που μας οδηγεί στο επόμενο σημείο. Ένα διόλου αμελητέο ποσοστό τηλεθεατών παραπονέθηκε πως το «Pluribus» είναι βαρετό. Δυσαρέσκεια που προδίδει το τέλμα στο οποίο βρίσκονται τα τηλεοπτικά έργα σήμερα. Ο Γκίλιγκαν ανήκει στη γενιά των δημιουργών που μεγαλούργησαν στη μικρή οθόνη, παίζοντας καθοριστικό ρόλο ώστε να καταναλώσουμε σειρές που πλαισίωσαν μια χρυσή εποχή για την τηλεόραση. Εννοώ τίτλους όπως το «Sopranos», το «Wire», το «Mad Men» κ.ο.κ., τα ξέρετε – τα έχετε δει. Κοινή συνισταμένη, ειδικά των δύο πρώτων παραδειγμάτων, είναι πως για πολλά επεισόδια δε συνέβαινε τίποτα με τη στενή έννοια του όρου. Οι παραγωγές απλώνονταν σε έκταση για να διογκωθεί η κρισιμότητα των διακυβευμάτων, να φανεί η ποιότητα της σεναριακής γραφής και να προκύψει στο τέλος ένα αφήγημα που προσφέρει μεγάλο πολιτισμικό βάρος, εκτός από καθηλωτική ψυχαγωγία. Στη μετα-«Game of Thrones» και Netflix φάση που βρισκόμαστε, όμως, καλομάθαμε στο binge-watching, στην κυκλοφορία ολόκληρων κύκλων μαζί, τις συχνές ανατροπές και τις σύντομες διάρκειες. Η οικονομία της διασπασμένης προσοχής το απαιτεί, εξάλλου.

Αναπόφευκτα, το «Pluribus» διαθέτει το γενετικό κώδικα των πρότερων περιπτώσεων, άρα δεν έχει ως προτεραιότητα το cliffhanger, όσο το να κατασκευάσει ένα συμπαγές και υποβλητικό δράμα, κάτι που κάνει και με το παραπάνω. Το αστείο είναι πως κάποτε, όταν κινηματογράφος και τηλεόραση βρίσκονταν ακόμη σε ανταγωνισμό, κύριο επιχείρημα όσων έβλεπαν κυρίως σειρές ήταν το ότι απολαμβάνουν να γνωρίζουν εις βάθος τους χαρακτήρες και να αποκτήσουν σχέση μαζί τους. Προτιμούν να βλέπουν TikToks τώρα, άραγε;
Φυσικά, δεν προκαταβάλλω πως το «Pluribus» θα κάνει τομή στην τηλεοπτική ιστορία, κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο από τόσο νωρίς. Υπερασπίζομαι, παρόλα αυτά, το δικαίωμα στην ανάπτυξη μιας πωρωτικής αφήγησης που εξερευνά με πρωτότυπο τρόπο κρίσιμα υπαρξιακά ζητήματα. Αν μη τι άλλο, δεν είναι μείζον το να απαντήσουμε πόσα είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε αν ξέρουμε πως μετά όλα θα είναι καλύτερα; Ή έπειτα, δεν έχει μια αγνή απόλαυση να βλέπεις την εξέλιξη μιας τόσο αντιφατικής και πληθωρικής ηρωίδα όπως η Κάρολ; Για τον γράφοντα η απάντηση είναι σαφώς καταφατική.