LONDON, ENGLAND - JANUARY 26: Take That (L-R) Gary Barlow, Howard Donald and Mark Owen attend the Take That documentary series premiere for Netflix at The Cinema in Battersea Power Station on January 26, 2026 in London, England. (Photo by Lia Toby/Getty Image for Netflix/Take That)
© Lia Toby/Getty Image for Netflix/Take That)
Οι Take That στο Netflix είναι η ένεση νοσταλγίας που χρειαζόμασταν
Netflix, παρακαλώ κάνε και τους New Kids on the Block ντοκιμαντέρ.
Περιεχόμενα
Πάτησα το play στο ντοκιμαντέρ των Take That στο Netflix, περισσότερο από επαγγελματική περιέργεια και λιγότερο από θαυμασμό. Ήθελα να δω πώς γεράσανε αυτοί οι τύποι που κάποτε γέμιζαν τα πρωτοσέλιδα του “Αφισόραμα” και του “Κατερίνα”. Όμως, με το που ακούστηκαν οι πρώτες νότες και εμφανίστηκαν τα πλάνα από το Μάντσεστερ του ’90, ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ήταν ο ήχος της εφηβείας μου, που επέστρεφε με φόρα μυρίζοντας λακ και φτηνό αποσμητικό. Βέβαια, οφείλω να κάνω μια ιστορική εξομολόγηση: εγώ τότε ήμουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Στο δωμάτιό μου δεν υπήρχε χώρος για τον Gary Barlow. Η δική μου εικονοστατική λατρεία ήταν αφιερωμένη στους New Kids on the Block. Αυτούς είχα αφίσα πάνω από το κρεβάτι, με αυτούς έκανα πρόβες στον καθρέφτη για το πώς θα φιλιόμουν στα παγκάκια της πλατείας, αυτούς φαντασιωνόμουν ότι θα συναντούσα τυχαία σε ένα ελληνικό νησί και θα με έπαιρναν μαζί τους στο tour bus. Οι Take That μου φαίνονταν τότε λίγο πιο καθωσπρέπει, λίγο πιο βρετανοί, λίγο λιγότερο δικοί μου.
Και κυρίως, τότε, ως έφηβη, δεν είχα ανακαλύψει την ανυπέρβλητη, σχεδόν επικίνδυνη γοητεία του Ρόμπι Γουίλιαμς. Ο Ρόμπι μπήκε στο συγκρότημα στα 16 του, ήταν το μωρό της παρέας, και στο ντοκιμαντέρ βλέπεις ακριβώς αυτό: ένα αγρίμι που προσπαθούσαν να το βάλουν σε καλούπι. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια, να γίνω ενήλικη και να δω τον Ρόμπι να απογειώνεται σόλο, για να καταλάβω ότι αυτός ο τύπος ήταν το πραγματικό rockstar υλικό που έλειπε από τις φαντασιώσεις μου στο παγκάκι. Σήμερα τον λατρεύω, τότε όμως, ήμουν πολύ απασχολημένη με το να μετράω τα βήματα του Τζόρτναν Νάιτ.
Η ανατομία μιας δόξας
Το ντοκιμαντέρ του Netflix δεν είναι μια απλή αγιογραφία. Είναι μια βαθιά, σχεδόν επώδυνη ματιά στο τι συμβαίνει όταν πέντε τυχαία αγόρια γίνονται η θρησκεία μιας ολόκληρης γενιάς. Δείχνει την άνοδο, την υστερία, τη διάλυση που έστειλε κορίτσια στις γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης (πραγματικό γεγονός στην Αγγλία!), αλλά και την επική επιστροφή τους ως μεσήλικες πια. Είναι η ιστορία της φιλίας που δοκιμάστηκε από το εγώ, τα ναρκωτικά και τη σύγκριση, αλλά κυρίως είναι ένας καθρέφτης για εμάς, τα εφηβάκια των 90s.
Βλέποντάς το, δεν μπορούσα να μην κάνω τη σύγκριση με το τώρα. Τα δικά μου παιδιά, που βρίσκονται στην προεφηβεία, με κοιτούσαν απορημένα. «Μαμά, γιατί κλαις για αυτούς τους θείους;» με ρώτησε ο μεγάλος, την ώρα που από το δωμάτιό του ακουγόταν κάποιο τραπ κομμάτι με βαριά μπασογραμμή.
Από τους κοιλιακούς στην μαγκιά νέας κοπής
Υπάρχει μια τεράστια διαφορά στη συνταγή των boybands του τότε σε σχέση με το τι θεωρείται σέξι σήμερα. Στα 90s, το sexiness ήταν απλοποιημένο, σχεδόν αθώο μέσα στην υπερβολή του. Οι Take That και οι New Kids σου πετούσαν στα μούτρα κοιλιακούς, ιδρωμένα στήθη και οπίσθια που λικνίζονταν ρυθμικά σε χορογραφίες που έμοιαζαν με γυμναστική επίδειξη.
Ήταν ένα sexiness που βασιζόταν στο σώμα και τη φυσιολογία του. Τα αγόρια έπρεπε να είναι όμορφα, να χαμογελάνε, να χορεύουν και να σου δίνουν την αίσθηση ότι, αν τους συναντούσες, θα ήταν οι καλοί της τάξης που απλώς έτυχε να είναι και πανέμορφοι. Ήταν μια φαντασίωση που μπορούσες να την χωρέσεις δίπλα σου στο παγκάκι χωρίς να φοβάσαι.
Σήμερα, αν ακούσεις τις μουσικές προτιμήσεις που έχουν οι έφηβοι, ειδικά στην κυρίαρχη τραπ και χιπ-χοπ σκηνή, το sexiness έχει αντικατασταθεί από το attitude. Δεν αρκεί να είσαι σέξι, πρέπει να είσαι μάγκας, σκληρός, να έχεις ένα ύφος που λέει «δεν σε έχω ανάγκη». Η μουσική σήμερα δεν θέλει να σε κάνει να ονειρευτείς ένα φιλί, αλλά να σου δείξει τη δύναμη, τα λεφτά, την επικράτηση. Η ευαλωτότητα που έβγαζαν οι Take That όταν τραγουδούσαν το “Back for Good” θεωρείται σήμερα σχεδόν απαγορευμένη για τα σύγχρονα ανδρικά πρότυπα της βιομηχανίας.
Τότε, το αγόρι στη σκηνή σου έταζε την καρδιά του. Σήμερα, το αγόρι στο Spotify σου δείχνει το ρολόι του και το θυμωμένο του βλέμμα.
Η παράκαμψη της προσπάθειας
Τα boybands των 90s δούλευαν σαν σκυλιά. Έκαναν πρόβες μήνες ολόκληρους για μια χορογραφία, περιόδευαν σε κάθε μικρή πόλη, έχτιζαν τη σχέση με το κοινό τους βήμα-βήμα. Υπήρχε μια χειρωνακτική προσπάθεια στην απώλεια της ιδιωτικότητάς τους.
Σήμερα, η δόξα είναι συχνά ένα viral μακριά. Όπως ακριβώς τα χάπια αδυνατίσματος παρακάμπτουν τη σωστή διατροφή, έτσι και η σύγχρονη βιομηχανία συχνά παρακάμπτει το χτίσιμο ενός καλλιτέχνη. Όλα πρέπει να γίνονται γρήγορα, εύκολα, με ένα φίλτρο στο TikTok. Το ντοκιμαντέρ των Take That μας θυμίζει ότι η αυθεντική σύνδεση με το κοινό δεν αγοραζόταν τότε με αλγορίθμους, αλλά με ιδρώτα στη σκηνή.
Ένα γλυκόπικρο φινάλε
Κλείνοντας την τηλεόραση, ένιωσα μια περίεργη ευγνωμοσύνη που πρόλαβα την εποχή όταν οι αφίσες στους τοίχους είχαν τρύπες από πινέζες και οι φαντασιώσεις μας δεν είχαν blue light, αλλά φεγγαρόφωτο στην πλατεία. Οι Take That μπορεί να μην ήταν «οι δικοί μου» τότε, αλλά σήμερα είναι οι πρεσβευτές μιας εποχής που επιτρεπόταν να είσαι αφελής, να ερωτεύεσαι με πάθος ένα είδωλο και να πιστεύεις ότι ένα τραγούδι μπορεί να φέρει κάποιον πίσω για πάντα.
Στα παιδιά μου μπορεί να φαντάζουν γραφικοί θείοι, αλλά για μένα είναι η απόδειξη ότι, όσο κι αν αλλάζει η χημεία της αγοράς και τα πρότυπα του sexiness, τίποτα δεν κερδίζει τη δύναμη μιας καλής μελωδίας που σε κάνει να νιώθεις ξανά δεκαπέντε. Τελικά, το μόνο που μένει είναι η μουσική, και ίσως εκείνο το παλιό παγκάκι που μας περιμένει ακόμα, έστω και μόνο στη μνήμη μας.