Το «Beef» στη νέα σεζόν έπαθε «White Lotus» και δεν το λέμε για καλό
©Netflix 2026

Το «Beef» στη νέα σεζόν έπαθε «White Lotus» και δεν το λέμε για καλό

Ο δεύτερος κύκλος της δημοφιλούς σειράς του Netflix αποτελεί ένα φλύαρο αναμάσημα θεμάτων που έχουμε δει και ξαναδεί και ξαναδεί.

Εδώ και αρκετούς μήνες διανύουμε μια περίοδο όπου η μικρή οθόνη βιώνει παρατεταμένη κρίση ταυτότητας. Σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, (αμερικανικά) τηλεοπτικά κανάλια και streaming πλατφόρμες μιμούνται την κοντόφθαλμη λογική των κινηματογραφικών στούντιο έτσι, η πρωτοτυπία και η τόλμη έχουν δώσει τη θέση τους στο αναμάσημα και τη διεκπεραίωση. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα που θα μπορούσαμε να δώσουμε εδώ, αλλά για την ώρα αρκεί ο νέος κύκλος του «Beef» που έκανε πρεμιέρα στο Netflix.

Το 2023 η τότε μίνι σειρά του Νοτιοκορεάτη δημιουργού Λι Σουνγκ Τζιν («Silicon Valley», «Undone») συντονίστηκε με το πνεύμα της εποχής εμβαθύνοντας στο πώς πλέον αδυνατούμε να επικοινωνήσουμε – διαπληκτιστούμε σε ανθρώπινο επίπεδο, ενδίδοντας σε μια καταστροφική συμπεριφορά με βασικό καύσιμο την οργή. Το σενάριο του Τζιν, εκτός από αρκετές εκπλήξεις, επιφύλασσε μια μεστή ενδοσκόπηση ενός συναισθήματος που υπήρχε διάχυτο «εκεί έξω», με αναπόφευκτο αποτέλεσμα το κοινό να ανταποκριθεί. Εάν προσθέσουμε στην εξίσωση τις άψογες ερμηνείες των πρωταγωνιστών Άλι Γουόνγκ και Στίβεν Γέουν, προκύπτει η εξίσωση με την οποία το Netflix απέκτησε ένα ακόμα σουξέ στο μενού του, το οποίο επισφραγίστηκε με την κατάκτηση οκτώ βραβείων Emmy. Τρία χρόνια μετά, η δεύτερη σεζόν αντί να εμπλουτίσει τα στοιχεία με βάση τα οποία πέτυχε, υποφέρει από αυτό που ο υπογράφων αποκαλεί «σύνδρομο των executives». Δηλαδή, του τρόπου που οι ιθύνοντες των streamers ή στούντιο παρεμβαίνουν σε ένα δοκιμασμένο προϊόν με μαρκετινίστικους αντί καλλιτεχνικούς όρους, αποδυναμώνοντας τη μοναδικότητά του και ρίχνοντας κατακόρυφα την όποια ποιότητά του. Τα συμπτώματα αυτού του «συνδρόμου» είναι, μεταξύ άλλων, η αύξηση του κόστους παραγωγής με στόχο την προσέλκυση χολιγουντιανών σταρ, το ξεχείλωμα της πλοκής αυστηρά για τη διόγκωση του χρόνου θέασης των συνδρομητών και η επιφανειακή αναφορά σε περίπλοκα ζητήματα επικαιρότητας ή με άλλα λόγια, ό,τι συζητιέται στο ίντερνετ. Όλα εντοπίζονται στα οκτώ καινούρια επεισόδια του «Beef».

©Netflix 2026

Δεν είναι κάθε ανανέωση για καλό

Ο καινούριος κύκλος, λοιπόν, βρίσκει ένα εύπορο ζευγάρι (Όσκαρ Άιζακ, Κάρεϊ Μάλιγκαν) σε τέλμα και συνεχείς ρήξεις, σε μία από τις οποίες γίνεται άθελά της μάρτυρας μια υπάλληλός τους (Κάιλι Σπένι) και ο σύντροφός της (Τσαρλς Μέλτον). Για κακή τύχη των τσακωμένων, ο καβγάς τους όχι μόνο απαθανατίστηκε από το κινητό της νεαρής, αλλά επιπλέον δίνει την εντύπωση πως υπήρξε βία μεταξύ τους. Η άβολη ισορροπία που προκύπτει απειλεί να τινάξει τις ζωές όλων στον αέρα, αφού η ισορροπίες εξουσίας ανάμεσά τους πια έχουν αλλάξει τελείως.

Ο Σουνγκ Τζιν «καβαλά» το ρεύμα των μηδενιστικών μοντέρνων αφηγήσεων που αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους ως φύσει τοξικούς, αυτονόητα πονηρούς, υποκριτές και πρόθυμους να εκμεταλλευτούν τον αδύναμο, θέλοντας να εκθέσει αυτήν την ηθική κατάπτωση μέσα από τη μιαρότητα των πράξεών τους. Οι ήρωες του «Beef» δε διστάζουν στιγμή να είναι αναληθείς, ακόμα και εάν γνωρίζουν πως θα εγκλωβιστούν σε ένα δαίδαλο ψεμάτων, ακούγεται και η ατάκα «όλοι εξαπατούν» («everybody is scamming»), αρκεί να φτάσουν σε ένα άμεσο, γενναιόδωρο κέρδος. Την ίδια στιγμή, ο Νοτιοκορεάτης δεν παραλείπει την ανάδειξη των ταξικών ανισοτήτων στο πλαίσιο που απεικονίζει, όπως όταν ο χαρακτήρας της Σπένι διαπραγματεύεται την προαγωγή της ζητώντας βασικά ιατρική ασφάλιση(!) εκτός από καλύτερο μισθό, αλλά και το χάσμα γενεών που καθιστά ακόμα δυσκολότερη τη συνεννόηση μεταξύ ζούμερς και μπούμερς σε απόγνωση. Αλλά, γιατί δε δουλεύει αυτό το ποτπουρί υπαρξιακής – κοινωνικής αγανάκτησης;

©Netflix 2026

Φουλ «Beef» αλλά ψαχνό μηδέν

Η σύντομη απάντηση είναι πως πλέον το έχουμε δει πάρα πολλές φορές. Από τα σπουδαία «Παράσιτα» (Μπονγκ Τζουν-χο, 2019) μέχρι το βιτριολικό «White Lotus», το ανατρεπτικό «Ταιριάζουμε;» (Σελίν Σονγκ, 2025) και το πρόσφατο «The Drama» (Κρίστοφερ Μπόργκλι, 2026), η κουλτούρα του νεοπλουτισμού, της «καλής ζωής», των δηλητηριωδών ρομάντζων και του μαζοχιστικού νιχιλισμού είναι θεματικές που αν δεν έχουν κορεστεί οπτικοακουστικά, σίγουρα πρωταγωνιστούν στα θεάματα που κυκλοφορούν τελευταία. Επομένως, για να αποκτήσει στοιχειώδες ενδιαφέρον το «Beef», όφειλε τουλάχιστον να εντάξει κάτι ξεχωριστό σενάριό του. Αντ’ αυτού, αποτυγχάνει παταγωδώς.

Στο πέρας των οκτώ επεισοδίων κυριαρχεί η ακατάσχετη φλυαρία, βίαια ξεσπάσματα και η μηδενική εμβάθυνση είτε στην περιπλοκότητα των συνθηκών είτε στις παραδοξότητες που προκύπτουν από τα λάθη των πρωταγωνιστών. Επιπλέον, τα συμπεράσματα που εξάγονται μοιάζουν απλουστευτικά εκτός από προβλέψιμα. Κυρίαρχο εκείνο θέλει τους χαρακτήρες έρμαια των δικών τους προσωπικών ψευδαισθήσεων, αρνούμενοι να παραδεχτούν τη διολίσθηση σε ένα κακέκτυπο του εαυτού τους προτού καταστραφούν ολοσχερώς. Κάπου εκεί κρύβεται μια τραγικότητα, υποτίθεται, αλλά όταν όλοι οι χαρακτήρες συμβαδίζουν με βασική προτεραιότητα την ιδιοτέλεια, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να τους συμπονέσεις, πόσο δε μάλλον να νιώσεις έστω και σχηματική οικειότητα. Βέβαια, για να επιστρέψουμε σε ένα σημείο που αναφέρθηκε νωρίτερα, εκείνο που λείπει εκκωφαντικά από το «Beef» είναι ένας ουσιαστικός λόγος για τον οποίο συνεχίστηκε η παραγωγή. Η δεύτερη σεζόν, πάντως, σίγουρα δεν τον βρήκε.

Ειδική μνεία, ωστόσο, στην παρομοίωση του Άιζακ με Έλληνα στο πέμπτο επεισόδιο. Όσκαρ, είσαι ένας από μας.

Περισσότερες κριτικές σειρών εδώ.

Σχετικά άρθρα