Στα άδυτα της Ρώσικης Μαφίας
Κεχρί για χαβιάρι, πρώην αρσιβαρίστες, όπλα, ναρκωτικά και πολλά πολλα λεφτα. Άρθρο χωρίς συντάκτη, για ευνόητους λόγους... Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Ρωσία ’92. Άδεια ράφια, άδειες νύχτες, άδεια μυαλά. Τα μόνα που γεμίζουν είναι τα μπουκάλια της βότκας και τα επαναληπτικά περίστροφα. Μέσα από θολές μέρες και γκρίζες νύχτες ξεγλιστρά ένας κλειστός, σιωπηλός και με αυστηρούς νόμους κόσμος. Ο κόσμος της Κόκκινης Μαφίας. Ένα συνδικάτο του εγκλήματος οπλισμένο ως τα δόντια, που δρα ανενόχλητο. Που τα μέλη του κινούνται άνετα και δραστήρια ακόμα και μέσα στα κυβερνητικά μέγαρα. Και τόσο φανερά, ώστε κινδυνεύει κανείς να τους μπερδέψει με τους επισήμους. Είναι, άλλωστε, παράδοση στη χώρα η κάθε ρώσικη κούκλα να κρύβει μέσα της μια άλλη μικρότερη.
Προσοχή: Το άρθρο περιέχει σκληρές εικόνες.
Taxi blues.
Το ξεχαρβαλωμένο Μόσκβιτς φρενάρισε τόσο απότομα που ο αλλοδαπός επιβάτης του πειρατικού ταξί κόντεψε να κολλήσει στο παρμπρίζ. Γύρισε έξαλλος προς τον οδηγό που τον είχε παραλάβει για να τον πάει στο μοσχοβίτικο αεροδρόμιο. Ο σωφέρ δεν αποκρίθηκε καν στις βλαστήμιες του. Είπε ήσυχα «πρόμπλεμ» και βγήκε για να εξετάσει το αυτοκίνητο. Οι επιβάτες ενός άλλου ιδιωτικού αυτοκινήτου που ακολουθούσε έσπευσαν πρόθυμα να βοηθήσουν. Δύο ώρες αργότερα ένας περαστικός οδηγός πούλμαν είδε τον λεηλατημένο επιβάτη να αιμορραγεί στην άκρη του δρόμου. Η αστυνομία, όπως πάντα, έφτασε πολύ αργά. Κι ας ήταν πρωί. «Πρόκειται για αυτόνομες συμμορίες που κάνουν του κεφαλιού τους και χαλάνε την πιάτσα», εξηγεί ο Σεργκέι, ένας νόμιμος ταξιτζής. «Και βρίσκουν πάντα υποψήφια θύματα». Τα πιο εγγυημένα, από πλευράς ασφάλειας, ταξί – από και προς το αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο είναι αυτά που ελέγχει η σπείρα του προαστίου Σχίμκι της Μόσχας. Όλοι οι ταξιτζήδες πληρωνουν ένα μερτικό στον εκπρόσωπό τους που μοιράζει τη δουλειά, «λαδώνει» την πολιτοφυλακή και δίνει ποσοστά στη Μαφία. Όποιος δεν υπακούσει θα βρεθεί με σκασμένα λάστιχα, σπασμένα παρμπρίζ και, το χειρότερο, θα του αφαιρεθεί η άδεια εργασίας. «Πληρώνουμε όλοι. Έτσι, εμείς έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο και οι πελάτες το δικό τους στους ώμους τους».

Ψηλά τακούνια. Ψηλότερο εισόδημα.
«Ζω σαν βασίλισσα», λέει καθώς ισιώνει το καλσόν της με σκέρτσο. «Κι αυτό γιατί δεν αντιστέκομαι ποτέ και σε τίποτα». Είναι λεπτή, ξανθιά, γύρω στα 25 και «εργάζεται» στο ξενοδοχείο Pribaltijskaja της, όχι και τόσο άγιας, Πετρούπολης. Που και που, βέβαια, πετάγεται στην κοντινή Φιλανδία για «εξυπηρετήσεις». Κοντή φούστα, ψηλά τακούνια, βαθύ ντεκολτέ, κατακόκκινο κραγιόν. Όλα μαζί 100 δολάρια για ένα «άδειασμα». «Δεν είναι και πολλά, αφού πρέπει να πληρώσω από 10 δολάρια στον καθένα από τους άντρες της ασφάλειας, τον πορτιέρη, την υπεύθυνη του κάθε ορόφου. Δεν μπαίνει, άλλωστε, όποια και όποια μέσα σ’ ένα ξενοδοχείο». Χώρια το «λάδωμα της αστυνομίας για να κάνει τα στραβά μάτια» μην τυχόν και τη συλλάβουν για το παράπτωμα της «επιβάρυνσης αλλοδαπών». Όλο αυτό το πάρε-δώσε συν τη «νόμιμη» προμήθειά τους (50%) τα έχουν αναλάβει άλλοι. Οι προστάτες της Μαφίας. «Τι να πρωτοπρολάβω εγώ;». Οι νταβατζήδες της περιοχής είναι επαγγελματίες. Ούτε δωράκια, ούτε δήθεν γλυκόλογα, μόνον η σιδερένια κάννη στον κρόταφο ή μια μαχαιριά στο μάγουλο είναι η αποτελεσματική πειθώ σ’ όσες το παίζουν σκληρά καρύδια. «Α! τους λατρεύω αυτούς τους νταήδες. Ποτέ δεν σε ξαπλώνουν μόνοι τους αλλά φέρνουν και τους φίλους τους». Και πάντα δωρεάν. Αμοιβαία εξυπηρέτηση. ΄Αλλωστε η Νίνα, η «πουτάνα» (έτσι ακριβώς τις αποκαλούν στα ρώσικα). κερδίζει, σ’ ένα καλό και αποδοτικό μήνα, 45.000 ρούβλια. Όσο η αξιοπρεπής σύνταξη του Γκόρμπυ για δέκα περίπου χρόνια.

Σούπερ-μάρκετ δολοφόνων.
Η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών. Οι τρομοκρατημένοι μάρτυρες κατηγορίας βρίσκονταν σ’ όλη τη διάρκειά της κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της αστυνομίας. «Ο εκβιασμός είναι μια φάση που όλοι μας θα την περάσουμε. Είναι το κόστος που πληρώνουμε για την εφαρμογή της οικονομίας της αγοράς. Κάτι σαν φόρος». Καθαρές εξηγήσεις προς τους δικαστές από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο 37χρονος Βλαντιμίρ Κουμάριν, ένα από τα τέσσερα μεγάλα αφεντικά της Μαφίας στο παλιό Λένινγκραντ, δεν έχασε την ευκαιρία, ακόμα και μέσα στο δικαστήριο, να διατυπώσει τα πιστεύω του, προσδιορίζοντας με σαφήνια ότι οι καιροί άλλαξαν. Γέννημα-θρέμμα της μπρεζνιεφικής περιόδου, έφθασε από την επαρχία στην πόλη πριν είκοσι χρόνια. Μικροαπατεώνας στην αρχή, αρχή, πουλούσε βαμμένα σπόρια κεχριού για χαβιάρι στους αφελείς τουρίστες. Αργότερα οι δουλειές του μεγάλωσαν. Κλοπές, εκβιασμοί, προστασία, ναρκωτικά, πλύσιμο συναλλάγματος, μαύρη αγορά, τα συνηθισμένα. Μερικές εκατοντάδες «καλά παιδιά» μπήκαν κάτω από τις διαταγές του. Οι ζώνες επιρροής της πόλης πόλης ορίστηκαν με αιματηρές συμπλοκές εναντίον του βασικού ανταγωνιστή του Αλεξάντερ Μάλυσεβ, που σήμερα ζει στο εξωτερικό. Το ημερήσιο εισόδημα του Κουμάριν από τις «μπίζνες» ξεπερνούσε τα 150.000 ρούβλια. Τα μισά πήγαιναν στους κατώτερους του συναφιού. Μόλις πέρυσι τον συνέλα δαν. Φοβερό κατόρθωμα για την αστυνομία που τα είχε «παίξει». Αν και λέγεται ότι ο ίδιος έστησε τη σύλληψή του με τους μπάτσους για «ξεκάρφωσεις. Το κατηγορητήριο αποτελείτο από 179 σελίδες. Έφαγε 4 χρόνια. Μόνο. Σε λίγο θα είναι έξω. Η νέα ελεύθερη σούπερ αγορά χρειάζεται εγχώριους τραπεζίτες, εφοριακούς, επενδυτές. Και ο Κουμάριν έχει την απαιτούμενη πείρα. Δοκιμασμένη, μάλιστα, σε πιο αντεργκράουντ συνθήκες.
Πυραμίδα στον πάγο.
Η νεκρώσιμη ακολουθία, παρά το θλιμμένο της ύφος, είχε αλλού το μυαλό της. Ο αναπάντεχος θάνατος του «Μαύρου Ιβάν», αρχιγκάνγκστερ στην περιοχή της Μόσχας, τους έβαζε σε μπελάδες. Το πόστο του ήταν ιδιαίτερα επικερδές και η απώλειά του οικονομικά οδυνηρή για τους βαρώνους του εγκλήματος. Αμέσως μετά την ταφή του στο νότιο νεκροταφείο οι «τεθλιμμένοι» συγγενείς και φίλοι αποφασίζουν «γενική συνέλευση» με θέμα την αντικατάστασή του Σύμφωνα με τους άγραφους κώδικες της Μαφίας, όποιος εκλεγεί αναλαμβάνει αμέσως καθήκοντα. Όποιος αρνηθεί, πεθαίνει. Οι κλίκες είναι οργανωμένες με στρατιωτική πειθαρχία σε πυραμοειδές σχήμα. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονται 3.000 περίπου «Νόμιμοι Απατεώνες» που ζουν διακριτικά σαν αξιότιμοι επιχειρηματίες που πηγαινοέρχονται στο εξωτερικό. Αξιοσέβαστο είδος, σαν το αφεντικό της συμμορίας Κάζανερ της Αγίας Πετρούπολης, που θα μπορούσε να είναι ο Ρώσος Ντόναλντ Τραμπ. Με επενδύσεις σε οικόπεδο, οικοδομικές επιχειρήσεις και κοινοπραξίες ιδιωτικών τραπεζών, είναι η αστραφτερή βιτρίνα της άγριας παρανομίας. Αυτοί συντονίζουν τη δράση, ελέγχουν τα μέλη, αποφασίζουν για τις επιχειρήσεις και διευθετούν τις ζώνες επιρροής. Κατά τα άλλα, είναι εξαιρετικά φιλεύσπλαχνοι και φιλάνθρωποι προς τους βετεράνους πολέμου και τους αθλητές που έχουν βγει στη σύνταξη. Απ’ αυτούς, άλλωστε, γίνεται η στρατολογία των μελών. Πιο κάτω στην ιεραρχία βρίσκονται οι «Αυθεντίες» που κατευθύνουν τις ομάδες κρούσης, τις «Ταξιαρχίες». Αυτές στελεχώνονται από τους «Ανιχνευτές» που αναλαμβάνουν τις διαπραγματεύσεις, τους «Ράζμπορ» που ρυθμίζουν τις πληρωμές και τους «Ρακέτιρυ» τους εκβιαστές. Τέλος, την πλατιά βάση της πυραμίδας από μυώδεις «μαχητές» αποτελούν οι «Μπόιζυ», που αναλαμβάνουν όλες τις χοντρουδουλειές. Ο φόνος ανήκει άλλωστε και αυτός στην επιχείρηση και αμείδεται με ξεχωριστό πριμ. Τα μεγάλα αφεντικά φροντίζουν να τους ταΐζουν και να τους ντύνουν όλους. Τους προμηθεύουν με κορίτσια, αυτοκίνητα και όπλα. Οι πληρωμές γίνονται από το «Όμπτσακ», το κοινό ταμείο από το οποίο ενισχύονται ακόμα οι φυλακισμένοι συνάδελφοι και οι οικογένειές τους. Υπάρχει ακόμα και σύστημα συνταξιοδότησης που εξασφαλίζει και τα γηρατειά των παλαίμαχων. Ένα είδος «σοσιαλιστικής πρόνοιας» από τα σαγόνια του καρχαρία.

Σκεπή ή κερμίδα;
Το νεοεγκαινιασθέν βίντεοκλάμπ στο προάστιο Ντολγκομπρούντυ είχε τυλιχθεί από ώρες στις φλόγες, ώσπου να φτάσει η πυροσβεστική και να ρίξει μερικές σταγόνες νερού στις στάχτες του. Ο ιδιοκτήτης του άφαντος. Οι ψίθυροι των παρευρισκόμενων δίνουν και παίρνουν με το ίδιο πάντα συμπέρασμα: «Δεν συμμορφώθηκε». Ούτε ο πρώτος ήταν ούτε ο τελευταίος. Η Μαφία τιμωρεί. Παντού. Σε κάθε πόλη και χωριό. Άριστα οργανωμένη, προσφέρει υπηρεσίες σε όλους και τα παίρνει από όλους. Με το μαλακό, αλλά κυρίως με το άγριο. Οπλισμένη συνήθως με πιστόλια Στέτσκιν και ημιαυτόματο Μακάροβ και, σε πιο βαριές περιπτώσεις, με Καλάσνικωφ, Ούζι και χειροβομβίδες γνωρίζει τους κατάλληλους τρόπους να εξαναγκάζει. Προς το παρόν, δρουν στη χώρα πάνω από 5.000 συμμορίες. Προς το παρόν! Από τις 100 περιπτώσεις νοθείας, διαφθοράς και σκανδάλων η αστυνομία ξεσκεπάζει μόνο τις 3. Σε κάθε επιχείρηση εξάρθρωσης μιας συμμορίας γεννιούνται άλλες πέντε. Σκέτη Λερναία Ύδρα. Πτώματα παντού. Κάθε 22 λεπτά δολοφονείται και ένας άνθρωπος, το ίδιο συχνά όσο στις ΗΠΑ. Για τραυματισμούς δεν τηρούνται στατιστικά στοιχεία. Είναι αμέτρητοι. Όποιος από τους νέους ιδιώτες μαγαζάτορες δεν πληρώνει προστασία στο «γενικό κουμάντο» της περιοχής, θα υποστεί τις συνέπειες. Ό,τι δεν δίνει σε ρούβλια θα το ξεπληρώσει με αίμα. Στην αρχή μια ευγενική επίσκεψη, μετά ένα απειλητικό τηλεφώνημα, αργότερα μια βόλτα στο πάρκο. Εκεί του σπάνε και τα δύο σαγόνια ή του τσακίζουν τα κόκαλα με ένα ρόπαλο του μπέιζμπωλ (το πιο διαδεδομένο ερασιτεχνικό όπλο σε μια χώρα που δεν έχει ιδέα πώς παίζεται το άθλημα). Ακολουθεί το «σιδέρωμα», ακουμπούν την παγωμένη κάννη του πιστολιού στο κεφάλι του απείθαρχου και σκηνοθετούν μια εικονική εκτέλεση. Το τελευταίο βήμα είναι να του πυρπολήσουν το μαγαζί, πράγμα γμα που κρίθηκε σαν ασύμφορο, γι’ αυτό και τώρα τελευταία επιδίδονται σε απαγωγές των αγαπημένων προσώπων κάθε ασυμβίβαστου προς τους νόμους της πιάτσας. Χωρίς την κατάλληλη «κρίσα» (στέγη-προστασία) κανείς δεν μπορεί να στήσει μια ιδιωτική επιχείρηση για πάνω από πέντε λεπτά. Και όπως κανείς δεν πρόκειται να μείνει «ξεσκέπαστος», άλλο τόσο και κανείς προστάτης δεν πρόκειται να τιμωρηθεί. Δεν υπάρχουν ποτέ αποδείξεις. Μια νέα σιωπή αναπτύσσεται στην παλιά Σ. Ένωση. Όχι πολιτική αυτή τη φορά, αλλά εξίσου βολική για τους big boss του εγκλήματος. Με τέλειες σχέσεις με την παλιά αλλά και με την καινούργια εξουσία, οι συμμορίες του εγκληματος έχουν επιβληθεί σαν η νέα τάξη στην καθημερινή αποσύνθεση της χώρας.

Λευκές νύχτες & άσπρη σκόνη.
Στην υπόγεια ντίσκο «Σολάρις» του ξενοδοχείου «Κόσμος», τα κορίτσια χαχανίζουν μασώντας τσίχλα. Δύο κοντοκουρεμένοι χοντροκέφαλοι πλησιάζουν κάθε ξένο θαμώνα και, αφού εγκωμιάσουν πρώτα τον Γιέλτσιν, εκθειάζουν την ποιότητα της ρώσικης γυναικείας συντροφιάς. Αν ο υποψήφιος πελάτης δεν «τσιμπήσει», αλλάζουν παραμύθι. Του προσφέρουν παλιές εικόνες και βιβλία, την «ψυχή» της Ρωσίας, όπως λένε. «Λαθρεμπόριο; Σας παρακαλώ!» Κάνουν σαν να ακούνε πρώτη φορά αυτή τη λέξη. Και συνεχίζουν τις μπίζνες. Αλλάζουν δολάρια στην καλύτερη τιμή σ’ όλη τη χώρα, αλλά και φίνο αφγάνικο χασίσι διαθέτουν, και εκλεκτό ουζμπέκικο όπιο πλασάρουν. Η λάμψη των διεθνών ξενοδοχείων, που κάποτε αποτελούσαν το αντικείμενο του πόθου για λαθρέμπορους, έχει ξεθωριάσει. Τις δουλειές εκεί πια τις κλείνουν μόνον οι νταβατζήδες. Το μέλλον της Μαφίας βρίσκεται μακριά. Αναπτύσσεται στα γυμνά βουνά της Κεντρικής Ασίας, κατά μήκος των συνόρων με την Κίνα, την Περσία και το Αφγανιστάν, και λέγεται απλά ηρωίνη. Στις νεοανεξάρτητες χώρες του Ουζμπεκιστάν, της Κιργισίας και του Ταντζικιστάν ανθεί η οπιούχα παπαρούνα. Οι εκτάσεις που καλλιεργούνται, με επιμέλεια, διπλασιάζονται από μήνα σε μήνα και η συγκομιδή, που γίνεται δυο φορές το χρόνο, πολλαπλασιάζεται. Όλες οι τεχνολογικές εφαρμογές έχουν μπει στην υπηρεσία της παραγωγής. Επιμελώς τοποθετημένοι σωλήνες φέρνουν νερό, σε ειδικές κάψουλες με σχισμές πήζει το γάλα του όπιου, το οποίο και παραλαμβάνει το «δίκτυο» για να το «σπρώξει» σε άγνωστες, για την ώρα, κατευθύνσεις. Μάλλον προς τα νεοσυσταθέντα εργαστήρια ηρωίνης που οργανώνουν σπεσιαλίστες από το «χρυσό τρίγωνο» και τη Λατινική Αμερική, πουλώντας στην ντόπια Μαφία το Knowhow. Ολόκληρα χωριά ζουν με το παραπάνω από την καλλιέργεια παπαρούνας, που φυλάσσονται αποτελεσματικά από υπερεξοπλισμένες ομάδες. Όπως πάντα, και σ’ αυτή την ιστορία λείπουν τα ονόματα, γιατί κανείς δεν τα αναφέρει, και οι αριθμοί που κανείς δεν επιτρέπεται να γνωρίζει. Η αστυνομία υπολογίζει χοντρικά ότι σήμερα καλλιεργούνται πάνω από 1.000 εκτάρια που παράγουν μερικούς τόνους όπιου σε στερεά μορφή και αποφέρουν κέρδη στη Μαφία τουλάχιστον 5 δισ. ρούβλια το χρόνο. Και ενώ το μέλλον για όλη τη χώρα δείχνει μαύρο και μασίφ, σαν γέμιση παλιού κανονιού, για το οργανωμένο έγκλημα το μέλλον είναι λευκό. Σε σκόνη που θα πουλιέται πανάκριβα.

Τα «καλά» παιδιά.
Στην εξώπορτα κάποιου ιδιωτικού εστιατορίου, στην οδό Πλιούτσικα, είναι παρκαρισμένα δύο εντυπωσιακά αυτοκίνητα με νορμάλ πινακίδες. Ένα Βόλβο και μια Μερτσέντες, καλογυαλισμένα και με σωφέρ, φαντάζουν σαν εξωτικά φυτά μέσα στις αραιές νιφάδες χιονιού των σαραβαλια- σμένων Λάντα. Στην είσοδο ο πορτιέρης δείχνει ξαναμμένος, παρά την υπό το μηδέν θερμοκρασία. Απόψε το μαγαζί έχει «υψηλή» πελατεία. Και μάλιστα ντόπια, σε στυλ Γκότι. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να την εντοπίσει. Πάνω στο μπεζ τραπεζομάντιλο, σ’ ένα –όπως θα λέγαμε- «πρώτο τραπέζι πίστα», ξεχωρίζει επιδεικτικά με μεγάλα αυτοσχέδια γράμματα η πινακίδα: «Μόνο συνάλλαγμα». Γύρω του μια πολύχρωμη παρέα συγκεντρώνει τα κλεφτά, αλλά ζηλόφθονα, βλέμματα της υπόλοιπης πελατείας. Οι άντρες γύρω στα 40, φοράνε παρδαλά σακάκια, μαύρα πουκάμισα, φαρδιά παντελόνια και μυτερά δερμάτινα παπούτσια. Στα χέρια τους κάνουν φλας χρυσές αλυσίδες, ρολόγια «φλούδα» με πλεχτό μπρασελέ και μόνοπετρα δαχτυλίδια. Οι ορίτζιναλ ξανθιές που τους συνοδεύουν έχουν τη μισή περίπου ηλικία τους και είναι ντυμένες στα κόκκινα, σαν φράουλες. Πλάι τους σε ξεχωριστά τραπέζια, σε στυλ «μυστικός δείπνος», κάθονται «σόλο», με τα μάτια στραμμένα στην πόρτα, τα κτηνώδη παιδιά τη συνοδείας. Καπνίζουν Μάρλμπορο, φοράνε μαύρα δερμάτινα μπουφάν, παντελόνια φόρμας Αντίντας, αθλητικά Ρήμποκ παπούτσια και «κόβουν» κίνηση με βλέμματα που από μόνα τους είναι ικανά να προκαλέσουν καρδιακό επεισόδιο. Οι σερβιτόροι «τσακίζονται» να τους εξυπηρετήσουν κουβαλώντας τοπ χαβιάρι, σαμπάνια «Golden» και πανάκριβο μπράντυ Μολδαβίας. 50 δολάρια το μπουκάλι, που καταναλώνεται μονορούφι, λες και γύρισαν μόλις από την έρημο. Τα τρέιντ μαρκ του παράνομου χρήματος είναι φανερά. Ακριβό ντύσιμο και φθηνές χειρονομίες, δυνατά ποτά και ελαφριές γκόμενες. Τα υπόλοιπα τραπέζια βολεύονται με βότκα διατίμησης και βαρύ μεταλλικό νερό. Διακρίσεις και προνόμια που πριν καμιά δεκαριά χρόνια απολάμβαναν, σε παρόμοιες θέσεις, τα στελέχη του κόμματος και οι ευνοούμενοί τους, αθλητές υψηλών επιδόσεων ή καλλιτέχνες, που προωθούσαν με την «ακτινοβολία» τους το σοβιετικό σύστημα. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε σοβιετικό, ούτε σύστημα. Και καμιά ακτινοβολία, αν εξαιρέσει κανείς την πυρηνική. Τους οργανωμένους απατεώνες του κόμματος τους αντικατέστησε το αυθεντικά οργανωμένο έγκλημα. Οι «Νονοί» Νο2 κατέλαβαν τις θέσεις των προκατόχων τους στον καθεδρικό της αισχροκέρδειας που κάποτε ονομαζόταν Σοβιετική Ένωση. Και δεν είναι υπερβολή, μέσα σε μια εποχή σύγχυσης μόνο η Μαφία μοιάζει να εγγυάται σταθερότητα και να απαιτεί φόρο τιμής. Ήδη αυτή τη στιγμή το ρώσικο συνδικάτο του εγκλήματος, με τις διεθνείς διασυνδέσεις του, έχει τζίρο γύρω στα 150 δισ. ρούβλια. Αν προστεθεί και ο τζίρος των υπόλοιπων τοπικών τμημάτων της Κοινοπολιτείας, φτάνει τα 200 δισ. Ποσό που αντιστοιχεί στο 20% του συνολικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Με μια μικρή πίστωση χρόνου θα το ελέγξουν όλο τε- λικά. Και, απ’ ό,τι φαίνεται, ο χρόνος κυλάει προς όφελος των Ρώσων «goodfellas» που ρεύονται απολαυστικά την άφθονη σαμπάνια τους, σε μια χώρα που ακόμα και το δυσεύρετο ψωμί κοστίζει όσο μισός μισθός.

Κάποτε στην Ανατολή.
Αν και οι Ρώσοι έχουν υιοθετήσει την ονομασία Μαφία, ο όρος έχει ελάχιστη σχέση με τις ορίτζιναλ, ιταλικής καταγωγής, αμερικάνικες φαμίλιες του οργανωμένου εγκλήματος. Τα αφεντικά της ρώσικης Μαφίας ούτε μεγάλωσαν μαζί στις ίδιες γειτονιές, ούτε πέρασαν βαθμιαία τα στάδια της ιεραρχίας για να εξελιχθούν από απλοί γκάνγκστερς των δρόμων σε capi (επικεφαλής ομάδων). Και φυσικά δεν έχουν την σχεδόν πανομοιότυπη και μυστικοπαθή συμπεριφορά των αντίστοιχων Αμερικάνων, ούτε το τελετουργικό (που φιλώ το χέρι, νονέ) της συγγένειας. Είναι ένα μίγμα μαυραγοριτών και αποβρασμάτων από διάφορες εθνικότητες, που δρουν όμως εξίσου επικίνδυνα και αιματηρά με το αυθεντικό πρότυπο. Στη Μόσχα, μόνο, δρουν 200 «ταξιαρχίες» χωρισμένες σε 11 τομείς ελέγχου. Ζώνες που ορίστηκαν μετά από ξεκαθάρισμα λογαριασμών, σύμφωνα με τη ρώσικη παράδοση. Λιγότερο αιματηρά απ’ ό,τι ο Στάλιν ξεκαθάριζε τους αντιπάλους του και περισσότερο βίαια απ’ ό,τι η χήρα του Ντοστογιέφσκι ξεκαθάριζε την αλληλογραφία του συζύγου της. Ανάμεσα στις πιο άγριες συμμορίες τον πρώτο λόγο έχει η κλίκα των Τσετσένων. Μια καταπιεσμένη, εδώ και δεκαετίες, μουσουλμανική μειονότητα από τον Καύκασο, που διαθέτει τις αποτελεσματικότερες ομάδες κρούσης. Όλες, πάντως, ανεξαιρέτως οι συμμορίες στρατολογούν εδώ και χρόνια τα μέλη τους από ποινικούς αποφυλακισμένους, «Αφγκάντζι» (βετεράνους του πολέμου) και κτηνώδεις «Λούμπερς» (πρώην ερασιτέχνες αρσιβαρίστες από τα γυμναστήρια του φτωχού προαστίου Λουμπέρτου). Και όλες σχεδόν οι ομάδες γεννήθηκαν πριν καμιά τριανταριά χρόνια. Αρχές ’60s. Την ίδια εποχή που το κόμμα, φουσκωμένο από περηφάνια διατυμπάνιζε τη νίκη του σοσιαλισμού. Οι διευθυντές των κρατικών εργοστασίων, πάντως, κατάλαβαν αυτή τη νίκη ιδιαίτερα συμφεροντολογικά. Ιδρύουν τα «ΤΣΕΚΙ», τα πρώτα παράνομα τμήματα στις επιχειρήσεις τους, όπου, κλέβοντας κρατικές ύλες και χρησιμοποιώντας φθηνά εργατικά χέρια, παράγουν τα «τσεκοβίκι» (όλα όσα ζητούνται). Και ζητούνται τα πάντα. Δημιουργούνται ολόκληρα υπόγεια εργοστάσια που παράγουν από παπούτσια μέχρι τρόφιμα και μηχανές. Οι εργάτες τσοντάρουν ένα επιπλέον μεροκάματο στον κρατικό μισθό, ενώ οι τοπικές αρχές και οι κομματικές υπηρεσίες ελέγχου παίρνουν πρόθυμα ένα μερίδιο από τα κέρδη. Με πλαστά τιμολόγια, χαλκευμένα στοιχεία συγκομιδής, ανεξέλεγκτα κρατικά δάνεια και άπειρες άλλες λαθροχειρίες, οργανώνεται μια άλλη οικονομία πλάι στην κρατική. Στο όργιο διαφθοράς συμμετέχουν οι περισσότεροι. Ένα έγκλημα δίχως τιμωρία. Η παραοικονομία άλλωστε είναι η εκδίκηση του μέσου Σοβιετικού πολίτη στα προνόμια της κομματικής ελίτ. Τα προϊόντα της αναλαμβάνουν να τα διακινήσουν οι πρωτοεμφανιζόμενες παράνομες ομάδες. Στο ρυθμό των δισεκατομμυρίων ρουβλίων που κερδίζονται παράνομα, χορεύουν όλοι ανέμελα και χαρωπά. Δικαστικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, βουλευτές, συνδικαλιστές αλληθωρίζουν μπροστά στο χρώμα του χρήματος. «Ρουμπλιούτσικ» και «Σπεκουλάντι» (κερδοσκόποι) δημιουργούν έναν υπόκοσμο μέσα στο κράτος. Η KGB συνεχίζει να κυνηγάει τους αντιφρονούντες, οι βολεμένοι γραφειοκράτες αδιαφορούν και οι έρευνες σταματούν πάντα στην εξώπορτα της εξουσίας. Ένα μεγάλο μέρος των 2,5 εκατ. βουλευτών στα διάφορα κοινοβούλια της χώρας εκμεταλλεύονται τη βουλευτική ασυλία για να στήσουν ύποπτες μπίζνες. Και ο κόσμος συνηθίζει να χρησιμοποιεί άλλες άκρες για να βρει ό,τι απουσιάζει από τα ράφια των κρατικών καταστημάτων. Όταν καταφθάνει η περεστρόικα φέρνοντας αδιανόητες, μέχρι πριν λίγο, έννοιες σαν αυτές τις ιδιωτικοποίησης και της αγοράς, ξεθάβονται τα σακιά με τα παράνομα ρούβλια και οι πλάκες χρυσού για να αγοραστεί ό,τι βγαίνει στο σφυρί. Η Μαφία είναι ιδιαίτερα προσαρμοστική στις νέες συνθήκες. Και συχνά πιο μπροστά από τις εξελίξεις, ακολουθώντας μια παλιά ρώσικη παροιμία που λέει: «όποιος βαδίζει σε λεπτό πάγο πρέπει να βιάζεται». Έτσι, πίσω από μια σειρά από καθ’ όλα νόμιμες επιχειρηματικές βιτρίνες, κρύβεται ένας τεράστιος μηχανισμός που επιδίδεται σε κάθε είδους κακουργήματα. Ένας στρατός του εγκλήματος που μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να μετατραπεί σε στρατό εμφύλιου πολέμου αν απειληθεί η εκάστοτε «κοινωνική τάξη» που τους συμφέρει.

Οι αδιάφθοροι.
Ακόμα και σήμερα, οι Ρώσοι αλλάζουν πεζοδρόμιο όταν βρεθεί στο διάβα τους το Νο 38 της οδού Petrovka στη Μόσχα ή το Νο 4 της λεωφόρου Letjnij στην Αγία Πετρούπολη. Παλιότερα κάθε έντιμος πολίτης κινδύνευε να περάσει την πόρτα αυτών των κτιρίων, με τις κεραίες στην ταράτσα και τα γκρίζα από σκόνη τζάμια, για να εξαφανιστεί μια για πάντα μέσα στους πέτρινους τοίχους τους. Τα κεντρικά γραφεία της αστυνομίας, παρά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές, προκαλούν ακόμα τρόμο και ζωντανεύουν εφιαλτικές μνήμες στους απλούς ανθρώπους. Μόνο τα συνδικάτα του εγκλήματος αδιαφορούν για τους εκπροσώπους του Νόμου. Ξέρουν ότι εκεί μέσα δεν άλλαξαν και πολλά. Απλά έκαναν ένα ακόμα βήμα προς τα πίσω. Προς τη λίθινη εποχή.
Τίποτα πια δεν λειτουργεί στα αστυνομικά τμήματα. Οι ασύρματοι δεν δουλεύουν, τα τηλέφωνα θέλουν επισκευή, οι γραφομηχανές δεν έχουν ταινία, οι σφαίρες είναι μετρημένες, το σαραβαλιασμένο περιπολικό Λάντα τρεκλίζει, αλλά συνήθως μένει από βενζίνη. Άσε που πρέπει να το μοιραστούν πάνω από 20 άντρες της Μιλίτς (πολιτοφυλακής). Γενική παράλυση. Ακόμα γελάνε, φορώντας φθαρμένες στολές και λιωμένα παπούτσια, με τις διακηρύξεις της περεστρόικα που τους υποσχόταν οργάνωση σε στυλ FBI. Η φτωχή αλήθεια, όμως, είναι ότι κάπως εξελίχθηκαν τα πράγματα στη δίωξη του εγκλήματος. Παλιότερα έκλεβαν οι κομματικοί και έμεναν ατιμώρητοι, τώρα κλέβουν οι γκάνγκστερς της Μαφίας. Αυτούς, λοιπόν, τους κλέφτες νέας εσοδείας τώρα μπορούν να τους συλλάβουν. Και μετά από την καθιερωμένη ανάκριση να τους αφήσουν ελεύθερους λόγω έλλειψης στοιχείων! Η αναμέτρηση μαζί τους, άλλωστε, μοιάζει άνιση. Η Μαφία διαθέτει ανάλογο, αν όχι καλύτερο, οπλισμό, αυτοκίνητα με ασύρματα τηλέφωνα και, πάνω απ’ όλα, άριστες διασυνδέσεις με υψηλά ιστάμενους. Η αστυνομία έχει στο πλευρό της μόνο το νόμο και την ηθική που, δυστυχώς, ούτε άτρωτους τους κάνουν και ακόμα χειρότερα, αν ποτέ πεινάσουν, αυτά δεν τρώγονται. Με 600 γελοία ρούβλια το μήνα, βγάζουν όσα μια καθαρίστρια του υπόγειου σιδηρόδρομου. Και αυτή επιπλέον δεν κινδυνεύει. Ενώ οι αστυνομικοί, μόνιμα εξαντλημένοι, ετοιμάζονται για αλλεπάλληλες νυχτερινές εφόδους κατά των παράνομων και των πολυβόλων τους. Όσο για εκείνο τον παράτολμο που θα τρακάρει πάνω στα αλλεπάλληλα πυρά τους, μένει μόνο ένα, όπως πάντα, αργοπορημένο ασθενοφόρο, ένας πρόχειρος επικήδειος και 200 ρούβλια σύνταξη για τη γυναίκα και τα ορφανά του. Με ένα τέτοιο ποσό η οικογένειά του μπορεί να αγοράσει σήμερα μόνο μια ντουζίνα τριαντάφυλλα για τον τάφο του. Θλίψη.
Η τελευταία ελπίδα του νόμου είναι τα παιδιά της ομάδας ΟΜΟΝ, η ελίτ των βαριά οπλισμένων ειδικών κομάντος της Πολιτοφυλακής, κυρίως επειδή θεωρεί ο καθένας τους την αναμέτρηση με τους γκάνγκστερς σαν προσωπικό στοίχημα. Γι’ αυτούς, τους επαγγελματίες της καταστολής και της δίωξης, η κόντρα είναι κάτι μεταξύ δόσης και ξεχαρμανιάσματος και η δράση τους κάπου ανάμεσα σε υπακοή στις εντολές και σε ατομικό αντάρτικο. Πρώην στελέχη ειδικών δυνάμεων του στρατού, και μέλη της πρώτης αντιτρομοκρατικής ομάδας που δημιουργήθηκε για την Ολυμπιάδα του ’80, συμπεριφέρονται σαν Ρώσοι Ντέρτυ-Χάρυ, επειδή μετρούν και τις μεγαλύτερες απώλειες από όλο το αστυνομικό σώμα. Ψιλοσαλεμένοι οι περισσότεροι, κυκλοφορούν ακόμα και εκτός υπηρεσίας με τις στολές τους, έτοιμοι να πάρουν το νόμο στα χέρια τους, σαν να θέλουν να πείσουν τον φοβισμένο κόσμο ότι δεν είναι όλοι στη χώρα τους απατεώνες, εγκληματίες και συνεργάτες τους.
Η ζωή, όμως, δεν είναι σαν ταινία που κερδίζουν συνήθως οι καλοί. Αν αποτύχουν και οι «αδιάφθοροι» της ΟΜΟΝ, τότε είναι πολύ πιθανό να γίνει αυτό που από καιρό συζητάει η διοίκηση της αστυνομίας. Να παραχωρήσει δηλαδή ένα τμήμα των υπηρεσιών της στον ιδιωτικό τομέα. Και τότε ακριβώς θα σταματήσουν οι λύκοι της Μαφίας να ουρλιάζουν γύρω από τα σιωπηλά πρόβατα, αφού οι ίδιοι θα τα φυλάνε κι όλας.
Τεύχος 60, Απρίλιος 1992
*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.