ΣΟΚ! Τι πιστεύει ο Διάβολος για το Θεό;

ΣΟΚ! Τι πιστεύει ο Διάβολος για το Θεό;

Ο διάολος δεν έσπασε τελικά το ποδάρι του και παραθέτει μερικές ψύχραιμες σκέψεις του για τον Θεό που τόσο θαυμάζετε. Το κείμενο του Γιώργου Παυριανού αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Τον λέτε Αγαθό, Σοφό, Καλό, Ευσπλαχνικό. Τον προσκυνάτε στους ναούς Του. Και όταν τελειώνει αυτό το θέατρο, έρχεστε σε μένα για να ζητήσετε τα ρουσφέτια σας. Τι να περιμένει, όμως, κανείς από τα όντα που δημιούργησε αυτός; Μπορούσε ποτέ να βγει κάτι της προκοπής;

Κι εγώ; Τι κερδίζω εγώ από όλη αυτή την ιστορία; Με ξορκίζετε, με βλαστημάτε, με καταριέστε, με εξευτελίζετε. Ποιον; Εμένα! Τον μοναδικό που σήκωσα το ανάστημά μου απέναντι στην καλοσυνάτη τυραννία του Θεού! Αλλά ξέρω από πού προέρχεται αυτή η καλοστημένη προπαγάνδα. Από Εκείνον φυσικά! Είμαι, βλέπετε, ο μοναδικός που τον αμφισβητώ. Που ξέρω στοιχεία και γεγονότα. Που τον ξέρω από την καλή και από την ανάποδη.

Όμως, ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Δεν ανέχομαι άλλο αυτόν τον δημόσιο εξευτελισμό. Θα παρουσιάσω από το ημερολόγιό μου όχι πολλές, μερικές ερωτήσεις που ίσως και εσείς τις έχετε κάνει και κανείς δεν σας απάντησε. Σκεφτείτε λίγο και βγάλτε τα συμπεράσματά σας. Άει στο Θεό πια!

Μήπως τεμπελιάζει ο Θεός;

Σαφώς και τεμπελιάζει. Εδώ δούλεψε για έξι μέρες και μετά αισθάνθηκε την ανάγκη να ξεκουραστεί! Δεν μπορώ να καταλάβω. Τη μια εμφανίζεται φοβερά δυνατός, φτιάχνει βουνά, φτιάχνει ποτάμια, αστέρια, πλανήτες και, ξαφνικά, την έβδομη ημέρα κλατάρει και θέλει λέει relax. Λες και είναι δημόσιος υπάλληλος που περιμένει την Κυριακή για να δει ποδόσφαιρο και για να πλύνει το αυτοκίνητό του. Βέβαια, η αλήθεια είναι άλλη ο Θεός τεμπελιάζει φριχτά. Δεν βλέπετε τι γίνεται σ’ όλο τον κόσμο; Φτώχεια, πείνα, δυστυχία, πόλεμος. Λίγο να έπιανε δουλειά ο Θεός, θα ξεκαθάριζε αυτή η κατάσταση. Όμως δεν ρίχνει ούτε ένα βλέμμα, δεν διορθώνει κανένα από τα στραβά που ο ίδιος έχει φτιάξει στον κόσμο. Αντίθετα, την αράζει στον Παράδεισο, ακούει τα Κύριε Ελέησον, ανοίγει φιλοσοφικές συζητήσεις με τον Σωκράτη, παίζει ζάρια με τον Αϊνστάιν και ο κόσμος κάτω καίγεται.

Τι κάνω εγώ την ίδια ώρα; Έχω βάλει ας πού με στο μυαλό κάποιου την ιδέα να σκοτώσει τον μπατζανάκη του. Πρέπει να τρέξω, να σκεφτώ επιχειρήματα για να του ανάψω τα αίματα, να του βρω το όπλο του εγκλήματος, να κανονίσω ώστε να πάει ο μπατζανάκης σπίτι του με μια νταμιτζάνα κρασί, να τους κάνω να μεθύσουν, μετά να λογοφέρουν για το οικόπεδο στα Σπάτα, να πυροβολήσει ο φίλος μας τον μπατζανάκη του, να τον πετυχει και να τον σκοτώσει! Μετά σου λένε «τον έβαλε ο Διάολος». Ναι, αλλά, για να τον βάλει, ο Διάολος δούλεψε, αγάπη μου! Δεν καθόταν σαν τον Θεό, άπραγος!

Κάνει ο Θεός πλάκες στους πιστούς του;

Θα σας θυμίσω μόνο την ιστορία του Αβραάμ. Ο Αβραάμ λοιπόν ήταν ένας ευσεβής πιστός του Θεού. Μόνο τις θυσίες και τα λιβανίσματα να βλέπατε, θα μένατε κόκαλο! Είχε και ένα μοναχογιό που τον απέκτησε στα γεράματά του και η ζωή περνούσε με δουλειά, προσευχές και θυσίες. Άκου τώρα τι πηγαίνει και ζητάει ο Θεός από τον Αβραάμ: «Αβραάμ», του λέει, «αν θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι πιστός σε μένα, πρέπει να θυσιάσεις το μονάκριβο για σου». Τρελάθηκε ο Αβραάμ. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Στο τέλος, σηκώνεται κουρέλι, παίρνει και το γιο του και πάει για τη θυσία. (Τι να έκανε ο άνθρωπος: Ήξερε τι σημαίνει η οργή του Θεού!) Έφτασε αγκομαχώντας στο βουνό (γιατί ήθελε βουνό, όχι πεδιάδα, για τη θυσία!) έβαλε το παιδάκι του, που έκλαιγε, επάνω στο βωμό και, όταν σήκωσε το μαχαίρι και ετοιμαζόταν να κάνει τη θυσία, εμφανίζεται ξανά ο Θεός και, γελώντας και τω από τα μουστάκια του, του λέει: «Καλά, ρε παιδί μου, ασ’ το, μην το σφάζεις το παιδι. Ένα αστείο είπαμε για να περάσει η ώρα. Εσύ το πήρες σοβαρά;» Αστείο;! Για να περάσει η ώρα;! Και ρωτάς τη λαχτάρα που τράβηξε ο γέρος; Ρωτάς αν η καρδιά του αντέχει σε τέτοιες συγκινήσεις, και να πω ότι ήθελε να μάθει για την πίστη κάποιου άλλου, να πάει στα κομμάτια! Αλλά τον Αβραάμ, Τον πιο πιστό του. Δεν μπορεί, σαν Πάνσοφος και Παντογνώστης, να καταλάβει αν ο Αβραάμ του λέει την αλήθεια; Εγώ, τουλάχιστον, άμα βάλω κάποιον να σφάξει το παιδί του, δεν του τα μασάω την τελευταία στιγμή! Το φτάνω το παιχνίδι μέχρι τέλους! Βέβαια, όλοι μας ξέρουμε γιατί τα έκανε αυτα. Γιατί, τη στιγμή που ο Αβραάμ αγκομάχαγε να ανέβει το βουνό και πήγαινε να εκτελέσει τη διαταγή του, ο Θεός είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια με την πλάκα που του είχε σκαρώσει. Είμαι σίγουρος πως καθόταν και έλεγε από μέσα του «Κοίτα τα μαλάκα που κάνει ό,τι τον διατάξω! Χα! χα! χα! χα!» Άρα, ο Θεός όχι μόνο κάνει πλάκα στους πιστούς του αλλά το γλεντάει κιόλας.

Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο;

Δεν φαίνεται. Ποιος άλλος θα τους έφτιαχνε όλους τους πλανήτες τόσο μονότονα στρογγυλούς. Βάλε, βρε αδελφέ και ένα τρίγωνο και ένα τετράγωνο, έτσι, για ποικιλία! Μην τους κάνεις όλους τους πλανήτες σαν κεφτεδάκια! Ας μη μιλήσω για τον πλανήτη Γη! Πρώτα τον έβαλε πολύ κοντά στον Ήλιο και τσουρουφλίστηκε. Όταν το πήρε είδηση, ήταν πολύ αργά. Το δημιούργημά του ήταν γεμάτο με άνυδρες στέπες και με εφιαλτικές ερήμους! Μετά έβαλε τη Γη πολύ μακριά απ’ τον Ήλιο και έγιναν οι παγετώνες! Μέχρι να βρει τη σωστή θέση, ο μισός πλανήτης είχε καταστραφεί. Τον άλλο μισό τον άφησε προφανώς για να τον καταστρέψει ο άνθρωπος. Με τη βοήθειά μου, φυσικά. Ευτυχώς που είμαι μεθοδικός διάολος και ξέρω τι θέλω, αλλιώς αν αφήναμε την καταστροφή στα χέρια του Θεού θα θέλαμε πολύ καιρό. Ναι, λοιπόν, είναι ο Θεός δημιουργός του κόσμου, αλλά τέτοιον κόσμο σου φτιάχνω κι εγώ και με φτηνότερα υλικά!

Ο Θεός είχε σχεδιάσει το προπατορικό αμάρτημα;

Η σωστά οργανωμένη προπαγάνδα του Θεού σας έχει κάνει να με καταριέστε για το μήλο που έφαγε η Εύα. Νομίζετε ότι αυτό ήταν η αιτία που χάσατε τον Παράδεισο.

Αρχίζω, λοιπόν, από τον Παράδεισο. Εσείς, όταν ακούτε Παράδεισο, σκέφτεστε χολυγουντιανά ντεκόρ, αλλά ο Παράδεισος των προγόνων σας δεν ήταν μεγαλύτερος από τον Εθνικό Κήπο. Φανταστείτε, λοιπόν, τον Αδάμ και την Εύα μέσα στην υγρασία, τις σβουνιές και τα κουνούπια, ολόγυμνους να προσπαθούν να το παίξουν άνετοι. Και να μη συμβαίνει τίποτα! Περνούσαν οι αιώνες, άρχισαν να πλήττουν οι άνθρωποι. Ήθελαν λίγη δράση. Έτσι, λοιπόν, όταν άκουσαν τον Θεό να τους λέει αδιάφορα «Όλα δικά σας εδώ μέσα, αλλά μη φάτε από αυτό το δέντρο», το σκέφτηκα το πράγμα. Τους το είπε αυτό ακριβώς γιατί ήθελε να τους κάνει αλαλούμ. Θέλεις, Θεέ μου, να μείνω για πάντα εδώ; Πρώτον, φτιάξε έναν Παράδεισο της προκοπής και, δεύτερον, μη μου βάλεις την απαγόρευση μπροστά στη μούρη μου! Άνθρωπος είμαι, θα λυγίσω! Και καλά που βρέθηκα εγώ και έπεισα την Εύα να φάει το μήλο! Άλλιώς θα περνάγατε όλη τη ζωή σας χωρίς δράση, στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο στο στενό Παράδεισό του!

Ένα άλλο τώρα! Τρώει η Εύα το μήλο, τρώει ο Αδάμ, ο Θεός τους βλέπει και, αντί εκείνη τη στιγμή να τους δώσει δύο χαστούκια να πάνε από εκεί που ήρθαν, κάνει πως δεν βλέπει. Γιατί; Γιατί έχει ετοιμάσει ολόκληρο show. Έχει αποφασίσει να διώξει τον Αδάμ και την Εύα από τον Παράδεισο, θέλει όμως πρώτα να το γλεντήσει! Έτσι, μπαίνει στον Παράδεισο και κάνει φωνούλες «Αδάμ! Εύα! ου! ου! ου!». Οι άλλοι, στο μεταξύ, χεσμένοι από το φόβο τους. Ο Θεός συνεχίζει «Πού είστε βρε παιδιά: Πού στην ευχή κρυφτήκατε;» – «Εδώ είμαστε. – «Γιατί ντυθήκατε; Θα πάτε πουθενά» – «Όχι, ντρεπόμαστε που είμαστε γυμνοί…» «Μήπως φάγατε το απαγορευμένο;» – «Δεν το έφαγα μόνος μου, Κύριε, αυτή μου το έδωσε!» Αυτός, αυτή, στο τέλος κατάφερε αυτό που είχε στο μυαλό του από την αρχή να τους διώξει απ’ τον Παράδεισο και χωρίς αποζημίωση, μάλιστα), για να τον κάνει το άπιαστο όνειρο των πιστών του. Δεν ήξερε ο Θεός ότι θα έτρωγαν το μήλο. Γιατί τους έβαλε το δέντρο στη μούρη τους μπροστά; Γιατί έφτιαξε τον Αδάμ τόσο αδύναμο χαρακτήρα, ώστε να τον ψήνει η πρώτη γκόμενα που βρίσκεται στο δρόμο του; Γιατί δεν τους συγχώρεσε για την αμαρτία, και, τέλος, το μήλο ήταν ξινόμηλο ή μπανανέ; Αμείλικτα ερωτηματικά πλανώνται στον αέρα. Μήπως το προπατορικό αμάρτημα είχε σχεδιαστεί απ’ τον Θεό; Ε, λοιπόν, εγώ σαν διάβολος, σας λέω ΝΑΙ! Κι εγώ πληρωμένος ήμουνα.

Αγαπάει ο Θεός τους ανθρώπους;

Αν κρίνουμε από τη συμπεριφορά του μέχρι σήμερα, τους αγαπάει μόνο αν τον υπακούν τυφλά. Αλλιώς αρχίζει τις ομοβροντίες. Να σας πω ένα παράδειγμα! Είχα στήσει μια καλή κατάσταση στα Σόδομα. Έβγαλα πολλές ψυχές κέρδος, γιατί σκέφτηκα να το κάνω μόνο για άντρες. Γρήγορα επεκτάθηκα και στα Γόμορρα με σλόγκαν: «Μόνο για γυναίκες!». Κάθε βράδυ γινόταν της τρελής. Όλοι τριγύριζαν τα μπαρ και τα πορνεία χαμογελαστοί, ευτυχισμένοι, ανανεωμένοι. Ε, λοιπόν, όλη αυτή η διασκέδαση δεν άρεσε στο Θεό. Προτιμούσε τον Λωτ, ένα γεροξεκούτη που δεν τον ήθελα όχι για οπαδό αλλά ούτε για συνοδοιπόρο. Τα ζήλεψε λοιπόν τα Σόδομα και τα Γόμορρα και αποφάσισε να τα καταστρέψει. Ξέρετε ποιος επέζησε απ’ όλους τους ανθρώπους που δήθεν αγαπάει ο Θεός; Μόνον ο Λωτ! Κι αυτός μαγκούφης, γιατί τη γυναίκα του (που ξενοπηδιόταν και ήταν και περίεργη) την έκανε αλατιέρα! Για τον κατακλυσμό τι έχετε να πείτε; Φανερώνει αγάπη προς τον άνθρωπο όλη αυτή η οικολογική καταστροφή; Πρώτα φτιάχνουμε κάτι και μετά δεν μας αρέσει και το καταστρέφουμε; Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά!

Τι λέει ο Θεός για το σεξ; 

Α, δεν τον ενδιαφέρουν το Θεό τέτοια πεζά πράγματα. Απαγορεύει τα πάντα και ησυχάζει. Δεν είναι, βλέπετε, το σεξ στον κύκλο των ενδιαφερόντων του. Υποτίθεται ότι ο Θεός ευλογεί το σεξ μόνο για αναπαραγωγή και από εκεί και πέρα αφήνουν όλο το χαμαλικι σε μένα. Τη μαλακία του πιτσιρικά, το όρθιο της τζιβιτζιλούς και την ταρίφα της ντάνας τα χρεώνομαι εγώ. «Ο διάολος με έβαλε», λένε εδώ και αιώνες όλοι αυτοί. Στο μεταξύ, την έχουνε κάνει λαχείο.

Δεν το θέλει ο Θεός το σεξ. Αυτό είναι σίγουρο. Έχει μια τάση στην παρθενία και στην αγνότητα. Έτσι μπορεί να ελέγχει πιο σίγουρα τους πιστούς του. Και έρχομαι εδώ να κάνω το δικηγόρο του διαβόλου: «Εφ’ όσον, Κύριε, δεν σου αρέσει το σεξ, γιατί έδωσες στον άνθρωπο τη σεξουαλική επιθυμία; Για να τρελαίνεται; Ξέρεις πώς είναι αυτό; Σαν να βάζω εγώ κάποιον να κλέψει και την τελευταία στιγμή να φωνάζω την αστυνομία.

Το λάθος όμως έχει γίνει από την αρχή Από τον Αδάμ. Όταν τον έπλασε, δεν ήθελε να συμμετέχω κι εγώ. Φοβόταν. Έτσι, έκανε ατελές έργο και μετά για να σκεπάσει τα λάθη του, έβαλε τις απαγορεύσεις. Όχι μαλακία! Όχι σεξ! Όχι σεξουαλικές παραλλαγές! Όχι φαντασιώσεις! Ε, ασ’ τον τον άνθρωπο να έχει και κάτι να πορεύεται!

Έχει λεφτά ο Θεός;

Ο ίδιος ο Θεός δεν έχει. Οι αντιπρόσωποί του επί γης όμως; Έχετε ιδέα τι θησαυρο κρύβονται στο Βατικανό; Την Τράπεζα του Αγίου Πνεύματος την έχετε ακουστά; Ξέρετε ότι η Εκκλησία εξόπλισε τους σταυροφόρους; Το «In God we trust» επάνω στο δολάριο πώς σας φαίνεται; Αφήνω τα παγκάρια των εκκλησιών, τους εράνους, τις προσφορές και τα αφιερώματα. Ό,τι έχει σχέση με τον Θεό περνάει μέσα από τα χρήματα και τη συναλλαγή. Θέλεις να ανάψεις ένα κεράκι θα πληρώσεις! Θέλεις να κάνεις ευχέλαιο; Θα πληρώσεις! Θέλεις να παντρευτείς, θα πληρώσεις! Θέλεις να βαφτίσεις το παιδί σου; Θα πληρώσεις! Θέλεις να σε κηδέψουνε; Θα πληρώσεις! Φαίνεται πως ο Θεός, παρόλο που είναι υπεράνω χρημάτων, δεν προσφέρει τις υπηρεσίες του δωρεάν. Ενώ εγώ ο διάολος δεν ζητάω δραχμή από τους πιστούς μου. Τι λέω; Το αντίθετο μάλιστα! Εγώ σκοτώνομαι για να τους βρω χρήματα. Δεν έχει σημασία πώς. Σημασία έχει ότι πάντα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τους βρίσκω και μάλιστα πολλά λεφτά. Ζητάω εγώ τίποτα για τον εαυτό μου; Κρατάω έστω κι ένα μικρό μερίδιο απ’ αυτά που δίνω στους ανθρώπους. Ζητάω χρήματα για τις λατρείες μου; Όχι και πάλι όχι! Για να μη πω και το χειρότερο υπάρχουν φορές που με τα δικά μου τα λεφτά οι άν θρωποι χτίζουν εκκλησίες στο Θεό! Κι όμως ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκα γι’ αυτό! Φυσιολογική αντίδραση. Έχτισε κανένας ένα ναό δικό μου με τα λεφτά του Θεού, Έτσι, για αλλαγή, βρε αδελφέ! Μια φορά θυμάμαι που οι Εβραίοι έφτιαξαν ένα χρυσό μοσχάρι προς τιμήν μου και αμέσως κάλεσε τον Μωυσή για να του δώσει τις 10 Εντολές! Τέτοια ζήλεια! Μην ακούτε λοιπόν την προπαγάνδα! Λεφτά έχει μόνον ο Θεός! Εμείς οι υπόλοιποι, για να βρούμε κανά φράγκο, πρέπει να γίνουμε κλέφτες!

Ο Θεός συγχωρεί;

Ας γελάσω! Είδαμε πώς συγχώρεσε τους «αμαρτωλούς» στα Σόδομα και τα Γόμορρα. Επίσης, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ με τι τρόπο «συγχώρεσε» όλους τους αμαρτωλούς με τον κατακλυσμό. Το χαρακτηριστικότερο, όμως, παράδειγμα είμαι εγώ, ο διάολος! Πώς έχει η ιστορία; Ο Θεός είχε, ανέκαθεν, στρατιές αγγέλων να τον υπηρετούν. Αν δείτε και σήμερα τα έξοδα κινήσεως του Παραδείσου θα σας σηκωθεί η τρίχα. Εγώ ήμουν στρατάρχης σε μια τέτοια στρατιά αγγέλων που υπηρετούσαν και εκτελούσαν και τις πιο ιδιότροπες διαταγές του: «Πήγαινε στην Αίγυπτο και ρίξε αυτές τις επτά πληγές ». «Σκότωσε μου όλα τα πρωτότοκα αρσενικα παιδιά των Αιγυπτίων». «Γκρέμισέ μου με αυτή τη σάλπιγγα τα τείχη της Ιεριχούς»! «Ετοίμασέ μου κεραυνούς και βροντές γιατί θα εμφανιστώ στον Μωυσή». Τέτοιες καλοσσυνάτες διαταγές παίρναμε κάθε μέρα! Είδαμε και αποείδαμε, κάναμε επανάσταση εναντίον του Θεού! Πώς μας αντιμετώπισε; Oύτε το αιτήματά μας δεν δέχτηκε να ακούσει. Μας έριξε κατευθείαν στην κόλαση. Όχι ότι περνάμε και άσχημα δηλαδή. Το αντίθετο μάλιστα. Αλλά σας ρωτώ και θέλω να μου απαντήσετε. Ο Θεός που εμφανίζεται σε σας τόσο γλυκός και καλοσυνάτος που λέει ότι συγχωρεί ακόμα και τον εχθρό του, εμάς, τους διαόλους, γιατί δεν μας συγχώρεσε; Γιατί δεν μας έδωσε μια ευκαιρία να «σωθούμε»; Στο κάτω-κάτω της γραφής δεν ήμασταν ξένοι. Δικοί του άνθρωποι ήμασταν και δεν μας φέρθηκε σωστά! Ας μην ακούω λοιπόν για ευσπλαχνία και έλεος, γιατί με πιάνουν τα γέλια.

Ξέρει ο Θεός τι γίνεται στην κόλαση;

Ευτυχώς όχι. Φαντάσου να ήξερε πως τις τεράστιες φωτιές τις χρησιμοποιούμε πια για ήπια ενέργεια, πως όλη η κόλαση είναι ηλεκτροφωτισμένη, πως προσωπικότητες που δίνουν κύρος στην κόλαση, όπως ο Χίτλερ, ο Ιούδας, ο Στάλιν, ο Βρούτος, η Φρειδερίκη και ο Μακναμάρα και χιλιάδες άλλοι, έχουν δικό τους ψυγείο και τηλεόραση. Θα εντυπωσιαζόταν, ίσως, ο Θεός αν έβλεπε τις υπέροχες μονοκατοικίες που έχτισαν οι δολοφόνοι. Θα έμενε εκστατικός μπροστά στην έκθεση ναρκωτικών που ετοίμασαν όλοι οι έμποροι ναρκωτικών. Θα αισθανόταν δέος μπροστά στην καινούργια πύλη της Κόλασης, που δουλεύει με φωτοκύτταρο και μπορεί να απορροφήσει έως ένα εκατομμύριο ψυχές το λεπτό. Θα έμενε άφωνος μπροστά στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, με τα καμπαρέ, τα πορνεία, τις απαγορευμένες απολαύσεις. Κάνουμε έργο εμείς εδώ στην Κόλαση! Όμως ο Θεός δεν καταδέχεται να ρίξει ούτε μια ματιά στην κόλαση που ο ίδιος έφτιαξε «για το διάβολο και τους αγγέλους του». Την έφτιαξε και την άφησε στην τύχη της όπως κάνει άλλωστε με όλα τα πράγματα που φτιάχνει.

Όμως στα κατάβαθα της κόλασης μια μυστική οργάνωση ετοιμάζεται. Δεν χρησιμοποιούμε πια τη βία. Η πληροφορική είναι το όπλο μας. Και αυτή είναι η πρώτη μας πληροφορία: «Αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια, μελλοντικέ αμαρτωλέ ή αμαρτωλή, μη σκας τη ζαχαρένια σου αν όλα δείχνουν ότι χάνεις τον Παράδεισο. Εγώ είμαι από την κόλαση και ξέρω από καλή φωτιά. Δεν θα σε ξεροψήσει καμιά φλόγα. Κανένας δεν θα σε κρεμάσει απ’ τη γλώσσα, ούτε θα σου βάλουμε καρφίτσες κάτω από τα νύχια. Κάνε εσύ τις αμαρτιούλες σου, έλα στην κόλαση και θα την κάνεις λαχείο. Για να καταλάβεις, θα σου πω ένα παράδειγμα: η κόλαση είναι σαν παράσταση της Μιμής Ντενίση και ο Παράδεισος είναι σαν παράσταση της Μαριέτας Ριάλδη. Εσείς που θα πηγαίνατε;

Τι κάνει ο Θεός στον παράδεισο;

Κάθεται αραχτός, ακούει τις προσευχές, τα παρακάλια και τις ευχαριστίες των πιστών του και περιμένει να γίνει η πρώτη διαλογή και να μοιραστούν αυτοί που πάνε στην κόλαση και αυτοί που πάνε στον Παράδεισο. Δεν το συζητώ ότι ο περισσότερος κόσμος πηγαίνει στην Κόλαση, αλλά αυτό είναι άσχετο. Τώρα λέμε για το τι κάνει ο Θεός στον Παράδεισο. Κατ’ αρχάς, να σας περιγράψω πώς είναι ο καινούργιος Παράδεισος. Γιατί από τον παλιό Παράδεισο έχει μείνει μόνο το δέντρο και η λίμνη με τις πάπιες. Ο υπόλοιπος ή κάηκε στις πυρκαγιές ή τον καταπάτησαν κάτι δικοί μας φτωχοδιάβολοι οικοπεδοφάγοι. Ο νέος Παράδεισος λοιπόν έχει τεράστια έκταση. Στην πραγματικότητα είναι απέραντος. Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι ο Παράδεισος είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τον αριθμό των πιστών που δέχεται. Ενώ εμείς στην Κόλαση δεν έχουμε κάνει ούτε μια επέκταση, παρόλο που δεχόμαστε πολύ περισσότερο κόσμο από ό,τι ο Παράδεισος! Αυτός το βλέπει ότι έχω στενότητα χώρου. Δεν μου δίνει άδεια επέκτασης με το δικαιολογητικό ότι, αν μου δώσει, είναι σαν να αναγνωρίζει την ήττα του. Ας γελάσω! Εδώ ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι Αυτός κρυφό καμάρι.

Τι άλλο να πεις για το Θεό;

Τα περισσότερο τραγούδια όπως το «Πού ναν’ ο ίσκιος σου Θεέ», «Μα τι ‘ναι αυτά που λέω Θεέ μου, Θεέ μου», «Έβαλ’ ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά» με τον Ξυλούρη, «Είσαι Θεός, ήλιος καλοκαιρινός» με τη Μαρινέλλα, το «Ζητώ ακρόαση Θεού» με το Διονυσίου και το «Θεός αν είναι» με την Πρωτοψάλτη, μιλάνε για τον Θεό. Εμένα τον και κομοίρη τρία τραγούδια όλα κι όλα μου έχουν γράψει. Το «Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι» με το Χρηστάκη, το «Διαβολάκι» με τον Καρβέλα και το «Άλα της διαβολάκο» με το Γιώργο Νταλάρα. Σιγά το πράγμα! Έπειτα, έχετε ένα κακό συνήθειο εσείς οι άνθρωποι. Γιατί παρακαλώ να λέτε «Θρύλε Θεέ μου, Ολυμπιακέ μου;» Τι καλύτερο μπορεί να σας προσφέρει ο Θεός; Γιά να φωνάξετε μια μέρα «Θρύλε, διαολέ μου, Ολυμπιακέ μου» και να δείτε πώς θα τα κανονίσω ώστε ο Ολυμπιακός να βγει πρωταθλητριάρα!

Πρέπει επίσης να σας πω εμπιστευτικά ότι ο Θεός είναι δεξιός και βασιλόφρων. Δεν εξηγείται αλλιώς. Γιατί βάζει τους εκλεκτούς του εκ δεξιών; Γιατί έκανε όλους τους ανθρώπους δεξιόχειρες; Γιατί, όταν δεν θέλει να σας βλέπει, γυρνάει το πρόσωπό του προς τα δεξιά; Όλοι οι άλλοι εμείς, δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε; Να γίνουμε αριστεροί; Και γιατί παρακαλώ όλοι όσοι κυβερνούνται από βασιλιάδες τραγουδάνε «Ο Θεός σώζοι τον Βασιλέα;». Τον βασιλέα μπορεί να τον σώσει, τον απλό ανώνυμο άνθρωπο δεν μπορεί;

Δεν λέω για τις εκφράσεις και τις παροιμίες που έχει υποχρεώσει τους ανθρώπους να παπαγαλίζουν: «Ο Θεός να βάλει το χέρι του», «Δόξα σοι ο Θεός», «Το πολύ το Κύριε Ελέησον το βαριέται και ο Θεός» (Δεν το βαριέται καθόλου, του αρέσει πάρα πολύ, ακούστε με που σας λέω!) «Ο Θεός να τα φέρει δεξιά», «Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος». Αλλά αυτή η έκφραση που με κάνει να γελάω είναι αυτό που λέτε «Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί!» Στου θεού τ’ αυτί; Χα! χα! χα! Ας γελάσω. Ο Θεός όχι μόνο δεν ακούει αλλά δεν βλέπει κιόλας. Γι’ αυτό, σταματήστε αυτήν την προπαγάνδα. Σταματήστε την τυραννία του Θεού στη ζωή σας. Το σύνθημα που πρέπει να κυριαρχεί από εδώ κι εμπρός είναι: «Διάολοι ενωμένοι, ποτέ νικημένοι!» Ελάτε σε μας και θα σας εξυπηρετούμε άνετα, γρήγορα και οικονομικά όλο το 24ωρο! Αυτά είχα να πω, γυρίζω τώρα εγώ στην κόλασή μου κι εσείς στη δική σας. Αλλά σας παρακαλώ: Όλα όσα είπαμε για τον Θεό να μείνουν μεταξύ μας, έτσι; Όχι τίποτε άλλο αλλά, αν τα μάθει, θα θυμώσει και, τότε, ποιος γλιτώνει! Θα με στείλει στο διάολο!

Κείμενο: Γιώργος Παυριανός

Τεύχος 72, Απρίλιος 1993

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.

Σχετικά άρθρα