Αν Κάρσον και αρχαία Ελλάδα: Ένας «έρωτας γλυκόπικρος»
Η Αν Κάρσον βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2026 και επιστρέφουμε στο πρώτο της έργο που έδωσε μια νέα οπτική στην έννοια του έρωτα.
«Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί, νάτος, ξανά με τραντάζει, γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο»
Αρκούσε αυτός ο στίχος της Σαπφούς για να θέσει σε κίνηση τον μηχανισμό της ιστορίας που χάρισε τελικά στην Αν Κάρσον ένα Νόμπελ λογοτεχνίας. Με το δοκίμιο της «Έρως ο γλυκόπικρος», εμπνευσμένο από τον παραπάνω στίχο της ποιήτριας από την Ερεσσό και συνδέοντας τον έρωτα με την απόλαυση και τον πόνο, μέσα από μία κλασικιστική οπτική, η Κάρσον τάραξε τον ακαδημαϊκό κόσμο το 1986.
Βασισμένη στη διδακτορική της διατριβή που είχε ολοκληρώσει πέντε χρόνια νωρίτερα («Odi et Amo Ergo Sum», δηλ. Μισώ και Αγαπώ άρα Υπάρχω») η Κάρσον συνέδεσε τις σπουδές και το ενδιαφέρον της για την αρχαιοελληνική γραμματεία με το διαχρονικό ερώτημα «τι είναι τελικά ο έρωτας». Τον ερμήνευσε με βάση την τριαδικότητα της επιθυμίας όπως αυτή εμφανίζεται στη Σαπφώ, στην αρχαία τραγωδία (Ηλιόδωρος, Χαρίτων, Λόγγος κλπ) και τελικά στην φιλοσοφία του Πλάτωνα, έθεσε στο επίκεντρο του την έννοια της απουσίας, συνδέοντας τον τελικά ως μέσο για την αυτογνωσία.
«Υπάρχει κανένας που να επιθύμησε ποτέ αυτό που δεν απουσιάζει; Κανένας. Σ’ αυτό οι Έλληνες ήταν ξεκάθαροι. Κι επινόησαν τον έρωτα για να το εκφράσουν» γράφει και το 1999 φτάνει ώστε το έργο της να θεωρείται στα 100 καλύτερα μη λογοτεχνικά βιβλία του 20υ αιώνα, από τους αναγνώστες του Modern Library.
Εντωμεταξύ είχε ήδη «αφήσει άφωνη την κοινότητα της μη μυθοπλασίας, ως μια εμπνευσμένη επιστροφή στα λυρικά δοκίμια που έγραφαν κάποτε ο Σενέκας, ο Μονταίνιος και ο Έμερσον· και έπειτα, και μόνο τότε, βαθιά μέσα στη δεκαετία του 1990, όταν επανεκδόθηκε ως “λογοτεχνία” και επανασχεδιάστηκε για ένα εντελώς νέο κοινό, άφησε επιτέλους άφωνους τους ποιητές» όπως έγραψε ο Τζον Ντ’Αγκάτα στη Boston Review το 2000.
Μόλις 26 σύντομα χρόνια μετά, αυτή τη συνολική συνεισφορά στην παγκόσμια λογοτεχνία αναγνωρίζουν τα Νόμπελ και αιτιολογούν την επιλογή τους «για το τολμηρό και ευρηματικό έργο της, το οποίο, μέσα από έναν παιγνιώδη διάλογο με την κλασική παράδοση, έχει δημιουργήσει νέες μορφές για τη σύγχρονη λογοτεχνία».
Επιστρέφοντας όμως στη βάση της, το «Έρως ο Γλυκόπικρος. Δοκίμιο για το ερωτικό παράδοξο στην κλασική παράδοση», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση Ανδρονίκης Μελετλίδου, ρωτάμε ξανά και ξανά: Αν Κάρσον, τι είναι ο έρωτας;
«Ο τρόπος που σε καταλαμβάνει ο έρωτας και σε κάνει κτήμα του είναι παιδευτικός: μπορεί να σου διδάξει την πραγματική φύση των όσων κρύβεις μέσα σου. Ο έρωτας είναι ένα κοίταγμα στον θεό».
«Πρώτη η Σαπφώ αποκάλεσε τον έρωτα γλυκόπικρο. Κι όποιος έχει ερωτευτεί, δε θα διαφωνήσει μαζί της».
«Το να τρέχεις ασθμαίνοντας, χωρίς ακόμη να έχεις φτάσει, είναι από μόνο του υπέροχο· μια μετέωρη στιγμή ζωντανής ελπίδας».
«Ο Έρωτας είναι ζήτημα ορίων. Υπάρχει επειδή υπάρχουν ορισμένα όρια. Στο διάστημα ανάμεσα στο άγγιγμα και το πιάσιμο, ανάμεσα στο βλέμμα και το αντιβλέμμα, ανάμεσα στο “σ’ αγαπώ» και το «κι εγώ σ’ αγαπώ”, η απούσα παρουσία της επιθυμίας ζωντανεύει. Όμως τα όρια του χρόνου, του βλέμματος και του «σ’ αγαπώ» είναι μόνο απόηχοι του κύριου, αναπόφευκτου ορίου που δημιουργεί τον Έρωτα: του ορίου της σάρκας και του εαυτού ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Και μόνο ξαφνικά, τη στιγμή που θα διέλυα αυτό το όριο, συνειδητοποιώ πως δεν μπορώ ποτέ να το κάνω».
«Είναι το όριο που χωρίζει τη γλώσσα μου από τη γεύση που λαχταρά, αυτό που μου διδάσκει τι είναι ένα όριο».
«Στην πραγματικότητα, ούτε ο αναγνώστης ούτε ο συγγραφέας ούτε ο εραστής πετυχαίνει ποτέ μια τέτοια ολοκλήρωση. Οι λέξεις που διαβάζουμε και οι λέξεις που γράφουμε δεν λένε ποτέ ακριβώς αυτό που εννοούμε. Οι άνθρωποι που αγαπάμε δεν είναι ποτέ ακριβώς όπως τους επιθυμούμε. Τα δύο σύμβολα δεν ταιριάζουν ποτέ απόλυτα. Ο Έρωτας βρίσκεται στο ανάμεσα».