Η Μεγάλη Χίμαιρα | Το αριστούργημα του Μ. Καραγάτση που προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις
΄Ενα εκπληκτικό μυθιστόρημα όπου ο συγγραφέας του καταπιάνεται με έναν γυναικείο χαρακτήρα αναλύοντάς τον συστηματικά. Ο Μ. Καραγάτσης γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1908.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
“Η μεγάλη χίμαιρα” του Μ. Καραγάτση. Ένα πραγματικά εξαιρετικό βιβλίο που διάβασα αρκετά χρόνια πριν. Ένα μυθιστόρημα που με προβλημάτισε τόσο με τη πλοκή του, όσο και με τον ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης του συγγραφέα.
Μαζί με το “Γιούγκερμαν”, το “Συνταγματάρχη Λιάπκιν” αποτελεί τριλογία με κεντρικό τίτλο “Εγκλεισμός κάτω από τον Φοίβο”. Γράφτηκε και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1936 με τον τίτλο “Χίμαιρα”. Το συγκεκριμένο τίτλο κράτησε για δεκαεφτά χρόνια, μέχρι και το 1953. Τότε εκδόθηκε αναθεωρημένη έκδοσή του με τον σημερινό του τίτλο: “H μεγάλη χίμαιρα”. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που το χαρακτηρίζουν ένα λεπτομερές ψυχογράφημα της ηρωίδας του, της Μαρίνας. Παρουσιάζεται έτσι όχι μόνο η δική της ψυχοσύνθεση αλλά και των περισσότερων γυναικών.
Ο συγγραφέας καταπιάνεται με έναν γυναικείο χαρακτήρα αναλύοντάς τον συστηματικά. Κατά κάποιον τρόπο, παρουσιάζεται όχι μόνο η δική της ψυχοσύνθεση αλλά και των περισσότερων γυναικών. Είναι η ιστορία μιας νεαρής Γαλλίδας η οποία υπέστη τραυματικό σοκ από την ερωτική συμπεριφορά της μητέρας της, η οπία ασκούσε στη διπλανή πόρτα του πατρικού της το επάγγελμα της ιερόδουλης. Συναντά τον πλοίαρχο κι εφοπλιστή Γιάννη Ρεΐζη, που ερωτεύεται, παντρεύεται κι ακολουθεί στη Σύρα, στο πατρικό σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζει κάτω από τον βαρύ ίσκιο της καχύποπτης και καταπιεστικής πεθεράς της. Γεννιέται η κόρη τους, Άννα, ωστόσο η Μαρίνα ερωτεύεται τον κουνιάδο της, Μηνά. Η Μαρίνα συνδέει την τύχη της με τα βαπόρια του συζύγου της και κάθε ψυχική αναταραχή της, έχει περίεργες συνέπειες πάνω στη ζωή τους. Το δράμα κορυφώνεται με την οικονομική καταστροφή, την αρρώστια της κόρης της και την αποκάλυψη της μοιχείας.
Η Μαρίνα μπορεί να ζει τον απόλυτο έρωτα με τον άντρα της, ωστόσο υπάρχει και η ερωτική επιθυμία για τον κουνιάδο της. Μια γυναίκα που επιθυμεί συνεχώς να την επιβεβαιώνουν ότι αποτελεί το αντικείμενο του ερωτικού πόθου.
Την εποχή που γράφηκε το έργο, προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις. Τόσο οι κριτικοί όσο και το αναγνωστικό κοινό, το αντιμετώπισαν ως άσεμνο και κατηγορήθηκε για έντονο σεξουαλισμό.
Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν, τα όρια στη λογοτεχνία ξεπεράστηκαν και το συγκεκριμένο έργο έχει άλλη αξία τώρα πια.
Με εντυπωσίασε ο τρόπος που σκιαγραφεί ο Καραγάτσης τους ήρωές του. Τους παρουσιάζει με κατανοητό και οικείο τρόπο. Γράφει με λυρισμό, δημιουργεί ερωτική ατμόσφαιρα και προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη με αυξανόμενο ρυθμό.
Ακολουθούν αποσπάσματα από τη “Μεγάλη Χίμαιρα”…
“Τον κοιτάει. Είναι νέος – πολύ νέος για καπετάνιος – ως τριάντα χρόνων. Όμορφος άντρας, με κορμί αρμονικό και πρόσωπο αδρό μα γλυκό, όπου γυαλίζουν δυο μάτια χρυσαφιά, χαμογελαστά και εξυπνότατα. «Ένας Έλληνας. Έτσι πάντα φανταζόμουν τους Έλληνες. Πρέπει να του μιλήσω ελληνικά.”
– Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ! Ο καπετάνιος σαστίζει.
– Παρντόν, μαμζέλ. Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μιλώ γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά…
– Πώς! Ελληνικά δεν ξέρετε;
– Διάβολε! Είμαι Έλληνας.
– Η φράση που σας είπα είναι ελληνική. Αρχαία ελληνική.
– Δεν αποκλείεται. Αλλά…
– Τι εννοείτε; Σας βεβαιώνω ότι γνωρίζω πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων σας.
– Εγώ ομολογώ πως δεν είμαι τόσο δυνατός στη γλώσσα των προγόνων μου. Έχετε την καλοσύνη να ξαναπείτε τη φράση;
– Ευχαρίστως. Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!
Ο καπετάνιος αναστενάζει, πολύ στενοχωρημένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα
σημειωματάριο και ένα μολύβι.
– Παρακαλώ, δεν την γράφετε εδώ; Άμα την δω γραμμένη, ίσως την καταλάβω…
Με χέρι νευρικό, γράφει τη φράση. Ο καπετάνιος τη διαβάζει, και ξεσπάει σε γέλιο ομηρικό.
– Ναύκληρε καλέ καγαθέ, χαίρε! Έτσι προφέρεται, κι όχι όπως το είπατε.
– Μιλώ με την ερασμιακή προφορά. Η δική σας, καθώς βλέπω, είναι εντελώς αλλιώτικη.
– Είναι η σωστή. Μου την εξήγησε ο μικρός αδερφός μου, ένας νέος με μεγάλη μόρφωση. Το αποδείχνει, λέει, η μετρική, η προσωδία… Απόμειναν σιωπηλοί. Κοιτάζονταν και χαμογελούσαν. Κι η Μαρίνα είπε:
– Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, μα δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω Έλληνες. Είδα, λοιπόν, το πλοίο σας, το «Ιμαϊρά»…
– Πώς είπατε; Ιμαϊρά;
– Βεβαίως. Έτσι δε λέγεται το πλοίο σας;
– Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα.
“”Κι έξαφνα μια απορία καθήλωσε την ψυχή της: “Γιατί, μέσα σε οχτώ μήνες, έμαθα τη γλώσσα και τη λογοτεχνία των σύγχρονων Ελλήνων; Επειδή ο άντρας μου είναι Έλληνας. Επειδή η Ελλάδα είναι το νέο και οριστικό βιοτικό μου πλαίσιο. Γιατί όμως παράτησα την πατρίδα μου, τη γλώσσα και το πνεύμα της; Γιατί ήρθα να ζήσω σε τούτα τα χώματα, να μάθω τη γλώσσα του λαού τους και να παθιαστώ για την πνευματική του δημιουργία; Μ` ένα λόγο, γιατί από Γαλλίδα σιγομεταλλάζω σε Ελληνίδα; Επειδή έτυχε ο άντρας που αγάπησα να είναι Έλληνας. Κι αν ήταν Φιλανδός ή Βραζιλιάνος, με την ίδια ευκολία θα εγκλιματιζόμουν στο φιλανδικό ή το βραζιλιάνικο πνευματικό πλαίσιο; Ας πάρουμε όμως την αντίθετη άποψη, κι ας υποθέσουμε ότι ο άντρας που αγαπώ και μ` αγαπάει – ο Γιάννης – έμενε οριστικά μαζί μου, στη Ρουέν. Θα εκγαλλιζόταν άραγε με την ευκολία που εγώ εξελληνίζομαι;” Πάλι χαμογέλασε, κάπως σαρκαστικά. Όχι, ο Γιάννης δεν θα εκγαλλιζόταν στη Ρουέν. Απεναντίας, πάλι θα κατόρθωνε να εξελληνίσει τη γυναίκα του, κατά κάποιο ελάχιστο ποσοστό, μέσα στο δικό της εθνικό περίγυρο. “Έτσι προστάζει η φύση για τη γυναίκα, να ρυθμίζει τη βιοθεωρία της ανάλογα με τις εκκρίσεις των ωοθηκών της, που είναι παθητικά υποταγμένες στην κυριαρχία της συγκεκριμένης τεστοστερόνης που τις ερεθίζει. Παθητικά υποταγμένες…”