Δημήτρης Λιαντίνης – `Ωρες των άστρων | Τα ποιήματα που δεν πρόλαβε να εκδόσει

Δημήτρης Λιαντίνης – `Ωρες των άστρων | Τα ποιήματα που δεν πρόλαβε να εκδόσει

Η εξαιρετική ποιητική συλλογή του ανθρώπου που προτίμησε να φύγει από τη ζωή όσο ήταν ακόμα όρθιος, στιβαρός και περήφανος.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Δημήτρης Λιαντίνης. Έλληνας  πανεπιστημιακός, φιλόσοφος, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής.  `Ενας άνθρωπος ιδιαίτερα ιδιοφυής, διεισδυτικός και διορατικός που δυστυχώς έφυγε νωρίς…

Λάτρης της Αρχαίας Ελλάδας, της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της, έγραψε διάφορα θέματα, ανάμεσά τους η ηθική, η ζωή, ο θάνατος, η σχέση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Ήταν το πρωί της 1ης Ιουνίου του 1998 όταν  ο Δημήτρης Λιαντίνης έφυγε από το σπίτι του στη Ν.Κηφισιά, αφήνοντας στο γραφείο του, ένα γράμμα για την κόρη του, Διοτίμα, στο οποίο έγραφε για την απόφασή του να “φύγει” τότε που ένιωθε εκείνος έτοιμος πια… Να επιλέξει το θάνατό του τότε που ήταν ακόμα “όρθιος, στιβαρός και περήφανος”…

Ο άνθρωπος που είπε : “Τρύγησε την ημέρα. Μη την αφήσεις να πάει χαμένη η κάθε μέρα σου. Ό,τι χαρές είναι να σου δώσει μη τις αφήσεις, γιατί δεν θα την ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Μη σπαταλάτε άδικα και ανόητα τις μέρες σας.”

Το βιβλίο του “Ώρες των άστρων” είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση έργου. Γράφτηκε από το Δημήτρη Λιαντίνη αλλά δεν εκδόθηκε  από τον ίδιο. Πρόκειται για ένα έργο καθαρά ποιητικό που περιέχει δύο συλλογές ποιημάτων:

  1. Την ομότιτλη με το βιβλίο “Ώρες των Άστρων”

  2. Την “Όγδοη Μέρα”

Ο Λιαντίνης άφησε τα ποιήματα των δύο συλλογών στα “κατάλοιπά του” και τα εμπιστεύτηκε στη σύζυγό του, κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη. Η ίδια, πήρε την πρωτοβουλία το καλοκαίρι του 2006 κι έτσι τα ποιήματα είδαν επιτέλους το φως της δημοσιότητας.

Το προλόγισμα της εξαιρετικής ποιητικής συλλογής του, επιμελήθηκε προσωπικά η σύζυγός του. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αναφορές της στον άντρα της είναι ιδιαίτερα συγκινητικές και μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι είχαν μία σπάνια προσωπική σχέση.

Ακολουθεί το προλόγισμα του βιβλίου μαζί με δύο ποιήματά του…

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

“Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα.

Σχέδιο φυγής, αρχιστρατηγικό, όπως μου έλεγε, που το ετοίμαζε με απόλυτη ακρίβεια χρόνους πολλούς.

Άδειασε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του και τοποθέτησε μέσα όσα σημαντικά έκρινε, όσα μου επέτρεψε να γνωρίζω για την τελευταία του πράξη. Άλλα με γλώσσα σαφή, άλλα με αινιγματική και μυθοπλαστική. Του μύθου όμως του φιλοσοφικού (πλατωνικός μύθος) που λέγει με σύμβολα, όσα έχει απορία ο νους να εκφράσει με ορισμούς. Μου άφησε γραπτές εντολές και δικαιοδοσίες, εξουσιοδοτήσεις, το ημιτελές βιβλίο του για τον Καβάφη, που το έγραφε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ποτέ δεν περάτωσε, το ποιητικό του έργο που εκδίδω σήμερα, ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 90, που ποτέ δεν εξέδωσε, και το πιο σημαντικό και διαφωτιστικό της πράξης του∙ ένα κείμενο που έγραψε την παραμονή της αναχώρησής του, στις 31 Μαίου 1998.

Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα προς την κόρη μας Διοτίμα. Το μόνο κείμενο που έδωσα μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, και αυτό την πρώτη εβδομάδα της εξαφάνισης, θέλοντας τότε να προστατεύσω την τιμή του απέναντι στα ανόσια σχόλια κάποιων δημοσιογράφων για το πρόσωπό του.

Έζησα πολλά και περίεργα αυτούς τους οκτώ χρόνους. Ώρες-ώρες ένιωθα να ξεχειλίζει η αδικία, όπως η γη στον κατακλυσμό. Της πληγής μου και της απορίας μου τον ψίθυρο αποκήρυσσε αμίλητη η προστασία του που γένναγε την ευκρασία στην αλλαγή από το σκοτάδι στο φως και αντίστροφα. Και το σκοτάδι έχει μέσα του φως. Το λυκαυγές.

Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου “δαίμων”) παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ίστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με τήν ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο Λιαντίνης δημοσίευσε οκτώ βιβλία. Το τελευταίο ήταν η Γκέμμα. Το καταπληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό για τους σοβαρούς ερμηνευτές κεφάλαιο (π), σελ. 255, με τίτλο ” Sonne uber Austerlitz ” είχε στο χειρόγραφό του αρχικά το παρακάτω περιεχόμενο :

“Καθώς ο Οκταβιανός Αύγουστος, γέροντας εβδομήντα δύο χρονώ, γύριζε αλλόφρονας στο παλάτι, χτύπαγε το κεφάλι του στους τοίχους*, και φώναζε : – Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις λεγεώνες μου!

Δόστε μου πίσω τους συντρόφους! Στο Νυμφαίο του Ελικώνα μου! Τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, το Νίτσε, τον Πλάτωνα, το Δάντη, το Σολωμό, τον Αισχύλο!

Δόστε μου πίσω το έχει μου! Τους δοξασμένους πρίγκηπες των χρωμάτων και του χρόνου. Τον Ορλώφ, τον Κούλιναν, το Σάχη, το Μεγάλο Μογγόλο, τον Τίφανυ, το Φλωρεντίνο, τον Αστέρα του Νότου.

Δόστε μου πίσω τις αναπνοές μου, στον κήπο ανατολικά! Τη Λου, τη Λαμπιδούσα, τη Μυρτάλη, τη Μαριέ, την Ευτζενική, την Υπεριώδη, τη Διοτίμα.

Γιατί η διαφορά, η τρομερή, εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.

Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.”

Στο τυπογραφείο άφησε τελικά μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους. Γιατί ; …

Τα ποιήματά του ο Λιαντίνης τα έγραψε από το 1971 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν τα εκδίδει, μου απαντούσε: Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο. Αυτά θα μείνουν σε σένα, στα κατάλοιπά μου. Πίστευε ότι η αληθινή ποίηση είναι αυτόνομη πηγή ζωής. Αγάπημά της διαλεχτό η μορφή. Το έργο της, ανεπανάληπτο, έχει μέσα του την εντελέχειά της. Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.

Με έμαθε ότι ο γνήσιος ποιητής ζει την αλήθεια, ότι ο ποιητής φανερώνει την αλήθεια, ότι ο ποιητής πεθαίνει, ότι η φανερωμένη αλήθεια έρχεται στο φως μετά το “θάνατό” του, ότι ο ποιητής ανασταίνεται, ότι τον τραγικό ποιητή συμπληρώνει ο αναστημένος ποιητής.

Οι ποιητικές του συλλογές είναι δύο. Οι ώρες των άστρων και Η όγδοη μέρα. Δημοσιεύω τα ποιήματα στο πολυτονικό σύστημα, όπως ακριβώς υπάρχουν στα χειρόγραφά του.

Το πλέον όμως σημαντικό ποιητικό του κείμενο είναι από έποψη μορφής και ουσίας εκείνο που έγραψε την παραμονή της εξαφάνισής του (31. Μαΐου 1998) και που το ίδιο μιλάει για την τελευταία του πράξη. Αρκεί ο μελετητής του να διαθέτει ικανότητα ερμηνευτική και εκπαιδευμένη αντίληψη.

Το αποκαλύπτω για πρώτη φορά σήμερα και αφήνω τον ίδιο να μιλήσει για το “τέλος” της πράξης του εντελεχειακά.

«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη. Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο. Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου. Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς. Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο. Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα. Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα. Και πολεμάς τους απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά. Στα μαγνητικά πεδία και τις ατλαντικές βαρύτητες. Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου. Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι. Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού. Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας. Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους. Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει. Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος. Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο. Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους. Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο. Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός. Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι. Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα. Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου. Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια, και νησιά και ίσκιους. Το άχ! Και το δυόσμο. Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν. Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου. Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους. Η μολυσμένη ανάσα τους. Των χεριών τους οι κάκτοι. Ο αραχνεώνας του νου τους. Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο. Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας. Και τρώνε μαζί με τους μήνες. Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής. Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει. Γνώριμε άγνωστε.

Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του.*

Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.

Νικολίτσα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006

Κάμινος    

[img> Ἀχρονολόγητο καιρό πελεκᾶς τό ἄγαλμα τῆς ἀπορίας σου στέκοντας ἀνάμεσα στό ναί καί τό ὄχι πού σέ κυκλώνουν ὡσάν τά πετρωμένα σαγόνια τῶν Συμπληγάδων. Κουβαλᾶς μαραγκιασμένο καί στυφό τό δερμάτι τοῦ ἑαυτοῦ σου ὡσάν τό σκιάχτρο τοῦ Γιούδα πού τό περιπαίζει ὁ γδικιωμός τῶν παιδιῶν. Μέ τήν μαθητεία σου στούς ἰριδισμούς τῶν ὑδάτων συντηρεῖς τίς συστοιχίες τῶν πλατανιῶν. Ἡ δίψα σου πλουτίζει τά παράφορα πυροβολεῖα τοῦ ἥλιου καθώς τά κλάματα τῶν ἀλαφιῶν αὐγατίζουν τίς πηγές. Χαρίζοντας τήν ἰαχή τοῦ τροπαιοφόρου στήν νηφάλιαν ἀγρυπνία τῶν ἐκτάσεων θά γύρεις μέ τό γύρισμα τῶν ὡρῶν ὅταν ἡ ἄσπρη βιάση τῶν περιστεριῶν λαϊμίσει μέσα στην τρανή συλλογή τῶν κυπαρίσσων. Πέρα ἀπό τόν χείμαρο μέ τους κέδρους δειλιάζει τό κουράγιο τῆς μέρας.

Αλδεβαράν

[img> Οἱ πρῶτες παπαροῦνες τοῦ Μάη ραμφίσανε μέ αἵματα τῆς ἄνοιξης τό λαχουρί φουστάνι. Δαμάστηκεν ὁ ἵμερος τῆς χλόης καθώς οἱ ἡλιαητοί γιόρτασαν τήν γιορτή τῶν ταυροκαθαψίων. Ἀπάντεχα μᾶς ξέβρασε ἡ βάρκα τῆς ἐλπίδας στήν ἀκροπελαγιά τῆς μνήμης. Χέρια καιρό γυμνασμένα γιά τό δοξάρι καί τόν πόλεμο πού δέν ἄνοιξαν δρόμο καί πόρο γιά τήν μεγάλη χώρα. Ποῦ εἶναι τῆς γιορτῆς τό ρηγικό κεμέρι ἡ σπατάλη μας ἀσπέδιστη στοῦ κόσμου τήν ἀγυρτεία. Ποῦ εἶναι τῆς Κυριακῆς τό αὔγασμα μέ τά σπασμένα κρύσταλλα τῆς καμπάνας καί τό μακεδονήσι στά μαλλιά. Κι ὁ ξυλοκόπος τοῦ ὕπνου πού ἀνέβαινε σκαλί – σκαλί τήν σκάλα νά πριονίσει τό ἀσημόδεντρο στό δάσος τοῦ φεγγαριοῦ. Ποῦ εἶσαι κλεισμένη ὦ! στόν στειχιωμένο πύργο τῆς σιωπῆς πιό ψηλή ἀπό τοῦ ἥλιου τόν ἴσκιο. Ἄσπρη σάν τόν περιστεριώνα πού ἀδιάκοπα κυβερνᾶ τά φτερά τῶν ἤχων. Τήν ἔγνοια μας στούς λαμνοκόπους ἀφήσαμε τῶν πουλιῶν. Καί τοῦ ψωμιοῦ τόν κόπο καί τό κρασί στήν ἁπλωσιά τοῦ ἀργέστη καί τόν καιρό τόν πρωτομάστορα. Ψηλώσαμε τήν ἐλεγεία της βροχῆς ἴσαμε τίς κορφές τῶν κυπαρισσιῶν. Τῶν κυπαρισσιῶν πού λογχίζουν ἀνάηχα τά σωθικά τῆς νύχτας. Τά ἔργα καί οἱ μέρες μας σκουτάρια καί φλάμπουρα νά φοβερίζουν τόν χάροντα καβαλάρη στό ἀντίδρομο στρατοκαρτέρι. Θά γράφεις μέ τό δάχτυλο στήν μάταιην εὐκολία τῆς θάλασσας τόν ἔρωτα καί τήν μακρυνή φωνή σου. Καί θά κοιμᾶσαι σάν παιδί στῶν ρόδων τά ματόφυλλα. Ὅταν θά λαμπαδιάζεις μόνη ἐσύ ἀσύγκριτη στ’ ἀρκουδορέματα καί τίς ὀροσειρές τῆς μνήμης.

Σχετικά άρθρα